ΥΠΟΛΟΙΠΑ

Power and the Passion – Eloy

Τὸ «Power and the Passion» ἀποτελεῖ τὴν τέταρτη δισκογραφικὴ δουλειὰ τῶν Eloy, τοῦ γερμανικοῦ συγκροτήματος ποὺ δημιουργεῖ καὶ κινεῖται μουσικῶς, ἄκρως ἐπιτυχημένα ὣς τὶς ἡμέρες μας, στὸν χῶρο τοῦ προγκρέσσιβ ρόκ, κυκλοφόρησε δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1975. Προηγήθησαν τὰ «Eloy» τὸ 1971, «Inside» τὸ 1973 καὶ «Floating» τὸ 1974. Πρόκειται περὶ ἔργου θεματικοῦ, τὸ ὁποῖο στηρίζεται στὴν ἰδέα τοῦ ταξειδιοῦ πίσω στὸν χρόνο. Ἡ ἀνάπτυξι τῆς ἱστορίας δὲν ἀποδίδεται μὲ μιὰ τεχνικὴ φυσιολογικῆς ἐξιστορήσεως τῶν γεγονότων ὑπό τινος ἀφηγητοῦ, παρ’ ὅτι ὑφίσταται ἡ γραμμικὴ διαδοχή τους στὸν χρόνο, ἀλλὰ ἐξάγεται μέσῳ  τῆς χρήσεως ποικίλων ἀφηγηματικῶν τρόπων. Ὑπάρχουν μέρη ἀφηγηματικά, διάλογοι καὶ μονόλογοι, ποὺ ἐναρμονίζονται μὲ τέτοιον τρόπο ὥστε ὁ ἀκροατὴς δύναται νὰ συμπληρώσῃ κατὰ πῶς φαντάζεται αὐτὴ τὴν ἱστορία ἀγάπης μεταξὺ δύο ἀνθρώπων ποὺ περπάτησαν ἐπάνω στὴν γῆ μὲ διαφορὰ ἕξι αἰώνων.

Οἱ πρῶτοι ἦχοι τοῦ ἔργου, στὴν ἑνὸς λεπτοῦ διαρκείας ὀργανικὴ εἰσαγωγή (Introduction), παραπέμπουν σὲ ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο, ἐνῷ τὰ φωνητικὰ σὲ ψαλμῳδία ἢ τραγούδι βάρδου, ἐπιτυγχάνοντας ἔτσι τὴν δημιουργία μεσαιωνικῆς ἀτμόσφαιρας, καὶ παραλλήλως τὸ μπάσο μὲ τὰ ντρὰμς προαναγγέλουν τὰ δυναμικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔργου. Ἀκολουθεῖ τὸ «Journey into 1358» ἕνα τρίλεπτης διαρκείας κομμάτι τὸ ὁποῖο χωρίζεται μουσικῶς καὶ στιχουργικῶς σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο μέρος ῥέει ψυχεδελικὸ μὲ μιὰ μπλουζίζουσα αἴσθησι καὶ ὁ νεαρὸς ἥρωας, εὑρισκόμενος ἐντὸς τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ πατέρα του, ἀναλογίζεται τὴν ὣς τότε πορεία τῆς ζωῆς του. Κατόπιν ὁ ῥυθμὸς ἐπιταχύνεται καὶ λαμβάνει δυναμικὴ χέβυ πρὸγκ μορφή, ἐνόσῳ ὁ ἥρωας προσπαθεῖ νὰ κατανοήσῃ, ἔκπληκτος, τὸ πρωτόγνωρο πρᾶγμα ποὺ τοῦ συμβαίνει, δηλαδὴ τὴν μετάβασί του σὲ μία ἄλλη ἐποχή.

Ἔτσι ὁδηγούμαστε στὸ «Love over six centuries» τὸ κορυφαῖο κατὰ τὴν γνώμη μου μουσικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου. Ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ ἡ δομή του χαρακτηρίζεται ὀνειρικὴ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἀκόμη καὶ στὰ χέβυ πρὸγκ σημεῖα. Ἐκκινεῖ ὡς μπαλλάντα μὲ μόνη τὴν κιθάρα κατὰ τὸ πρῶτο λεπτό, ὅπου ὁ ἥρωας ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξηγήσῃ στὴν ἡρωίδα, τὴν ὁποία ἔχει ἤδη γνωρίσει, ποιὸς εἶναι, καὶ φαίνεται πὼς ἀρχίζει νὰ τὴν ἐρωτεύεται. Ὕστερα ἐπιταχύνεται ὁ ῥυθμὸς καὶ κρατιέται σταθερός, ἐνῷ τὸ σόλο τῶν πλήκτρων προσομοιάζει, ἀρχικῶς τοὐλάχιστον, μὲ αὐλό. Μετὰ ἀπὸ ἕνα σύντομο δυναμικὸ ξέσπασμα ἡ μουσικὴ ὑποχωρεῖ καὶ βυθίζεται πλήρως σὲ ὀνειρικὰ πεδία, λειτουργῶντας πλέον ὡς χαλὶ γιὰ τὸν ὑπὸ μορφὴν πεζῆς ἀπαγγελίας διάλογο ποὺ ἀκολουθεῖ μεταξὺ τῶν δύο νέων. Ὁ Τζαίημυ μαθαίνει πὼς βρίσκεται στὸ παρελθόν, Ἀπρίλιος, 1358… Παρίσι… Τῆς ἐξηγεῖ τί τοῦ συνέβη καὶ ὑποθέτει πὼς θὰ πρέπῃ νὰ πῆρε κατὰ λάθος κάποιο ναρκωτικὸ ποὺ διαβρώνει τὸν χρόνο, τὸ ἀντικείμενο τῶν ἐπιστημονικῶν πειραματισμῶν τοῦ πατέρα του. Ἡ Ζὰν τὸν πληροφορεῖ πὼς εἶναι ἡ θυγατέρα τοῦ σκληροῦ φεουδάρχου τῆς περιοχῆς καὶ πὼς ἐτοιμάζεται νὰ παντρευτῇ παρὰ τὴν θέλησί της τὸν γυιὸ ἑνὸς ἄλλου φεουδάρχου. Τότε ὁ Τζαίημυ τῆς προτείνει νὰ καπνίσουν κάποιο ἐλαφρὺ ναρκωτικό, ὡς λησμονιὰ στὰ προβλήματά τους, καὶ περνοῦν τὴν ὥρα τους συντροφιά, θαυμάζοντας τὰ χρώματα τοῦ ἡλιοβασιλέμματος. Κατόπιν ἡ μουσικὴ ἀναδύεται πάλι στὸ προσκήνιο καὶ περίπου στὸ 8:22 ξεκινᾷ ἕνα σκοτεινό, συναρπαστικὸ σόλο κιθάρας ποὺ σπέρνει ῥίγη καὶ πλημμυρίζει μὲ συναισθήματα τὸν ἀκροατή. Τὸ δεκάλεπτο ταξείδι κλείνει μὲ τὴν ὑπόσχεσι τῶν ἐρωτευμένων νὰ ἀγωνιστοῦν ὥστε νὰ μὴν χαθῇ ἡ ἀγάπη τους καὶ «νὰ βροῦν τρόπο νὰ γεφυρώσουν τὰ χρόνια», ὅμως…

… ξεσπᾷ μιὰ ἐξέγερσι στοὺς ἀγρούς. Ἀκολουθεῖ τὸ ἐπικὸ καὶ μαγευτικὸ «Mutiny». Ἐδῶ στίχοι καὶ μουσικὴ διαχωρίζονται καὶ δὲν συμπορεύονται χτίζοντας ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἀφήγησι. Ὁ Τζαίημυ φαίνεται πὼς ἐκμυστηρεύεται τὶς σκέψεις του στὴν Ζάν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στάσι τοῦ πατέρα της ἀπέναντί του καὶ τὴν ἀπαίτησί του νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ,  τὸν ἐσωτερικό του διχασμό, ἀφοῦ πιστεύει ὅτι ὁ ἀγῶνας τῶν χωρικῶν εἶναι δίκαιος, καὶ τὸν φόβο ποὺ τοῦ προκαλεῖ ἡ συμμετοχή του σὲ μιὰ μεσαιωνικοῦ τύπου μάχη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ μουσικὴ ἀφηγεῖται παραλλήλως τὴν περιπέτεια τῆς ἐξεγέρσεως μὲ τὶς διάφορες φάσεις της.  Τὰ ντρὰμς τύπου «μὰρς» ποὺ δυναμώνουν βαθμηδόν, τὰ γεμᾶτα συναίσθημα σόλα τῆς κιθάρας, τὰ ἐπικὰ πλῆκτρα,  οἱ ἐναλλαγὲς ῥυθμῶν ποὺ ὑποδηλώνουν δρᾶσι, ἀγωνία καὶ τροπές, καὶ βεβαίως ἡ πληθώρα συμφωνικῶν στοιχείων, γεννοῦν πλῆθος εἰκόνων, ὁποὺ ὁ ἔχων ὀλίγη φαντασία κατορθώνει νὰ δῇ μπροστά του ἐπικὲς σκηνὲς πορειῶν, ἐφόδων καὶ συγκρούσεων.

Τὰ δύο ἑπόμενα κομμάτια, ἂν καὶ διαφέρουν ὑφολογικῶς, ἀποτελοῦν μία ἑνότητα βασισμένη στὴν ἀντίθεσι αἰχμαλωσία – ἐλευθερία, τὴν ὁποία ἐνέχει ἡ τύχη τοῦ πολέμου. Τὸ «Imprisonment», μιὰ ὄμορφη μπαλλάντα μὲ ψευδομεσαιωνίζουσα χροιὰ σὲ ὡρισμένα σημεῖα, εἰσάγεται μὲ ἤχους ἁλυσίδων καὶ τὸ τρίξιμο μιᾶς πόρτας κελλιοῦ ποὺ κλείνει. Ὁ Τζαίημυ βρίσκεται, αἰχμάλωτος πλέον, στὴν φυλακή. Ὁ νέος ὁμιλεῖ γιὰ τὶς ἄθλιες συνθῆκες διαβιώσεως, τὸ αἴσθημα τῆς ἀπογνώσεως καὶ τὴν ἐναπόθεσι τῆς στερνῆς ἐλπίδος του στὸν θεό. Ξαφνικὰ ἀκούει τὰ βήματα τῶν φρουρῶν καὶ ἀναρωτιέται γιὰ τὴν τύχη του. «Daylight»… στὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ πάλι! Ἕνα ἐπικὸ λεπτούργημα ποὺ οἱ νότες του ἀποδίδουν ἰδανικὰ τὴν ψυχικὴ κατάστασι τοῦ ἀπελευθερωμένου ἥρωος, καὶ μὲ ἀξιοσημείωτο τὸ σόλο τῆς κιθάρας, ὅπως ὅλα τὰ προηγούμενα ἄλλως τε.

Τὰ τρία κομμάτια ποὺ ἀκολουθοῦν, συνολικῆς διαρκείας σχεδὸν ἑπτὰ λεπτῶν, ἔχουν μὲν κάποιες ἀρετὲς ὅμως δὲν στέκονται στὸ ὕψος τῶν προηγουμένων. Πάρ’ αὐτα προχωροῦν τὴν ἱστορία καὶ ἐπιτελοῦν μὲ ἐπιτυχία τὸν σκοπό τους, δηλαδὴ τὴν ἐξιστόρησι τῆς μεταβάσεως τοῦ νέου στὴν ἐποχή του. Μετὰ τὸ πολὺ σύντομο «Thoughts of home», τὸ «The Zany magician» ξεχωρίζει γιὰ τὴν μεταλλικὴ ἀκολουθία τῆς ῥυθμικῆς κιθάρας καὶ τὸν εὐτράπελο παραμυθιακὸ τόνο τοῦ μάγου καθὼς μαγειρεύει τὴν συνταγὴ τοῦ φίλτρου ποὺ θὰ ὁδηγήσῃ τοὺς νέους πίσω… «φτερὰ νυχτερίδας, αἷμα γάτας, τομάρι ἀρουραίου!» Τὸ «Back into the present», τυπικὸ μπλοὺζ ῥὸκ κομμάτι τῆς δεκαετίας τοῦ ἑβδομῆντα, μεταδίδει περίφημα τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς νυχτερινῆς ἐν ἄστει διασκεδάσεως. Ὁ Τζαίημυ περιμένει στὴν ντίσκο τοὺς φίλους του, μόνος καὶ ἀπογοητευμένος, ἐνῷ ἀμφιβάλλει γιὰ τὸ ἂν θὰ γίνῃ πιστευτός. Ἡ μουσική, τὰ φῶτα καὶ ὁ καπνὸς τὸν ἐνοχλοῦν καὶ ἀποσύρεται κάπου ἥσυχα, μπροστὰ σὲ μιὰ γνωστὴ ἐκκλησία ἴσως.

«The bells of Notre Dame» ὁ τίτλος τοῦ τελευταίου τμήματος τοῦ ἔργου (προτείνω στοὺς φίλους ἀναγνῶστες τὴν νέα μεῖξι τοῦ 1999). Στὴν εἰσαγωγὴ ἀκούγονται οἱ καμπάνες καὶ κατόπιν τὰ γεμᾶτα νοσταλγία ἀτμοσφαιρικὰ πλῆκτρα. Ὁ ῥυθμός, ἰδιαιτέρως ἀργὸς καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια, μιμεῖται τοὺς χτύπους τῆς καμπάνας. Ἡ μουσικὴ αἰχμαλωτίζει τὸν ἀκροατὴ μὲ τὴν μονότονη γοητεία της βαθμηδὸν καὶ ἀνεπαισθήτως, ὁδηγῶντας τον, ἄνευ ἄλλης ἐπιλογῆς, σὲ μία καὶ μόνη ὁδό· νὰ συλλογιστῇ, νὰ νιώσῃ θὰ ἔλεγα εὐστοχώτερα, ὅλη τὴν ἱστορία ἀγάπης. Ἐδῶ ὑπάρχει κυρίως ἡ ἀγάπη. Ἡ Ζὰν εἶναι ἡ ἀγάπη ὅμως ἡ Ζὰν εἶναι πλέον μνήμη, ἕξι αἰῶνες νεκρή. Ὁ χρόνος νίκησε; Στὸ 3:15 ξεκινᾷ ἕνα πολὺ ἀργὸ καὶ ἁπλὸ σόλο κιθάρας, κλιμακωτὰ ἐμπλουτιζόμενο, ποὺ φτάνει μέχρι τέλους. Ἀπὸ τὸ 5:18 μαζὶ μὲ μιὰ πανδαισία πλήκτρων φυσᾷ ῥίγη καὶ βρέχει συναισθήματα καὶ οἱ καρδιὲς γεμίζουν μὲ ζεστασιά. Τούτη εἶναι ἡ ὥρα, μὲ τὸ κλείσιμο τοῦ ἔργου, ὅπου ὁ ἀκροατὴς κατανοεῖ βέβαια καὶ ἀμετάκλητα τὸ τί ἄκουσε. Νικήτρια ἡ ἀγάπη.

Εὔχομαι καλὴ ἀκρόασι!

-Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὸ «Power and the Passion» στὴν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τῶν Eloy: ELOY Legacy, http://www.eloy-legacy.com/eloy.php

Φωτογραφία: Παναγία τῶν Παρισίων 1920 – 39

Advertisements
ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἀχάρακτον ἐπιτύμβιον

σιζ΄

«Μιὰν ἡμέρα στὴν χαρὰ * καὶ τρεῖς στὴν θλῖψι.
Ἀπλέρωτ’ ἡ τιμὴ * κι’ ἡ προσφορὰ φτηνή.
Βίος ὁ ἔρωτας * κι’ ὁ ᾅδης ἄληστος.
Ἄνεμος ἡ σάρξ, * βράχος στεῤῥὸς ὁ λόγος.
Ἡ καρδιὰ στοῦ νοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ χορεύῃ.
Ὁ νοῦς τ’ οὐρανοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ γυρεύῃ.
Στὴν ψυχὴ φωτιὰ * τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγῶνος…»,
μ’ εἶπε καὶ σφιχτὰ * μ’ ἐφούχτωνε τὸ μπράτσο
κι’ αἷμαν ἔβηξε… * κι’ ἀνάδωνεν ἡ πλάσις,
κι’ὡς τά ’χεν εἰπεῖ * κι’ ἀτός του τά ’χε φτειάσει.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Στὴν Λίζα

σιϚ΄

Ὁ χρόνος ἒν ἡ κλίμακα, ὁ χρόνος ἒν ἡ σκάλα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
καὶ μήτε δύνεσαι σταθῇς, μήτε ν’ ἀργοδιαβῇς την,
μήτε καὶ νὰ πισωστραφῇς, νὰ μπροστοδρασκελίσῃς·
καὶ ὅπου ἐσκαλοβάτησες ῥαγίζει καὶ κρημνιέται,
κι’ ὅλην περνᾷς την ἀστανιόν, ἀθέλητα περνᾷς την,
ὣς τὸ στερνοπλατύσκαλον, τὴν χαίνουσα τὴν πόρταν.
Θάνατος ἒν τὸ πέρασμα, θάνατος ἒν ἡ πόρτα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
κι’ ἔνε πολλά, Λιζοῦλα μου, τὰ πορτοσκαλοπάτια,
κι’ ἔνι μακρὺς ἀνήφορος ὁ δρόμος οὐρανόσε·
ὅτ’ εἴμεθα τοῦ οὐρανοῦ, ψυχὴ ἐκ τὴν ψυχήν του
καὶ τὴν ψυχὴν ἣν ἔδωκεν ὀπίσω τήνε θέλει,
κι’ ἔχει τὸν χρόνο σκάλα της, σιμά του γιὰ ν’ ἀνέβῃ.
Σὲ καὶ τὴν ἀδελφοῦλα σου πρῶτα σκυλιά μου εἶχα,
ὁποὺ ἀνεβήκαμεν ὁμοῦ λίγα τὰ σκαλοπάτια,
ἀμὴ πολλὰ σὲ ἠγάπησα, σ’ ἐλάτρεψα περίττου,
κι’ ὥσμε τὴν πόρταν σ’ ἀγαπῶ, θαῤῥῶ καὶ παραπέρα·
ὥσμε τὸ σκαλοκέφαλον ποὺ ὁ χρόνος καταλυέται,
καὶ πλειὸν πόρτα δὲν φαίνεται, νηὰ σκάλα δὲν περνιέται,
κι’ ἒν ὅλο ἁπλάδες καὶ δροσιὲς καὶ φῶς ὁποὺ δὲν σβηέται.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

The Disciple

399px-Oscar_Wilde_portrait

ΠΕΖΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ

Ὅταν ὁ Νάρκισσος ἀπόθανεν ἡ λιμνοῦλα τῆς εὐφροσύνης του μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, καὶ οἱ ὀρειάδες κατέφτασαν θρηνῶντας ἐκ τὸ δασοτόπιν ἵνα τραγουδήσωσιν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ παρηγορήσωσιν αὐτήν.

Καὶ μόλις ἐννόησαν ὅτ’ ἡ λιμνοῦλα μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, ἔλυσαν τὲς πράσινες πλεξοῦδες τῆς κόμης των καὶ ἀναφώνησαν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ εἶπαν, «Μήτε  ἀποροῦμε ὁποὺ ἔχεις γιὰ πρεπὸ νὰ πενθῇς ἐτσιδὰ τὸν Νάρκισσο, τόσον ἔμμορφος ἦτον».

«Καλέ, ἦτον ἔμμορφος ὁ Νάρκισσος;» εἶπεν ἡ λιμνοῦλα.

«Ποιός δύνεται νὰ ἠξεύρῃ το καλύτερ’ ἀπὸ σένα;» ἀποκρίθησαν οἱ ὀρειάδες. «Ἐμᾶς ἀείποτες ἀγνοοῦσε, παρὰ τοῦ λόγου σου ἐγύρευε, κι’ ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες σου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός σου, κι’ εἰς τὸν καθρέφτη τῶν νερῶν σου καθρεφτίζετον ἡ δική του ἐμμορφιά».

Καὶ ἡ λιμνοῦλ’ ἀποκρίθη, «Ὅμως ἀγαποῦσα τὸν Νάρκισσον ὅτι, καθὼς ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες μου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός μου, εἰς τὸν καθρέφτη τῶν ὀμματιῶν του ἔβλεπα πάντα τὴν δική μου ἐμμορφιὰ καθρεφτισμένη».

Φωτογραφία: Napoleon Sarony

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ ποιητὴς ὁπλίτης

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ

Στὸν πόλεμον ἐβάδιζα, σκουτάριν ἐβαστοῦσα,
πανώρηο κι’ ἀψεγάδιαστο καὶ κυκλογυρισμένο,
κι’ ἀθέλητά μου τ’ ἄφησα στῆς βατουλιᾶς τὴν ἄκρη.
Σάϊος θὰ τ’ ἀρματώθηκε, κοῦρσος θὰ τὸ καυχιέται…
ἂς τὸ χαρῇ, σκοτίστηκα, κι’ ἂς τό ’χῃ, δὲν μὲ μέλει,
μὸν μέλει με ὁπ’ ἐγλύτωσα κι’ ὁποὺ τὸν ἥλιο βλέπω.
Σκουτάρι’ ἂν θὲς δὲν λείπονται κι’ ὁ κόσμος ἔχει πλήθια,
καὶ παίρνω νηὸ καὶ θωριακὸ κι’ ὄχι ἀχαμνότερό του.

ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἣν παρὰ θάμνωι,
ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων·
αὐτὸν δ’ ἐξεσάωσα. τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;
ἐῤῥέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων

σιε΄

Μῦθος, ποίησις: * Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων·
ἔτσι, λέω, νογᾷ * ἡ θειοτέρα πλάσις.
Ποιός ἐκ τὰ θνητὰ * ξεύρει τοὺς δαιμονίους;
Οἱ μάγισσες ξεύρουν * κι’ οἱ ἅγιοι ξεύρουν
κι’ οἱ λαφρόσκιωτοι * κι’ οἱ τριστυραγνισμένοι
καὶ τ’ ἁγνὰ παιδιὰ * κι’ οἱ, ἀλιά, χαροκαμμένοι
κι’ οἱ ἐν ὄρεσιν * κι’ οἱ ἐπὶ τῆς θαλάσσης
κι’ οἱ ἁλίπλαγκτοι * σ’ ὠκεανοὺς σκοτίους
κι’ οἱ ἐν ἐρήμοις * ποὺ χάνοντ’ ὧρες στ’ ἄστρη,
κι’ ὅλ’ οἱ ξωμάχοι * στοῦ νοῦ τὲς μεθορίους.
Καλοξεύρει το * κι’ ὁ ἀγαπᾷ καὶ κρύβει
καὶ ὁ ῥεμβάζων * στὰ ἡλιάχτιδα ποὺ σβένουν,
κάθε βαρδιᾶνος * ποὺ μὲ δοξάρι φρύδι
ἄγρυπνος θωρεῖ * τῆς ἄβυσσος τὸ χέρι.
Ὅτι οἱ τέτοιοι * νοερῶς, κι’ εἰς τ’ ἄνω μέρη,
μετὰ δαιμόνων * πολλάκις συντυχαίνουν.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τὸ καθρέφτισμα τοῦ ναρκίσσου

σιδ΄

Ὁ ἥλιος ἔβρεχε φωτιά, πύρωνε τὴν παληὰ μονή,
πέρα τ’ ἀρχαῖα ἐχρύσιζαν, μ’ αἴγλη θεϊκὴ γελοῦσαν!
Ἀλλοῦ τὰ μάτια ἐθαύμαζαν, τὴν ἄλλη ὄχθη μετροῦσαν,
χέρι μ’ ἀλαφρονάγγιξε, βροντᾷ τοῦ ἡγούμενου ἡ φωνή.

«Γυιέ μου, ἀντίκρυ μὴ σταθῇς, κεῖ ’ναι ῥηγᾶτο ξωτικῶν,
θὰ σ’ ἀμποδέσουν μὲ γητειὲς κι’ ἀγαληνὰ θὰ σβήνῃς.
Τρέφοντ’ ἀθάνατη ψυχή, θὰ σὲ πυργώσουν γιὰ θεόν,
θὰ νιώθῃς νηὸς καὶ λεύτερος, ἀμὴ φριχτὰ θὰ φθίνῃς».

Λυκόφως βάρκαν ἔλυσα καὶ λυκαυγὴ τὴν βρῆκα,
ἦταν ξανθὴ λευκόσαρκη κι’ εἶχε ἀγαλμάτινο κορμί,
κάθε παληὸ ἐλησμόνησα κι’ ἤπια τὴν κάθε ἡδονή,
τὶς μέρες παίζαμε γυμνοί, τὰ βράδια ἐστάζαν γλύκα.

Μιὰ ἡμέρα μόνος ἔγειρα στὴν λίμνη νὰ καθρεφτιστῶ.
«Νερά, δεῖξτε μου δύναμι, δεῖξτε μου κι’ εὐτυχία!
Δεῖξτε μου γνῶσι, λευτεριά, δεῖξτε πὼς ὅλα τὰ μπορῶ!»
Θλῖψις καὶ μῖσος κι’ ἄβυσσος, λέπρα καὶ δυσωδία.