ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Κόρον δ’ οὐχ εὗρον ὀπωπῆς

α΄

Κάποια πανώρηα λυγερὴ τὸν ἥλιον ἀγαποῦσε·
’ςτὸ περιγιάλι ἐγδύθηκεν, ἔλυσε τὰ μαλλιά της,
πλαγιάζει, φανερώνει του τὰ ποθοθέλγητρά της.
Στάχυ ξανθὸ ἐχρυσάφιζε τὸ χνούδι ’ςτὸ κορμί της,
κι’ ὁ ἥλιος δὲν ἐχόρταινε τὴν κόρη νὰ βιγλίζῃ,
κ’ ἐφέγγασιν ᾑ ἀκτῖνες του λαμπρύτερ’ ἀπ’ τὰ πρῶτα.

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...