ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ Γιάννος καὶ ἡ τράπεζα

ιγ΄

Τὸν Γιάννον χρέη πνίγουν σὰν πέλαγο βαθὺ
καὶ τὸ φαρμάκιν ἔπιε, ν’ ὁλόγλυκο κρασί.
Πικρὰ τὸν κλαῖνε οἱ φίλοι, πικρὰ κ’ ἡ γειτονιά,
ἡ δόλια του γυναίκα, τὰ τρία ὀρφανά.
Ἡ τράπεζα δὲν κλαίγει, μηδὲ ψυχοπονεῖ,
τὸ σπίτιν του κουρσεύει καὶ τοὺς ἀγροὺς πωλεῖ.

Στὴν Ἀχερουσιάδα, στὸν ἄμμον, στὲς ἀκτὲς
προσμένουσιν, ἀράδα, μυριάδες οἱ ψυχές.
Μυριάδες κ’ εἰς τὸ κῦμα, βογγᾶν, παρακαλοῦν,
ὀνόματα ἀνακράζουν κείνων ποὺ χρεωστοῦν.
Ὀλίγοι σχωρεθῆκαν, τὸ κῦμα τοὺς ξερνᾶ,
κι ὅσους σιωπὴν ἐλάβαν, στὸν Τάρταρο γυρνᾶ.

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...