ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ ἥλιος σὰν ἐρώτησεν

ιζ΄

Γιώργη μου πάψε τὸν καπνὸ ποὺ σοῦ χαλᾶ τὰ στήθια
καὶ λέγε μου τὸν πόνο σου νὰ σὲ παρηγορήσω,
κι ἂν βγεῖ μιλιὰ ἀπ’ τὸ στόμα μου αὐγὴν νὰ μὴν φωτίσω.

-Στὴν Σμύρνη ἐμπρός μου σφάξανε τοὺς τρεῖς λεβεντογιούς μου,
σὰν τὸ κεράκι στὸ βοριᾶν σβήστηκ’ εὐθὺς ὁ νοῦς μου.
Μὰ σ’ ὅλους τὸ καμώθηκα, ἥλιε μου, πὼς χαθῆκαν,
τάχατες πὼς χωρίσαμεν, σ’ ἄλλο βαπόρι μπῆκαν.
Κι ἀφοῦ σ’ ἄνθρωπο δὲν μπορῶ νὰ εἰπῶ τὴν μαύρη ἀλήθεια,
τὴν κουβεντιάζω τοῦ καπνοῦ ποὺ μοῦ χαλᾶ τὰ στήθια.

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...