ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκζ΄

ΨΗΦΟΣ ΚΑΙ ΓΝΩΜΗ

Τὴν ψῆφον μοὶ ἔδωκες, Ξουσιά, κ’ ἐπῆρες μου τὴν γνώμην,
αὐτεξουσίως κυβερνητῶν τὲς γνῶμες νὰ ψηφίζω.
Μὰ οὐδεὶς τὴν γνώμην μου ψηφᾶ κι ἀψήφιστα μὲ παίρνουν,
ὅθεν ψηφίζω οἱ γνῶμες μου, ξουσιές, νὰ κυβερνοῦν σε.

Advertisements
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ δόξα τῶν ἄστρων (Τὸ τραγούδι τῆς Λιραζὲλ)

ρκστ΄

Στὴν Φωτεινὴ Γ.

Ἀπ’ τὴν ἀνάλλαγη ἐμορφιὰ ποθοῦσα ν’ ἀλαργέψω,
στὸν θάνατο νὰ κατεβῶ, στὲς ὧρες νὰ βαδίσω,
δέντρη χρυσά, δέντρη γυμνά, μ’ ἀνθοὺς δεντρῶ νὰ παίξω,
κ’ ἔτσι, ξωθιά, ῥηγόπουλον ἔστερξα ν’ ἀγαπήσω.

Μοιάζουν τὰ κάλλη ἐδῶ μ’ ἐκεῖ μὰ φαίνονται κι ἀνόμοια,
φόβον μ’ ἐλπίδα δένουνε, κερνοῦν χαρὰ μὲ θλίψι,
κι ὅ,τι λατρεύτη θὰ παυτεῖ κι ὅ,τι ἄνθισε θὰ λείψει,
πλέουν οἱ ἀρμάδες τῶν ψυχῶν μὲ δίχως φῶτα αἰώνια.

Μὰ ὅντες ἡ ἀντάρα τοῦ ἡλιοῦ καταλυθεῖ τὸ δείλι
κι ὁ ἀθέρας στὸ κρουστόφαντο, γυμνώνεται, σκοτάδι,
πῶς γλυκοφραίνεσαι ἀμαθιὰ σὰ ἰδεῖς στὸ οὐράνιο μίλι
τ’ ἀστεροφλογοκέντητο νυχτερινὸ καβάδι!

Ἀνάξιοι σεῖς θεοὶ τῆς γῆς κι ἀνάξια προσκυνοῦν σας,
γύφτοι, ῥηγαίους καμώνεστε, τρῶγλες, παινιέστε κάστρη·
ἥλιοι θνητοὶ ποὺ σβήνετε μὲ τοὺς θνητοὺς πιστούς σας,
μὰ ἐγώ ’μαι ἀμάραντη ξωθιὰ καὶ προσκυνάω τ’ ἄστρη.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ πιὸ βαθειὰ εὐγένεια

ρκε΄

Κατὰ τὸν ὑστερνὸ καιρὸν ἡ Ἀννούλα ἡ γιαγιά μου
τὸ φῶς της ἐχαμήλωσεν κι ὅλο θαμπὰ θωροῦσεν.
Κι ὡς μπρός της ἐστεκόμασταν ἐγὼ ἢ ὁ ξάδελφός μου,
τὸ ἀγγόνι της μελέταγεν, τὸ χέρι ἰσκιοβαστοῦσεν.
Κ’ ἤλεγε «Σὺ εἶσαι ὁ Σσσ…», ντρεπόταν νὰ λαθέψει,
σ’ ἔδινε χρόνο νὰ τὸ εἰπεῖς, γύρευε νὰ μαντέψει.

Ἕλλενοι τῆς ἀνατολῆς, γενιά μου «ἀφανισμένη»,
ποὺ «Ἑλληνισμὸς» ἐσπάθισαν στὸ ξύλο οἱ σταυρωτές σας,
(καμμιὰ φορὰ στὸν ὕπνο της κραύγαζε ἀλαφιασμένη)
κι Ἄδωνις «εὑρεθήκατε» κ’ εἶδαν φῶς οἱ ζωές σας.
Πληθυντικοὺς δὲν λέγατε, φερσίματα μελένια,
μὰ ἡ κόλασις σᾶς ἔντυσε τὴν πιὸ βαθειὰν εὐγένεια.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τῶι βασιλεῖ Πύρρωι

ρκδ΄

Ι. Χαίρομαι ὁποὺ ἔκαμες τὴν ἀπόφασιν, ἀγαπητὲ ἀδελφέ, καὶ μετὰ τῶν φουσσάτων σου ἐσηκώθης καὶ ἐδιάβης τὸ Ἰόνιον καὶ ἐπάτησες πόδιν εἰς Ἰταλίαν, ἵνα παρασταθεῖς τῶν Ταραντίνων. Ὅτι οἱ ὑγιοὶ τῆς λύκαινας ἀρίφνητοι, ἅμα δὲ καρτερικοὶ καὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ ἔργα τοῦ Ἄρεως καὶ ὁ πόλεμος δὲν ἐβαστιότουν μοναχὰ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας. Μᾶς παρέδωσεν ὁ Πλούταρχος, ὁ Χαιρωνεύς, πὼς σὰν ἐστοχαζόσουν περὶ τοῦ αἰτήματος τῶν Ἰταλιωτῶν, τί νὰ κάμεις, σ’ ἔφερεν εἰς τὰ λόγια του ὁ Θεσσαλὸς Κινέας, ὁ φιλόσοφος ὁποὺ εἶχες διὰ συμβουλάτοραν, ὅτι τάχα ἀνωφέλευτα πολυπραγμονεῖς καὶ εἴτε κεράσεις πόνους καὶ αἵματα τῶν ἀναντίων καὶ ἀντιλάβεις τὸ μερτικόν σου ὁμοίως, εἴτε μείνεις ἀνενέργητος εἰς Ἤπειρον καὶ ἡσυχάζεις, τὸ διάφορον διὰ σὲ τὸ αὐτὸν ἤθελε εἶναι.

ΙΙ. Λέγεται δὲ καὶ σήμερον ἀνέκδοτο παρόμοιον μὲ τὴν σοφιστεία τοῦ Κινέου. Εἷς ἐψάρευε καθ’ ἡμέραν ἰχθύν. Κάποιος, ἀφοῦ τὸ παρετήρησεν, τοῦ λέγει «Διατί ψαρεύεις ἕνα καὶ ὄχι περισσότερα;» Ἀποκρίθη «Καὶ τί νὰ τὰ κάμω τὰ περισσότερα;» Ἀνταποκρίθη «Νὰ πωλεῖς, νὰ κερδαίνεις καὶ δύνεσαι διὰ βάρκαν». Λέγει ὁ ἁλιεὺς «Καὶ τί νὰ τὴν κάμω, μωρέ, τὴν βάρκαν;» «Ὅτι ξανοίγεσαι εἰς πέλαγος καὶ ῥίχνεις πλεμάτι καὶ πιάνεις περισσότερα καὶ τὸ κέρδος αὐγαταίνει». «Καὶ σὰν αὐγαταίνει;» «Δύνεσαι διὰ τρεχαντήρι». Τοιοῦτα λέγων, εὑρέθη ὁ πτωχός, ἀμιράλλης ἁλιευτικῶν καὶ ζάπλουτος. Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ πτωχοῦ πρὸς τί ὅλη ἡ φασαρία, ὁ ἄλλος μὲ ὕφος κουρασμένον – ὅτι περὶ αὐτονοήτων κοπιάζει καὶ πάλιν ἀκατανόητα μένουσιν – κατέληξεν «Μὰ διὰ νὰ περνᾶς τὸν καιρό σου ἀνέγνοιαστος. Νὰ πιάνεις τὸ ψαράκι σου, νὰ πίνεις τὸ κρασάκι σου καὶ πέρα βρέχει». «Ἂμ καὶ τώρα τί κάμω πατριώτη;» Ἀποκρίθη ὁ ἁλιεύς, «Καὶ δὲν τὸ ἤξευρα νὰ τραβήξω βάσανα καὶ τυράγνιες διὰ πράγματα ὁποὺ κατέχω ἤδη».

ΙΙΙ. Οὕτω σὲ ὁμίλησεν ὁ Κινέας, ἀμὴ ἀντὶς ὀψαριῶν καὶ βαρκῶν σὲ ἀράδιασεν ἔθνη καὶ χώρας. Ἀλλὰ ὅπως μὲ φαίνεται, ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Σικελία καὶ ἡ Καρχηδὼν καὶ ἡ Λιβύη καὶ ἡ Μακεδονία καὶ ἡ ἐπίλοιπη Ἑλλάς, οὐδόλως μὲ ὀψάρια ὁμοιάζουσιν, μήτε καὶ οἱ βασιλεῖς μὲ ψαράδες. Ὅτι σὲ ὁμίλησεν ὡσὰν νὰ ἦτον ὁ σκοπὸς τοῦ βασιλέως ἡ προσωπικὴ εὐτυχία αὐτοῦ καὶ τοῦ οἴκου του, ἐπὶ πλέον δὲ τὸ κυβέρνημα τῶν καθημερινῶν ὑποθέσεων τοῦ βασιλείου καὶ τὸ καλῶς ἔχειν τοῦ λαοῦ. Ὅθεν ὀρθῶς σὲ ὁμίλησεν, ἂν ὁ βασιλεὺς μόνον ὑπὲρ αὐτῶν προνοεῖ. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ὁποὺ ἐλησμονήθη ὑπὸ τοῦ συμβουλατόρου σου καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἀναποφεύκτως ἀπορῶ, τοῦτον ἔνι στρατηγέ μου. Τὸ ἰδιωτεύειν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐνίοτε γίνεται, εἰς τὰ ἔθνη δὲν γίνεται. Μήτε καὶ πρέπει νὰ ἰδιωτεύουσιν, μήτε καὶ τὸ μποροῦσιν. Καὶ «πέρα βρέχει» εἰς τὰ ἔθνη δὲν ὑπάρχει. Ὅτι τὸ «πέρα» προφταίνει σε κι ἂν ψιλὴ ἡ βροχὴ μουσκεύεσαι κι ἂν δρολάπι καὶ νεροποντὴ πνίγεσαι. Σὰν τὸ διαλαλεῖς κι ἀπὸ πάνω, περνιέται, εἰς τὴν συντροφία τῶν ἐθνῶν, φανέρωμα καὶ ἀγγελτήριον θανάτου.

ΙΙΙΙ. Ἐξυπνᾶ μιὰν ἡμέραν ὁ νοικοκύρης καὶ συνάζει μάζωξι τῶν γειτόνων καὶ λέγει τους «Ἀπὸ σήμερον, γειτόνοι μου ἀγαπημένοι, νὰ μὲ λογαριάζετε διὰ νεκρὸν καὶ πλέον μὴ εὑρισκόμενον ἐντὸς τοῦ κόσμου καὶ σᾶς ἐκάλεσα νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ, νὰ τὸ ἠξεύρετε». Ἂν ῥιχτοῦσιν τὴν ἐπιούσαν οἱ γειτόνοι πρὸς ἁρπαγὴν τοῦ βιοῦ του, ὅ,τι ἔχει χρείαν ἕκαστος, τίνος τὸ πταίσιμον, τοῦ νοικοκύρου ἢ τῶν γειτόνων;

Π. Ἀνετράφην ἐντὸς πολιτείας ὁποὺ οἱ ἀρχόντοι καὶ οἱ τάχατες σοφοὶ καὶ διδασκάλοι, ἓν ἀεὶ δασκαλεύουσιν. «Ἡμεῖς οὐδὲν αἰτούμεθα». Καὶ προβαίνουσιν ἐνώπιον τῶν ἐθνῶν καὶ τελαλίζουσιν καὶ ἐπαίρονται περὶ αὐτοῦ, ὅτι «εἴμεθα τῆς εἰρήνης», ἤτοι μετὰ φωνασκιῶν εἰς ὅλους γνωρίζουσιν πὼς «εἴμεθα νεκροί». Καὶ εἰς τὸν νεκρὸν οὐδὲν ἀνήκει, παρὰ τὸ χῶμα ὅπου θάπτεται. Ἰδιώτευε λοιπὸν γένος Ἑλληνικὸν καὶ μὴ συλλογιέσαι πρὸς χάριν τῶν μελλουμένων, ζῆσε ἄνευ σκοποῦ, ἀπαράτα τὸ πηδάλιον, νὰ πλέει τὸ καράβι κατὰ τὴν βουλὴ τῶν ἀνέμων, ἐπὶ τῶν ἀγρίων κυμάτων, πλησίον βράχων κοφτερῶν. Τότες, ὁ ξένος ἤθελε συλλογισθεῖ διὰ σέ, ὁ ξένος ἤθελε σοῦ ὁρίσει, μὲ τὸ ἀστανιό, σκοπὸν τοῦ βίου σου, ὁ ξένος ἤθελε λάβει τὸ πηδάλιον καὶ ὁδηγήσει τὸ καράβι σου ἐντὸς τοῦ ἰδικοῦ του λιμνιώνα· καὶ εἴτε ξαρματώνει το, εἴτε κουρσεύει το, εἴτε βουλίζει το, κατὰ πῶς ὀρέγεται.

ΠΙ. Εἰς τὸν καιρὸν ὁποὺ ζοῦμε, ἡμεῖς τὸ ἀσθενὲς μέρος, ἡμεῖς οἱ Ταραντίνοι, οἱ Ῥωμαῖοι ζυγώνουσιν καὶ ἡ ἐλπὶς ἀλαργάρει· ὅτι δὲν εὑρίσκεται πλάτη μας δευτέρα Ἑλλὰς ἵνα καλέσουμε Πύρρον καὶ φουσσάτα. Καὶ παρηγορία μηδαμόθεν. Ἀλλὰ δευτέρα Ἑλλὰς εὑρίσκεται καὶ μᾶς κρατεῖ τὴν πλάτη, ἀμὴ δὲν ἠμπορεῖς νὰ δείξεις αὐτὴν ἐπὶ χάρτου, μήτε νὰ θεωρήσεις αὐτὴν μέσω τῶν ὀφθαλμῶν σου, μήτε νὰ περιπατήσεις ἐπὶ αὐτῆς μετὰ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματός σου. Καὶ αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς ὁποὺ λέγω, εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας αὐτοδημιούργητου πολιτισμοῦ. Ὁ πολιτισμός μας ἤθελε σταθεῖ τὸ φουσσάτο μας, ὁποὺ φοβερώτερον καὶ δεινότερον – ὅπως εἶπεν καὶ ὁ Αἰμίλιος Παῦλος περὶ τῆς φάλαγγος – οὐδέποτες ἐφάνη ἐπὶ γῆς. Ὅτι τὸ μὲν ἡμέτερον φουσσάτον βαστάζει τὸν ἀγώνα μέχρι τέλους, οἱ δὲ μισθοφορίες ἀλλοτρίων πολιτισμῶν ἤθελε βάλλουν ἡμᾶς εἰς σύγχυσιν καὶ δώσουν νῶτα.

ΠΙΙ. Κι ἀπείτις ὀνομάσθη τὸ φουσσάτον, ποῖος ὁ στρατηγός μας; Στρατηγός μας, ὡς καὶ ἀξιολογώτατοι εἰς τὰ στερνὰ προβάλλουσιν, φανερώνεται ὁ σκοπός, ἡ νέα μεγάλη ἰδέα, ὁποὺ ὅλα τὰ συνάφια τῶν Γραικῶν, ὑπὸ τὰς φτερούγας της, θέλει ὁμονοήσουσιν τελειωτικῶς καὶ μοχθήσουσιν ὁμάδιν. Αὐτὴ μᾶς ὀρδινιάζει, αὐτὴ μᾶς κυβερνάει στὸν πόλεμον, αὐτὴ μᾶς φέρνει τὴν νίκην. Εἴθε νὰ δώσει τὰ φῶτα του ὁ ἀρχαῖος ἀρχηγός μας ἵνα ἔλθουν εἰς γνῶσιν οἱ πολλοί. Ὦ Ἄπολλον φώτισον, σὺ κίνησις καὶ ζωή, ὁ δὲ Πύθων στάσις καὶ θάνατος. Ἂς φονεύσουμε τὸ μέγα ὀφίδιν ὁποὺ μᾶς σφίγγει τὴν ψυχὴν καὶ μᾶς στραγγαλίζει τὸν νοῦ καὶ πνίγει τὸν ἀνασασμὸν τοῦ γένους μας, εἰδεμὴ ἂς ἀποθάνουμε δοῦλοι, ὅτι ἄνευ σκοποῦ δὲν λογιζόμεθα γένος παρὰ κοπάδι.

ΠΙΙΙ. Ἐπῆρα τὸ θάρρος, βασιλεῦ, καὶ σοῦ ἔγραψα ἐξ ἀφορμῆς τῆς περικοπῆς τοῦ Πλουτάρχου, ὁποὺ ἀνέγνωσα τὰ τότε καὶ ἐνεθυμήθην τὰ τωρινά. Τὸ ὑπὲρ σκοποῦ πολυπραγμονεῖν ὠφελεῖ τὸ γένος ὅπως ἡ πνοὴ τὴν καρδία. Ὀδυσσεὺς ὁ Ἕλλην καὶ ὄχι Βούδας καὶ κακῶς σὲ ὁρμήνευσεν ὁ Κινέας τὰ περὶ ἡσυχίας. Ὅμως φυλάγομαι νὰ τὸν ψέξω, μήπως καὶ δὲν ἐλέχθησαν ἀληθῶς οἱ λόγοι ὑπὸ τοῦ ἀνδρός, παρὰ τὰ ἔβαλεν εἰς τὸ στόμα του ἡ ῥωμηοσύνη τοῦ Χαιρωνέως.

Εἰρήνη γιὰ νὰ βασταχτεῖ, λαέ μου παλληκάρι,
λόγυμνο πρέπει τὸ σπαθὶ κ’ ἡ κόρδα στὸ δοξάρι,
στὴν τάπια μάτι ξάγρυπνο, στὸ μπράτσ’ ὀρθὸ σκουτάρι.

Σὲ φιλῶ
ὁ ἀδελφός σου

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Παγανιστικὸν

ρκγ΄

Ἥλιε, σὰν ἁρματοδρομεῖς καὶ οὐρανοδιαβαίνεις,
τὰ μύρια ἀκροδαχτύλια σου, τ’ ἀχνομαλαματένια,
ὅλον τὸν κόσμο ζωγραφοῦν, μ’ ὅλον τὸν κόσμο παίζουν.
Παίζουν μὲ τὲς δεντροκορφές, τὰ μυρωδάτα δάση,
μὲ τὸ γαλάζιο πέλαγο, τὴν ζαχαρένιαν ἄμμον,
μὲ τῶν ἀνθρώπω τὰ χωριὰ καὶ μὲ τ’ ἀγριοτόπια.
Ληόδεντρα ἀργυροπράσινα κ’ ἡλιοχρουσολουσμένα,
ἀμπέλια ἀχτιδοδιάφανα καὶ φωτοχαϊδεμένα,
πλάτη, ἀχυρόξανθοι ἀγροί, περβόλια, λοφοκάμποι,
κῆποι, μελισσολείβαδα καὶ λόχμες καὶ ὁρμάνια·
κι ἀκέρια ἡ γῆ, χρυσὸς μπαξές, κάμνεις, Ἥλιε, καὶ λάμπει.

Νοτιά, σὰν πνέεις, σὰν φυσᾶς τὴν λαγαρὴ ἀναπνοιά σου,
τρώγεις τοῦ κόσμου τὴν σκουριὰ κι ὁ κόσμος ἀναθάλλει·
καὶ κουβαλεῖς π’ τ’ ἀνάλλαγα τὰ ξωτικοβασίλεια
γεραγιδίστικες λαλιές, δροσονεραϊδογέλια,
γλεντιῶν τ’ ἀχολογήματα, χορῶν σκοποὺς καὶ σκάρους.
Μὲ τί λαχτάρα οἱ ψυχὲς τὸ χάδι σου ἀδράχνουν,
στρώνουν σοφράδες στὲς αὐλὲς καὶ τάβλες στὰ μπαλκόνια,
νὰ κοινωνήσουν μὲ πιοτά, νὰ μεταλάβουν λόγια,
νὰ τὶς φυσήξεις οὔρια, νὰ ὀνειραρμενίσουν,
νὰ ξαγναντέψουν τὶς στεριὲς τῆς ἅγιας τους πατρίδας.
Χαῖρε! Ἡ ἀλήθεια τοῦ Πανὸς κάμνεις, Νοτιά, καὶ λάμπει.

Νύχτα, σὰν ἁρματοδρομεῖς καὶ οὐρανοδιαβαίνεις,
δύεις τοῦ βασιλιᾶ τὸ φῶς, μυριάδων ἀνατέλλεις,
γκρεμᾶς τὰ κάστρη τῶν μορφῶν, τὰ τείχη τῶν πραγμάτων,
κι ὅλα στὸν κόσμον σμείγει τα, τὸ μελανὸ μαντύ σου.
Κι ὅποιος στὰ σώψυχα δεχτεῖ τὴν μυστικὴν αὐδήν σου,
τραβᾶ ἀπ’ τὰ μάταια τὴν ματιὰ κ’ εἰς τ’ ἄστρη τὴν σηκώνει.
Ἐνώπιο σου ψέμμα δὲν ζεῖ κι ἀπάτη δὲν βαστιέται.
Κι ὅποιος στὰ μάγια σου ἀπιστεῖ, τὸν ὁρισμόν σου ἀρνιέται,
σ’ ἄβυσσον ἀγεωμέτρητην ἁλυσωμένον σύρε,
νὰ ἰσκιοπατεῖ στὸν Τάρταρον, γαλήνη μὴν ξανάβρει.
Ὁ Ὄλυμπος μὲς στὶς καρδιὲς κάμνεις, Νύχτα, καὶ λάμπει.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκβ΄

Ο ΚΥΩΝ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Στὴ ῥούγαν, καταντίπερην, σὰν σαματὰς βροντάει,
σάμπως κλέφτες νὰ κλέφτουσιν; Κακοῦργοι κακουργοῦσιν;
Γέρθην καὶ κρυφαγνάντεψα π’ τὸ πάνω πανωθύριν.
Μήτε κλέφτες καὶ κλέφτουσιν, κακοῦργοι κακουργοῦσιν,
μὸν ἔνι γέρων κουρελὴς ποὺ ταραχὴν ἀσκώνει,
μὲς στὸν σωρὸ ἐψαχούλευεν, βρωμιὲς ἀνακατώνει,
πράγματα χρείας διάλεγεν στὸ ὑπαίθριον τὸ ἑρμάριν.
Οἱ παρωρίτες φαίνονται, στὰ σκότη ἀποτραβιέται,
κι ὡς εἰς τὰ σκότη προσπερνοῦν, δειλὰ δειλὰ θωριέται.
Κάμω νὰ ἰδῶ ἂν ξεύρω τον, κάλλιον νὰ μὴν ἠξεύρω.
Νὰ κοιμηθῶ ξανάπεσα, γαλήνη δὲν ζυγώνει,
σάστισα, ἐβρυκολάκιασα κ’ ἑώρων τὸ ταβάνι,
κ’ ἤλεγα λιανοτράγουδον γιὰ νὰ μὲ νανουρίσει:
«Μίσος, μοβόρικο σκυλί, δάγκωνε τὴν καρδιά μου,
κομμάτιαζέ την, σκίζε την, νὰ μὴν τοὺς λησμονάει,
κι ὡς ξημερώσει ὁ γδικιωμός, πάνω τους σὲ μολνάει».

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκα΄

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Τὸν χρόνο τόπο ἐδιάλεξα, τοὺς στοχασμοὺς γιὰ χρόνο,
μετὰ τῶν στοχασμῶν γερνῶ καὶ στέκομαι εἰς τὸν χρόνο.
Καὶ διάγω εἰς τὰ μελλούμενα καὶ τὰ παληὰ μαντεύω,
τὰ τωρεσνὰ ὅλο νοσταλγῶ, τοὺς κύκλους προφητεύω.
Μπρὸς στ’ ὁλοφάνερον τυφλός, στὸν ἴσκιο ἀητὸς κοιτάζω,
στὸ θαῦμα πονηρεύομαι καὶ τὰ κοινὰ θαυμάζω.
Κουφὸς στὰ περιλάλητα, μὰ τὰ βουβὰ γροικάω,
κι ὡς τὸ λαλεῖν ἀρχεύουσιν, γὼ τὸ σιωπᾶν τιμάω.
Ἥλιον γυρεύουν οἱ πολλοί, σκάβω στὴ γῆς λαγούμια,
πελάγου ἁπλάδα πεθυμοῦν, δρομῶ εἰς τὰ κορφοβούνια.
Γλυκὺν παινεῦαν τὸ κρασί; Γευόμην ξινισμένο,
δασκάλεψές με, μάνα μου, πὸ ξένα νὰ μὴν παίρνω.