ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρι΄

Ο ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΟΥ

Ποιός ἦτον ὅπου ἐφύτρωσεν τὰ νέφια στὴν λιακάδα,
φυλάκισεν τὰ ἡλιάχτιδα κ’ ἐσκότισαν τὰ οὐράνια,
κατωκλονίστη ὁ Τάρταρος κι ἀπανωσείστη ὁ τόπος,
σάλεψεν κι ἀναδεύτ’ ἡ γῆς καὶ τὸ λειβάδι ἐσχίστη,
κ’ εἰδώθη σπηλιοβάραθρον καὶ χάσμα καὶ κατώγι,
κατέβη τὸ βοσκόπουλον, ὁ Γύγης ὁ τσομπάνος,
κ’ ηὗρε ἄλογο χαλκόχυτον, μέσα κουφαλιασμένον,
κ’ ηὗρε γιγάντου σκελετὸν στὸ κοῦφος σωριασμένον,
μὲ δαχτυλίδι ὁλόχρυσον στὸ κοκκαλένιο χέρι,
καὶ τὸν νεκρὸν ἐγύμνωσε, τὸ δαχτυλίδιν κλέβει,
τὸ μελετᾶ, τὸ χαίρεται, στὸ δάχτυλον περνᾶ το,
κι ὡς φόρησέν το ἐμάζεψε καὶ ταιριαστὸν τοῦ μείνη;

Κι ὡς σώθη ὁ μήνας ὁ παληός, τοῦ νηοῦ τὸ πρῶτο βράδυ,
ποὺ οἱ πιστικοὶ συνάζονται, τὴν στιὰ γυροκυκλώνουν,
μετροῦν τὸ βιὸς τοῦ βασιλιᾶ, κοπάδια λογαριάζουν,
ἂν λείπεται, ἂν αὐγάτισεν, ἂν στέκει ὡσὰν βρισκότουν,
τοῦ Γύγη ποιός μουρμούρισεν, δίχως νὰ νιώσει τοῦ ’πεν,
τῆς πέτρας τοῦ δαχτυλιδιοῦ νὰ στρίψει τὸ καστόνι;
Πρὸς τὴν μεριά του τό ’στριβεν, ἄφαντος ἐπερνιότουν,
κι ἀνάστροφα ὡς τὸ γύριζεν, τὸ πάλιν ἐφαινότουν.
Κι ὡς μάθεν τοῦ δαχτυλιδιοῦ τὴν μαγεμένη χάριν,
τὸν ἄγουρο ποιός φούντωσεν μὲς στῶν φλογῶν τὸ φέγγος
σὲ γέρους κι ἄντρες μπρὸς νὰ βγεῖ, σὰν ἄντρας νὰ ζητήσει;
«Ἐγὼ νὰ πάω στοῦ βασιλιᾶ, τὸ βιός του ν’ ἀναφέρω».

Κ’ εἰς τοῦ Κανδαύλη ὡς φάνηκεν, λογαριασμὸν νὰ φέρει,
κεῖνον σὰν ποιός ἐγήτεψεν, τὸν Γύγη ν’ ἀγαπήσει,
καὶ τὴν ἀγκλίτσ’ ἀπίθωσεν στὴν στάνη νὰ σκεβρώνει
κι ἀμφίστομο κοντόσπαθον στέριωσε στὴν ζωστρή του;
Καλυβιαραῖος ἤτονε, παλατιανὸς ἐγίνη,
κι ἀπὸ προβατοφύλακας ἐχρίστη ῥηγοφύλαξ.
Κ’ ἔπειτα ποιός τὸν τύφλωσε καὶ τά ’χασε ὁ Κανδαύλης,
καὶ τοῦ Δασκύλου τὸ παιδὶ ξεδιάντροπα ὁρμηνεύει;
«Κ’ οἱ λόγοι σὰν δὲν πείθουν σε, τὰ μάτια θὰ πιστέψουν,
σάν, τὴν κυρά σου θὰ χαρεῖς κι ὁλόγυμνη χορτάσεις!
Κι ὁ γδικιωμὸς τῆς ῥήγισσας μὴν σὲ μεταμελήσει,
καὶ σὲ κρυψώναν μπάζω σε κι ἀνείδωτος θωρᾶς την».

Κι ὡς λαίμαργα κατάτρωγεν τῆς ῥήγισσας τὴν γύμνια,
ποιός πῆρεν τοῦ δαχτυλιδιοῦ τὴν μαγεμένη χάριν
κ’ εἶδε τον ποὺ ξεγλίστραγεν, στὰ σπλάχνα φαρμακώθη,
κι ὁλονυχτὶς κουβέντιαζαν μὲ τὴν ὀργὴ συντρόφοι;
Κι ὡς κάλεσε, τὴν μαύρη αὐγή, τὸν Γύγη νὰ δικάσει,
κ’ εἰς τὴν παλάμη τοῦ ’κλεισεν τὴν ἄσπλαχνη λεπίδα,
«Ἢ στὸν λαιμό σου πέρνα το ἢ τοῦ Κανδαύλη κόψε»,
τὴν γνώμη ποιός πολέμησεν νὰ σκοτωθεῖ ἀτός του
κ’ ἐβάρυνε στὴν ζυγαριὰ τὸν φόνο τοῦ ἀφεντός του;
Καὶ τέλος ποιός τὸν θράσυνε κ’ ἔσφαξε τὸν Κανδαύλη,
σ’ αἱμάτου θρόνο ἐκάθισεν, αἱμάτου ῥάβδο ἐπῆρεν,
σ’ αἱμάτου κλίνη ἐπλάγιασεν τοῦ βασιλιᾶ τὸ ταίρι;

Ἐγὼ ποὺ τὰ σοφίστηκα κ’ ἐγέλασα τὸν Γύγη.
Ἐγώ, ὁ δαίμων, τὸ στοιχειὸ πού ’ναι στὸ δαχτυλίδι!
Μὲ τὸν χρυσὸ σᾶς κυβερνῶ, κοῦρσος βαρὺ σᾶς παίρνω,
σ’ ἅλυσους χρυσοκρίκωτους, σκλάβους πικρούς, σᾶς σέρνω.
Μὲ τὸν χρυσὸ σᾶς ξέκοψα, τ’ ἀνθρωπινὸ κοπάδι,
τρίσβαθα σᾶς ξεμάκρυνα στῆς νύχτας τὸ πηγάδι.
Στὶς κοῦπες μου γλυκοκερνῶ τὸ γαῖμα τῶν καρδιῶν σας,
σὲ μαῦρες τάβλες γεύομαι τὴν σάρκα τῶν ψυχῶν σας.
Τὰ οὐρλιαχτά σας κ’ οἱ ὀδυρμοὶ τραγούδια μὲ γλεντίζουν,
τ’ ἄθλια ποὺ καμώνεστε, πολλὰ μὲ ξεκαρδίζουν.
Γύρω μοσχοβολίζει με, ὁ βοῦρκος ποὺ ξερνᾶτε,
τὰ ψεύτικα ὡς ὀρέγεστε, τὰ μάταια ὡς λαχταρᾶτε.
Τὸ γένος τὸ ἡρωϊκὸν μὲ λύσσα πολεμεῖτε,
καὶ τὴν χρυσήν σας ἅλυση, καμαρωτοί, κρατεῖτε.
Κ’ ἔχω τὴν γῆ κονάκι μου, κῆπο μου καὶ φυτεύω,
μαντρί μου γιὰ νὰ κυνηγῶ, στέρνα μου νὰ ψαρεύω.
Νὰ βόσκου οἱ νεκροζώντανοι κ’ ἐμὲ νὰ προσκυνοῦσιν,
αἰώνια νὰ πεθαίνουσιν κι αἰώνια νὰ μὲ ζοῦσιν.

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...