ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριη΄

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ ΤΟΥ ΠΑΤΙΣΑΧ

Ξημέρωμα, φθινόπωρον καὶ βράδυ τοῦ Σεπτέμβρη
καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις σὰν ζωγραφιὰ κοιμᾶται.
Κοιμοῦνται τ’ ἀρχοντόσπιτα κ’ οἱ φτωχομαχαλάδες,
κοιμοῦνται τὰ πολλὰ τζαμιὰ ποὺ οἱ χότζες ντελαλίζουν,
καὶ τοῦ Βοσπόρου τὰ νερὰ τ’ ἀστέρια καθρεφτίζουν.
Κοιμοῦνται κι ὅλοι οἱ αὐλικοὶ μὲς στὸ γενὶ σεράϊ,
μὰ ὁ σουλτάνος ὁ Μεμέτ, στοιχειό, δὲν γαληνεύει.
Τρὶς σφάλισεν τὰ βλέφαρα καὶ τρὶς χλωμὸς πετάχτη·
τὴν μιὰ πετάχτη σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
τὴν τρίτη ἀσκώθη κάτασπρος, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι.
Ξύπνησε ἡ Ῥεθυμνιώτισσα ποὺ ἀγγελικὰ κοιμότουν
κι ἀνασηκώθη πλάϊν του, τὰ στήθη γυμνωμένα:
«Σουλτάνε μου τί τρώγει σε καὶ τί σὲ κατατρέχει;
Ποιοί ὀνειροδαίμονες σκληροὶ τὸν ὕπνο σοῦ ξορίζουν
καὶ μιὰ πετιέσαι σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος τὴν ὑστερνή, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι;
Ξήγα μου ποὺ ὀνειρεύεσαι, κομμάτι ν’ ἀλαφρώσεις».
Καὶ ὁ σουλτάνος ξήγησιν κινάει ἀλαφιασμένος:

«Εἰς τόπον ἄγριο κι ἄξενο μονάχος περπατοῦσα,
κλεισούραν ἀνεγνώριστη, παντέρημον δερβένι,
καὶ μ’ ἔτρωγ’ ἡ κουφόβρασις καὶ τὸ συννεφοκάμμα.
Χορτάρια κεῖ δὲν χλόϊζαν κι ἀνθοὶ δὲν εὐωδοῦσαν,
δέντρη δὲν ἰσκιοδρόσιζαν, αὖρες δὲ κρυοφυσοῦσαν,
γύρω ἁψηλὲς βραχοπλαγιές, τρόχαλοι καὶ στουρνάρια,
κ’ ἐπέρνα φιδογυριστὰ μιὰ φαγωμένη στράτα,
ὅλον μ’ ἀγκάθι στὶς ὀχθιές, λιθόστρωτο στὴ μέσιν.
Δὲν ξεύρω κεῖ ποὺ στέκομουν ὥρα νὰ λογαριάσω,
κι ἀλλιῶς ὁ χρόνος περπατεῖ κ’ εἰς τ’ ὄνειρον κυλάει,
κ’ εἶδα ἱππότη καὶ σπαχὴ καὶ μαῦρον καβαλάρη
κ’ ἦτον ὡσὰν νὰ ἐκέντρισε σκορπιὸς μὲς στὴν καρδιά μου.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
καὶ πλιότερον ποὺ ζύγωνε, κλεφτὰ συχνοτηροῦσα,
κι ὅσο τὸν καλοξέταζα, βαριὰ σεκλετιζόμουν.
Κοντάριν ἐκουβάλαγεν, μαῦρο πανὶ δεμένον,
μαῦρα σκουτιὰ ἐφόραγεν, μαῦρα καὶ τὰ χειρόκτια,
μαῦρο καὶ τὸ ζωνάριν του, μαῦρα καὶ τὰ τζεγκιά του,
κ’ ἡ ζάβα εἰς τὸ στῆθος του δαχτυλιδοϋφασμένη,
μὲ δαχτυλίδια ἀνθρωπινὰ χρυσαλυσοπλεγμένη.
Κ’ ἡ κάπα του πηχτὸς καπνός, διαβολεμένη ἀσβόλη,
σὰν τὴ νυχτιὰν ἐπλάκωνε τοῦ μαύρου τὰ καπούλια,
κ’ εἰς τόπο ἀπάγκιο ἀνέμιζεν καὶ ζωντανὴ ἐκυμάτει.
Κι ὁ μαῦρος του κατάφραγος, χαλκοφολιδωμένος,
χαλκοντυμένο κούτελον, χαλκοντυμένο στέρνο,
μαῦρο τουφὶ στὴν κεφαλή, μαῦρο τουφὶ γιὰ γένι,
τριπόδιζε ἀκαπίστρωτος κι ἀγριωπὸς χλιμίντρα,
κ’ ἐξέρναγεν τὰ χνῶτα του παγοκρουσταλλωμένα,
κι ἀπὸ τὸ πεταλόκρουσμα σειόταν ἡ λιθοστράτα.
Τ’ ἀλλόκοτο κασσίδιν του, στραφταλιστό, χαλκάτον,
μορφὲς θεργιῶν παράσταινε καὶ προτομὲς μιμότουν,
καὶ τὴν μορφὴ ποὺ ἐθώρας μιᾶς, δεύτερη δὲν φαινότουν.
Κ’ ἐτήραες λιοντοκεφαλή, τάχατες ποὺ βρυχᾶται,
καὶ λύκον ὅπου ξάσπριζε τὰ δόντια λυσσιασμένος,
ἀητόν, κυνηγογέρακα, κουφαροβόρο ἀγιούπα,
καὶ τράγο στριφτοκέρατον, κάπρον μὲ χαυλιοδόντες,
ῥῆσον καὶ ταυροκεφαλὴ καὶ δράκο ἀγκαθοχαίτην,
κι ἄλλα λογιῶν ποὺ σ’ ἔφερναν σύγκρυο καὶ κομμάρα.
Κ’ ἦτον ῥιχτὸ εἰς τὴν πλάτη του ξυλόφραγο σκουτάριν,
μαυρόθωρον, μυγδαλωτό, χαλκοστεφανωμένο,
μ’ ὀχιὰν ποὺ πτέρνα ἐδάγκωνε χρυσοζωγραφισμένο.
Κ’ ἐκρέμονταν, παράμηρα, εἰς σκαλιστὸ θηκάριν,
ἡ σπάθα του ἡ φαρμακερὴ καὶ ἡ γερτὴ κοπίδα,
στὴν σέλλα τὸ βαρδούκιν του, τ’ ἀκιδωτὸ ῥαβδίν του,
σαγιτοφόρο κούκουρον κι ἀνέσπλαχνο δοξάριν.
Κ’ ἐχρύσιζεν ἡ ἀρματωσιὰ κι ἀνέμιζαν τὰ μαῦρα,
σὰν μαυρονέρης ποταμὸς μὲ χρυσαφένιο κῦμα.
Ξάφνου τοῦ μαύρου ψιθυρᾶ κι ὁ μαῦρος κοκκαλώνει,
κ’ εἰς τὰ τρογύρα ἐβίγλιζεν κι ἀγνάντευε κ’ ἐρεύνα,
κι ὁμοιάζασιν τὰ μάτια του χρονῶν μύριων μυριάδων,
κι ὡς στράφη καὶ μ’ ἐκάρφωσαν, ῥουφῆξαν τὴν ψυχή μου
καὶ ἡ φωτιά των μ’ ἔκαψε κ’ ἔμειν’ ἀποκαΐδια.
Κι ὡς στάθη καὶ μ’ ὁμίλησεν τὸ θάρρος μου ἐστραγγίστη
κ’ ἦρθεν στὸν νοῦ μου σκοτεινιά, στὸν κόρφο πλακωμάρα.
-Χαῖρε σουλτάνε κυνηγέ, χαλίφη, πατισάχ μου!
Πῶς ξέκοψες τοῦ δρόμου σου, γυρνᾶς στὴν γειτονιά μου;
-Ξένε, σὰν πῶς γνωρίζεις με, καλεῖς τὰ ὀνόματά μου;
Μὴν εἶσαι ῥήγας ἢ ἀμηράς, γιὰ μπέης μὴν περνιέσαι;
-Δὲν εἶμαι ῥήγας κι ἀμηρὰς καὶ μπέης δὲν περνιέμαι,
μὸν σὰν κ’ ἐσένα κυνηγῶ καὶ κυνηγὸς λογιέμαι.
Δὲν κυνηγῶ δασῶν θεργιά, μηδὲ βουνῶν ἀγρίμια,
μὸν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνομαι κι ἀνθρώπους ξολοθρεύω,
κόβω τους, κονταρίζω τους, βαρῶ τους καὶ σαϊτεύω,
νεκρὰ τομάρια παρατῶ καὶ τὶς ψυχὲς ἁρπάχνω,
στὰ ὑπόγεια βιλαέτια μου, κλαιάμενες, τραβῶ τες,
κ’ εἰς τὰ σφερδουκλολείβαδα μολνῶ τες καὶ βοσκοῦσιν,
κι οὐδεὶς ἐσώθη οὐδέποτες, τοῦ κυνηγοῦ νὰ φύγει,
κι ἀπείτις ξεδιαλέξω τον, δὲν δύνεται νὰ γλύσει.
Κι ἐγὼ τότες ἀνέμυαλος, ἀνόγητα τοῦ κρένω:
-Κ’ εἰς ποῖο δάσος ἔτρεχες, εἰς ποιό βουνὸ ἐκυνήγας;
Κι ἂν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνεσαι κι ἀνθρώπους ξολοθρεύεις,
θαρρῶ ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ κυνήγιν δὲν θὰ εὕρεις,
κι ὥρα πολλὴ περιγυρνῶ κι ἄλλο ἄνθρωπο δὲν εἶδα.
-Σήμερον ἐκυνήγησα τὰ πιὸ καλὰ κυνήγια!
Δὲν ἐκυνήγουν στὰ βουνά, δὲν ἔτρεχα στὰ δάση,
μὸν στὶς ἁπλάδες κάλπαζα, στὸν κάμπον τῆς Βιέννης,
ποὺ ἦτον μιλιούνια ἡ Τουρκιά, Τατάροι κι Ὀθωμάνοι,
ποὺ ἦτον καὶ Καρὰ Μουσταφᾶς, ὁ μέγας σου βεζύρης.
Μὲ τοὺς Ἀψβούργους μάχονταν, τοὺς πολυπαντρεμένους,
καὶ τὸ καστρὶ τοὺς ἔκλειναν καὶ τὸ στενοχωροῦσαν,
κι ἀπάνωθε καὶ κάτωθε τοὺς καστροπολεμοῦσαν,
ἀπάνω ἡ γιανιτσαριά, κάτω οἱ λαγουμιτζῆδες.
Νὰ κουρσευτεῖ ἐκόντευεν, νὰ πέσει δὲν ἀργοῦσεν,
κι Ἀουστριακοὶ μὲ Σάξονες καὶ Βαυαροὺς φανῆκαν,
καὶ ἀντρειωμένοι Πολωνοί, τὴν ζώση νὰ λασκάρουν·
κ’ ἤλεγαν πρωτοστρατηγὸ τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
τὸν λέοντα τοῦ Λεχιστάν, τῶν Πολωνῶν τὸν ῥήγα.
Προτοῦ ῥοδίσει ἐμπλέξασιν φιλόχριστοι καὶ Τοῦρκοι,
κ’ ἔδωνε τὸ ἀσκέριν σου εἰς δυὸ μεριὲς πολέμους,
μπροστὰ τοῦ κάστρου τὴν φρουρὰ πολέμαε νὰ τινάξει,
καὶ τὴν πεζούρα τῶν ὀχτρῶν, στὴν πλάτη, νὰ βαστάξει.
Πορεύτη ὁ ἥλιος τὸ πρωΐν, πορεύτη μεσημέριν,
ἔφτασε καὶ τ’ ἀπόγιομα κι ὁ πόλεμος δὲν κρίθη.
Καὶ τότες ἀπὸ τ’ ἁψηλὰ κι ἀπὸ τοὺς λόφους πάνω,
ἀητοὶ μυριάδες κάλπασαν οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
καὶ τρεῖς χιλιάδες διαλεχτοὶ τὸ ἔμπα ὁδηγοῦσαν
κ’ εἶχαν τὸν ῥήγα κεφαλή, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην.
Κοντάρια, ἀτσάλι κι ἄλογα, φλάμπουρα καὶ φτεροῦγες
σὰν χείμαρρος πλημμύρισαν, σὰν κῦμα ἐσαρῶσαν,
κ’ ἐκομματιάσαν τὶς ζυγιές, σκορπίσαν τὶς ὀρτάδες,
ἐξέβησαν κ’ οἱ καστρινοὶ κι ὁλοῦθε τοὺς χτυποῦσαν,
κι ἂχ νά ’σουν ἀπὸ μιὰ μεριὰ νὰ τήραες τὸ κυνήγιν!
Κεῖνοι κορμιὰ ἐλάβωναν κι ἀνθρώπους ξετελειῶναν,
κ’ ἐγώ ’παιρνα στερνὲς πνοές, μαῦρες ψυχὲς μετροῦσα,
στὸν μαῦρο τὶς ἁλύσωνα, νὰ στερνοταξιδέψουν.
Τώρα τέλεψ’ ὁ πόλεμος, παύτη ὁ πολὺς ὁ φόνος
καὶ σέρνω ἀγώγι τοὺς νεκρούς, καρσὶ στὸν κάτω κόσμο.
Τὴν συμφορὰ ὡς ξιστόρησεν, θλιμμένος δῆθεν σιώπει,
κ’ ἐγὼ μετὰ πολλῆς ὀργῆς τοῦ δαίμονος ποκρίθην:
-Ψέμματα λέγεις ἄρχοντα, κάτι μὲ δοκιμάζεις
μὲ παραμύθια Χαλιμᾶς καὶ φτερωτοὺς χωσιάρους.
Νικιοῦνται οἱ γιανίτσαροι; Χάνοντ’ οἱ σιπαχῆδες;
Κ’ οἱ Βενετσιάνοι ἐμάθαν το, σὰν πάτησα τὴν Κρήτη,
κι ὅλ’ ἡ Εὐρώπ’ ἡ ἄπιστη ἐμὲ θὰ προσκυνήσει.
Δὲν εἶπεν… κ’ ἐμειδίασεν μὲ περισσὴ κακία,
τοῦ ἀλόγου του ψιθύρισεν καὶ τ’ ἄλογον προχώρει,
κ’ εἶδα τον ποὺ ξεμάκραινε κ’ ἔσβηνε καὶ χανότουν.
Ἔπειτα ὅλα ἡσύχασαν κ’ ἡ ἐρημιὰ βουβάθη,
κ’ ἐκράτει ἀλλόκοτη σιγὴ καὶ νεκρικὴ γαλήνη,
λὲς στραγγαλίστη ὁ ἄνεμος κ’ οἱ βράχοι ἐριγῆσαν,
λὲς καὶ τ’ ἀγριοξεράγκαθον πλιότερον ἐξεράθη!

Βουητὸ μακρόθε ἀκούγεται, καθάριον δυναμώνει,
σὰν ἁλυσῶν σουρσίματα, σὰν θρῆνοι ἀπὸ λαρύγγια,
φυσοῦν πνοὲς κατάκρυες, σουρίζουν σὰν ζουρνάδες,
σὰν νὰ βαροῦν οἱ μουσικοὶ καὶ οἱ μεχτὲρ μπασῆδες·
κι ἀπὰν στὴν φιδογύριστη καὶ φαγωμένη στράτα
διάφανο νέφος περπατεῖ καὶ κουρνιαχτὸς ζυγώνει.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
κι ἀπόρουν πότε θὰ διαβεῖ, τὸ θαῦμα ν’ ἀντικρύσω.
Κι ὡς διάβη καὶ τ’ ἀντίκρυσα κι ὡς πρόβαλεν καὶ τό ’δα,
ἐκέρωσα σὰν τὸ κερί, χλώμιασα σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος μαρμάρωσα, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι,
καὶ τρεῖς φορὲς λαχτάρησα καὶ ἄλλο δὲν κοιμοῦμαι».
«Καὶ τί ’τονε, Σουλτάνε μου, τὸ τρομερὸν ὁπού ’δες;»
«Τῶν ἀσωμάτων τὴν στρατειά, τῶν ἄσαρκων τ’ ἀσκέρι,
τῶν ποθαμένων, τῶν νεκρῶν, τῶν νεκροσκλαβωμένων,
φαντάσματα ὡσὰν καπνιά, φουσσάτο μὲς στὸ πούσι,
ἀτέλειωτοι παρέλαυναν, χιλιάδες καὶ μυριάδες.
Ἄλλοι βογγοῦσαν, σπάραζαν, γοερὰ μοιργιολογοῦσαν,
κι ἄλλοι βουβοὶ ἐβάδιζαν, μὲ μάτια ἀδειασμένα,
καὶ μερικοὶ μ’ ἐγνώρισαν καὶ πονεμένα μ’ εἶπαν:
-Σουλτάνε μου δὲν μᾶς μιλεῖς κι ἀπολησμόνησές μας;
Μεῖς εἴμεθα οἱ στρατιῶτες σου, οἱ κοσμογροικημένοι
ποὺ ἀπὸ τὴν Ἀνδριανούπολιν φύγαμεν στὸ σεφέρι
νὰ πάρουμε, χατήρι σου, τὸ κάστρον τῆς Βιέννης.
Μὰ ἐκεῖ χυθῆκαν πάνω μας οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
ἀντάμα μὲ τὸν ῥήγα τους, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
κι ἀντὶς νὰ πορευόμαστε τοῦ γυρισμοῦ τὸν δρόμο,
πεσκέσι μᾶς ἀπόστειλαν καρσὶ στὸν ἄλλον κόσμο».

(Κ’ ἔτσι ξαγρύπναες πατισὰχ καὶ πλιὸν δὲν ἐκοιμήθης,
κι ἀνίμενες τὴν χαραυγὴν εἴδησες καὶ μαντάτα.
Μορφὲς καὶ γέννες τῆς νυκτὸς τάχατες ποὺ ὀνειρεύτης;
Ἢ ἀληθῶς σ’ τὰ ἐμήνυσεν ὁ μαῦρος καβαλάρης
κι ὁ λέοντας τοῦ Λεχιστὰν κατέφθασεν μιντάτι,
κι ἀφάνισε τ’ ἀσκέριν σου στὴν πόρτα τῆς Βιέννης,
καὶ δὶς εἰς τὰ τειχιά της μπρὸς σουλτάνος ταπεινώθη.)

Advertisements

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...