ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκ΄

ΣΚΟΥΡΙΕΣ
(Η ΠΕΙΝΑ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΣ)

Ἡ γῆ μας εἶν πανίερη, τὰ δάση ἁγιασμένα,
κι ὁποὺ κρατοῦν τὰ σπλάχνα τους ἂς μένουσιν κρυμμένα.
Μὸν στὲς ψυχὲς ποὺ ἐσβήσασιν τὸ μάλαμα γυαλίζει,
χωμάτινοι τὸ λαχταροῦν, τοὺς πήλινους πλουμίζει.
Τῶν μονοφθάλμων ὁρμαθός, ἥλιον, τὸ καμαρώνει,
μὰ καίγουν οἱ ἀχτίδες του σὰν παγωμένο χιόνι.

Κι ὁ Ἐρυσίχθων κάποτες, βλάστημος καὶ μὲ θράσος,
τὰ δέντρη ἐπελέκησεν κ’ ἐσώριασεν τὸ δάσος.
Κ’ ἤθελε λεύκα τῶν ξωθιῶν γιὰ τάβλα καὶ καδρόνι,
νὰ κάμει οἶκο καλόφτιαστον, φίλους νὰ τραπεζώνει.
Πείνα τοῦ θέργιεψ’ ἡ θεά, ποτὲς νὰ μὴν χορτάσει,
τὴν πλάσι καταβρόχθισεν κι ὀρέγοταν τὴν πλάσι.
Κι ἀφοῦ τὰ πάντα ἐμάσησεν κι οὐδὲν ηὗρε νὰ φάει,
μὲ δάκρυα κι οὐρλιαχτὰ φριχτὰ τὸ κρέας του μασάει.
Σεῖς ποὺ πεινᾶτε γιὰ χρυσὸν καὶ δάση χερσοτόπους,
λογιάστε τ’ ἀντιγύρισμα στοὺς ἄφρονες ἀνθρώπους.

Διαφημίσεις
ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριθ΄

ΑΚΟΝΤΙΟΣ ΚΑΙ ΚΥΔΙΠΠΗ

Ὁ Ἀκόντιος τὸν ἔκλεψε τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης
πρὸς τὴν Κυδίππη ὡς ἔριξεν ὁλόχρυσο κυδώνι.
Στὰ πόδια της ἐκύλησεν, στὰ πόδια της ἐστάθη,
κι ἄδολα ἐκείνη ἔσκυψεν κι ἄδολα βάστηξέν το,
κι ἄδολ’ ἀνέγνωσεν γραφὴ στὴ φλούδα χαραγμένην,
κι ἄδολα λόγια πέταξαν καὶ τῆς θεᾶς ἀμώνει:
«Μὲς στὰ ἱερά σου δώματα, Ἄρτεμι, σοῦ τ’ ἀμώνω
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενῶ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρω».
Τὸν δόλο ἡ δόλια νόγησε, πέταξε τὸ κυδώνι,
κι ἀπ’ ἐντροπὴ κοκκίνησεν κι ἀπ’ ὄργητα κορώνει,
κι ἀπ’ τὴν ῥωτοκατεργαριὰν ἔτρεξε δακρυσμένη…

Ἡ κόρη ἀρραβωνίζεται, χλωμὴ στὴν κλίνη ἐστρώθη,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, τριαντάφυλλο σηκώθη.
Δεύτερη ἀρραβωνίζεται κι ὁ πυρετὸς τὴν καίει,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, δροσίζει καὶ ῥοδίζει.
Τρίτην ἀρραβωνίζεται, χτικιὸ τὴν κατατρώγει,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, ἥλιος Μαγιοῦ καὶ λάμπει.
Ἐσάστισεν ὁ κύρης της κ’ εἰς τοὺς Δελφοὺς μηνάει,
καὶ οἱ Δελφοὶ τοῦ κύρη της ἀντιμηνύουσίν του:
«Ἀπὸ τὴν Κέα κάλεσε γαμπρό σου τὸν Ἀκόντιο».
Ὅτι ἡ θεὰ τὸν ἔστρεξε τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης,
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενεῖ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρει.

Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ἀστόχαστα κι ἂν μίλησεν, ἄκριτα κι ἂν ἐλάλει,
μὲς στὸν ναὸ σὰν ἄμωσεν, ὁ ὅρκος δὲν ξεστρέχει.
-Μὰ σεῖς οἱ παντελήμονες, σεῖς καὶ οἱ παντογνῶστες,
καὶ δὲν ξεσυνερίζεστε ἀστόχαστα κοράσια.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Τοῦ νηοῦ ἡ ἀγάπη ξόβεργα, κόλλησ’ ἡ καρδερίνα,
κι ὅταν γι’ ἀλλοῦ φτεροκοπᾶ, λαβώνει καὶ πονεῖ την.
-Τὴν λευτεριὰ κι ἂν ἀψηφᾶ, τ’ αὐτόβουλο ἂν δαμάζει,
δὲν εἶναι ἀγάπη μὰ γητειὰ ποὺ δοῦλον ἐξουσιάζει.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Μοίρα, γραφτὸ καὶ ῥιζικό, τύχη καὶ πεπρωμένο,
τοῦτα τὴν ἐπροξένεψαν, τοῦτα τὴν ὑπαντρέψαν.
– Τὸ πεπρωμένο τρίστρατα κ’ ἡ μοίρα σταυροδρόμια,
μὰ ὁ δοιπόρος τὰ περνᾶ, διαβαίνει τα ἀπατός του.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ψυχὲς συνταξιδιώτισσες, ψυχὲς ἀστροπεράτες,
κλῆρο καὶ βιὸν ἐδιάλεξαν ζευγάριν νὰ γενοῦσιν,
πρὶν εἰς τὴν γῆ κατέβουσιν καὶ πρὶν νὰ γεννηθοῦσιν.
-Θεά, γιὰ τοῦτο ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης!

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριη΄

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ ΤΟΥ ΠΑΤΙΣΑΧ

Ξημέρωμα, φθινόπωρον καὶ βράδυ τοῦ Σεπτέμβρη
καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις σὰν ζωγραφιὰ κοιμᾶται.
Κοιμοῦνται τ’ ἀρχοντόσπιτα κ’ οἱ φτωχομαχαλάδες,
κοιμοῦνται τὰ πολλὰ τζαμιὰ ποὺ οἱ χότζες ντελαλίζουν,
καὶ τοῦ Βοσπόρου τὰ νερὰ τ’ ἀστέρια καθρεφτίζουν.
Κοιμοῦνται κι ὅλοι οἱ αὐλικοὶ μὲς στὸ γενὶ σεράϊ,
μὰ ὁ σουλτάνος ὁ Μεμέτ, στοιχειό, δὲν γαληνεύει.
Τρὶς σφάλισεν τὰ βλέφαρα καὶ τρὶς χλωμὸς πετάχτη·
τὴν μιὰ πετάχτη σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
τὴν τρίτη ἀσκώθη κάτασπρος, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι.
Ξύπνησε ἡ Ῥεθυμνιώτισσα ποὺ ἀγγελικὰ κοιμότουν
κι ἀνασηκώθη πλάϊν του, τὰ στήθη γυμνωμένα:
«Σουλτάνε μου τί τρώγει σε καὶ τί σὲ κατατρέχει;
Ποιοί ὀνειροδαίμονες σκληροὶ τὸν ὕπνο σοῦ ξορίζουν
καὶ μιὰ πετιέσαι σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος τὴν ὑστερνή, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι;
Ξήγα μου ποὺ ὀνειρεύεσαι, κομμάτι ν’ ἀλαφρώσεις».
Καὶ ὁ σουλτάνος ξήγησιν κινάει ἀλαφιασμένος:

«Εἰς τόπον ἄγριο κι ἄξενο μονάχος περπατοῦσα,
κλεισούραν ἀνεγνώριστη, παντέρημον δερβένι,
καὶ μ’ ἔτρωγ’ ἡ κουφόβρασις καὶ τὸ συννεφοκάμμα.
Χορτάρια κεῖ δὲν χλόϊζαν κι ἀνθοὶ δὲν εὐωδοῦσαν,
δέντρη δὲν ἰσκιοδρόσιζαν, αὖρες δὲ κρυοφυσοῦσαν,
γύρω ἁψηλὲς βραχοπλαγιές, τρόχαλοι καὶ στουρνάρια,
κ’ ἐπέρνα φιδογυριστὰ μιὰ φαγωμένη στράτα,
ὅλον μ’ ἀγκάθι στὶς ὀχθιές, λιθόστρωτο στὴ μέσιν.
Δὲν ξεύρω κεῖ ποὺ στέκομουν ὥρα νὰ λογαριάσω,
κι ἀλλιῶς ὁ χρόνος περπατεῖ κ’ εἰς τ’ ὄνειρον κυλάει,
κ’ εἶδα ἱππότη καὶ σπαχὴ καὶ μαῦρον καβαλάρη
κ’ ἦτον ὡσὰν νὰ ἐκέντρισε σκορπιὸς μὲς στὴν καρδιά μου.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
καὶ πλιότερον ποὺ ζύγωνε, κλεφτὰ συχνοτηροῦσα,
κι ὅσο τὸν καλοξέταζα, βαριὰ σεκλετιζόμουν.
Κοντάριν ἐκουβάλαγεν, μαῦρο πανὶ δεμένον,
μαῦρα σκουτιὰ ἐφόραγεν, μαῦρα καὶ τὰ χειρόκτια,
μαῦρο καὶ τὸ ζωνάριν του, μαῦρα καὶ τὰ τζεγκιά του,
κ’ ἡ ζάβα εἰς τὸ στῆθος του δαχτυλιδοϋφασμένη,
μὲ δαχτυλίδια ἀνθρωπινὰ χρυσαλυσοπλεγμένη.
Κ’ ἡ κάπα του πηχτὸς καπνός, διαβολεμένη ἀσβόλη,
σὰν τὴ νυχτιὰν ἐπλάκωνε τοῦ μαύρου τὰ καπούλια,
κ’ εἰς τόπο ἀπάγκιο ἀνέμιζεν καὶ ζωντανὴ ἐκυμάτει.
Κι ὁ μαῦρος του κατάφραγος, χαλκοφολιδωμένος,
χαλκοντυμένο κούτελον, χαλκοντυμένο στέρνο,
μαῦρο τουφὶ στὴν κεφαλή, μαῦρο τουφὶ γιὰ γένι,
τριπόδιζε ἀκαπίστρωτος κι ἀγριωπὸς χλιμίντρα,
κ’ ἐξέρναγεν τὰ χνῶτα του παγοκρουσταλλωμένα,
κι ἀπὸ τὸ πεταλόκρουσμα σειόταν ἡ λιθοστράτα.
Τ’ ἀλλόκοτο κασσίδιν του, στραφταλιστό, χαλκάτον,
μορφὲς θεργιῶν παράσταινε καὶ προτομὲς μιμότουν,
καὶ τὴν μορφὴ ποὺ ἐθώρας μιᾶς, δεύτερη δὲν φαινότουν.
Κ’ ἐτήραες λιοντοκεφαλή, τάχατες ποὺ βρυχᾶται,
καὶ λύκον ὅπου ξάσπριζε τὰ δόντια λυσσιασμένος,
ἀητόν, κυνηγογέρακα, κουφαροβόρο ἀγιούπα,
καὶ τράγο στριφτοκέρατον, κάπρον μὲ χαυλιοδόντες,
ῥῆσον καὶ ταυροκεφαλὴ καὶ δράκο ἀγκαθοχαίτην,
κι ἄλλα λογιῶν ποὺ σ’ ἔφερναν σύγκρυο καὶ κομμάρα.
Κ’ ἦτον ῥιχτὸ εἰς τὴν πλάτη του ξυλόφραγο σκουτάριν,
μαυρόθωρον, μυγδαλωτό, χαλκοστεφανωμένο,
μ’ ὀχιὰν ποὺ πτέρνα ἐδάγκωνε χρυσοζωγραφισμένο.
Κ’ ἐκρέμονταν, παράμηρα, εἰς σκαλιστὸ θηκάριν,
ἡ σπάθα του ἡ φαρμακερὴ καὶ ἡ γερτὴ κοπίδα,
στὴν σέλλα τὸ βαρδούκιν του, τ’ ἀκιδωτὸ ῥαβδίν του,
σαγιτοφόρο κούκουρον κι ἀνέσπλαχνο δοξάριν.
Κ’ ἐχρύσιζεν ἡ ἀρματωσιὰ κι ἀνέμιζαν τὰ μαῦρα,
σὰν μαυρονέρης ποταμὸς μὲ χρυσαφένιο κῦμα.
Ξάφνου τοῦ μαύρου ψιθυρᾶ κι ὁ μαῦρος κοκκαλώνει,
κ’ εἰς τὰ τρογύρα ἐβίγλιζεν κι ἀγνάντευε κ’ ἐρεύνα,
κι ὁμοιάζασιν τὰ μάτια του χρονῶν μύριων μυριάδων,
κι ὡς στράφη καὶ μ’ ἐκάρφωσαν, ῥουφῆξαν τὴν ψυχή μου
καὶ ἡ φωτιά των μ’ ἔκαψε κ’ ἔμειν’ ἀποκαΐδια.
Κι ὡς στάθη καὶ μ’ ὁμίλησεν τὸ θάρρος μου ἐστραγγίστη
κ’ ἦρθεν στὸν νοῦ μου σκοτεινιά, στὸν κόρφο πλακωμάρα.
-Χαῖρε σουλτάνε κυνηγέ, χαλίφη, πατισάχ μου!
Πῶς ξέκοψες τοῦ δρόμου σου, γυρνᾶς στὴν γειτονιά μου;
-Ξένε, σὰν πῶς γνωρίζεις με, καλεῖς τὰ ὀνόματά μου;
Μὴν εἶσαι ῥήγας ἢ ἀμηράς, γιὰ μπέης μὴν περνιέσαι;
-Δὲν εἶμαι ῥήγας κι ἀμηρὰς καὶ μπέης δὲν περνιέμαι,
μὸν σὰν κ’ ἐσένα κυνηγῶ καὶ κυνηγὸς λογιέμαι.
Δὲν κυνηγῶ δασῶν θεργιά, μηδὲ βουνῶν ἀγρίμια,
μὸν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνομαι κι ἀνθρώπους ξολοθρεύω,
κόβω τους, κονταρίζω τους, βαρῶ τους καὶ σαϊτεύω,
νεκρὰ τομάρια παρατῶ καὶ τὶς ψυχὲς ἁρπάχνω,
στὰ ὑπόγεια βιλαέτια μου, κλαιάμενες, τραβῶ τες,
κ’ εἰς τὰ σφερδουκλολείβαδα μολνῶ τες καὶ βοσκοῦσιν,
κι οὐδεὶς ἐσώθη οὐδέποτες, τοῦ κυνηγοῦ νὰ φύγει,
κι ἀπείτις ξεδιαλέξω τον, δὲν δύνεται νὰ γλύσει.
Κι ἐγὼ τότες ἀνέμυαλος, ἀνόγητα τοῦ κρένω:
-Κ’ εἰς ποῖο δάσος ἔτρεχες, εἰς ποιό βουνὸ ἐκυνήγας;
Κι ἂν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνεσαι κι ἀνθρώπους ξολοθρεύεις,
θαρρῶ ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ κυνήγιν δὲν θὰ εὕρεις,
κι ὥρα πολλὴ περιγυρνῶ κι ἄλλο ἄνθρωπο δὲν εἶδα.
-Σήμερον ἐκυνήγησα τὰ πιὸ καλὰ κυνήγια!
Δὲν ἐκυνήγουν στὰ βουνά, δὲν ἔτρεχα στὰ δάση,
μὸν στὶς ἁπλάδες κάλπαζα, στὸν κάμπον τῆς Βιέννης,
ποὺ ἦτον μιλιούνια ἡ Τουρκιά, Τατάροι κι Ὀθωμάνοι,
ποὺ ἦτον καὶ Καρὰ Μουσταφᾶς, ὁ μέγας σου βεζύρης.
Μὲ τοὺς Ἀψβούργους μάχονταν, τοὺς πολυπαντρεμένους,
καὶ τὸ καστρὶ τοὺς ἔκλειναν καὶ τὸ στενοχωροῦσαν,
κι ἀπάνωθε καὶ κάτωθε τοὺς καστροπολεμοῦσαν,
ἀπάνω ἡ γιανιτσαριά, κάτω οἱ λαγουμιτζῆδες.
Νὰ κουρσευτεῖ ἐκόντευεν, νὰ πέσει δὲν ἀργοῦσεν,
κι Ἀουστριακοὶ μὲ Σάξονες καὶ Βαυαροὺς φανῆκαν,
καὶ ἀντρειωμένοι Πολωνοί, τὴν ζώση νὰ λασκάρουν·
κ’ ἤλεγαν πρωτοστρατηγὸ τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
τὸν λέοντα τοῦ Λεχιστάν, τῶν Πολωνῶν τὸν ῥήγα.
Προτοῦ ῥοδίσει ἐμπλέξασιν φιλόχριστοι καὶ Τοῦρκοι,
κ’ ἔδωνε τὸ ἀσκέριν σου εἰς δυὸ μεριὲς πολέμους,
μπροστὰ τοῦ κάστρου τὴν φρουρὰ πολέμαε νὰ τινάξει,
καὶ τὴν πεζούρα τῶν ὀχτρῶν, στὴν πλάτη, νὰ βαστάξει.
Πορεύτη ὁ ἥλιος τὸ πρωΐν, πορεύτη μεσημέριν,
ἔφτασε καὶ τ’ ἀπόγιομα κι ὁ πόλεμος δὲν κρίθη.
Καὶ τότες ἀπὸ τ’ ἁψηλὰ κι ἀπὸ τοὺς λόφους πάνω,
ἀητοὶ μυριάδες κάλπασαν οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
καὶ τρεῖς χιλιάδες διαλεχτοὶ τὸ ἔμπα ὁδηγοῦσαν
κ’ εἶχαν τὸν ῥήγα κεφαλή, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην.
Κοντάρια, ἀτσάλι κι ἄλογα, φλάμπουρα καὶ φτεροῦγες
σὰν χείμαρρος πλημμύρισαν, σὰν κῦμα ἐσαρῶσαν,
κ’ ἐκομματιάσαν τὶς ζυγιές, σκορπίσαν τὶς ὀρτάδες,
ἐξέβησαν κ’ οἱ καστρινοὶ κι ὁλοῦθε τοὺς χτυποῦσαν,
κι ἂχ νά ’σουν ἀπὸ μιὰ μεριὰ νὰ τήραες τὸ κυνήγιν!
Κεῖνοι κορμιὰ ἐλάβωναν κι ἀνθρώπους ξετελειῶναν,
κ’ ἐγώ ’παιρνα στερνὲς πνοές, μαῦρες ψυχὲς μετροῦσα,
στὸν μαῦρο τὶς ἁλύσωνα, νὰ στερνοταξιδέψουν.
Τώρα τέλεψ’ ὁ πόλεμος, παύτη ὁ πολὺς ὁ φόνος
καὶ σέρνω ἀγώγι τοὺς νεκρούς, καρσὶ στὸν κάτω κόσμο.
Τὴν συμφορὰ ὡς ξιστόρησεν, θλιμμένος δῆθεν σιώπει,
κ’ ἐγὼ μετὰ πολλῆς ὀργῆς τοῦ δαίμονος ποκρίθην:
-Ψέμματα λέγεις ἄρχοντα, κάτι μὲ δοκιμάζεις
μὲ παραμύθια Χαλιμᾶς καὶ φτερωτοὺς χωσιάρους.
Νικιοῦνται οἱ γιανίτσαροι; Χάνοντ’ οἱ σιπαχῆδες;
Κ’ οἱ Βενετσιάνοι ἐμάθαν το, σὰν πάτησα τὴν Κρήτη,
κι ὅλ’ ἡ Εὐρώπ’ ἡ ἄπιστη ἐμὲ θὰ προσκυνήσει.
Δὲν εἶπεν… κ’ ἐμειδίασεν μὲ περισσὴ κακία,
τοῦ ἀλόγου του ψιθύρισεν καὶ τ’ ἄλογον προχώρει,
κ’ εἶδα τον ποὺ ξεμάκραινε κ’ ἔσβηνε καὶ χανότουν.
Ἔπειτα ὅλα ἡσύχασαν κ’ ἡ ἐρημιὰ βουβάθη,
κ’ ἐκράτει ἀλλόκοτη σιγὴ καὶ νεκρικὴ γαλήνη,
λὲς στραγγαλίστη ὁ ἄνεμος κ’ οἱ βράχοι ἐριγῆσαν,
λὲς καὶ τ’ ἀγριοξεράγκαθον πλιότερον ἐξεράθη!

Βουητὸ μακρόθε ἀκούγεται, καθάριον δυναμώνει,
σὰν ἁλυσῶν σουρσίματα, σὰν θρῆνοι ἀπὸ λαρύγγια,
φυσοῦν πνοὲς κατάκρυες, σουρίζουν σὰν ζουρνάδες,
σὰν νὰ βαροῦν οἱ μουσικοὶ καὶ οἱ μεχτὲρ μπασῆδες·
κι ἀπὰν στὴν φιδογύριστη καὶ φαγωμένη στράτα
διάφανο νέφος περπατεῖ καὶ κουρνιαχτὸς ζυγώνει.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
κι ἀπόρουν πότε θὰ διαβεῖ, τὸ θαῦμα ν’ ἀντικρύσω.
Κι ὡς διάβη καὶ τ’ ἀντίκρυσα κι ὡς πρόβαλεν καὶ τό ’δα,
ἐκέρωσα σὰν τὸ κερί, χλώμιασα σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος μαρμάρωσα, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι,
καὶ τρεῖς φορὲς λαχτάρησα καὶ ἄλλο δὲν κοιμοῦμαι».
«Καὶ τί ’τονε, Σουλτάνε μου, τὸ τρομερὸν ὁπού ’δες;»
«Τῶν ἀσωμάτων τὴν στρατειά, τῶν ἄσαρκων τ’ ἀσκέρι,
τῶν ποθαμένων, τῶν νεκρῶν, τῶν νεκροσκλαβωμένων,
φαντάσματα ὡσὰν καπνιά, φουσσάτο μὲς στὸ πούσι,
ἀτέλειωτοι παρέλαυναν, χιλιάδες καὶ μυριάδες.
Ἄλλοι βογγοῦσαν, σπάραζαν, γοερὰ μοιργιολογοῦσαν,
κι ἄλλοι βουβοὶ ἐβάδιζαν, μὲ μάτια ἀδειασμένα,
καὶ μερικοὶ μ’ ἐγνώρισαν καὶ πονεμένα μ’ εἶπαν:
-Σουλτάνε μου δὲν μᾶς μιλεῖς κι ἀπολησμόνησές μας;
Μεῖς εἴμεθα οἱ στρατιῶτες σου, οἱ κοσμογροικημένοι
ποὺ ἀπὸ τὴν Ἀνδριανούπολιν φύγαμεν στὸ σεφέρι
νὰ πάρουμε, χατήρι σου, τὸ κάστρον τῆς Βιέννης.
Μὰ ἐκεῖ χυθῆκαν πάνω μας οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
ἀντάμα μὲ τὸν ῥήγα τους, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
κι ἀντὶς νὰ πορευόμαστε τοῦ γυρισμοῦ τὸν δρόμο,
πεσκέσι μᾶς ἀπόστειλαν καρσὶ στὸν ἄλλον κόσμο».

(Κ’ ἔτσι ξαγρύπναες πατισὰχ καὶ πλιὸν δὲν ἐκοιμήθης,
κι ἀνίμενες τὴν χαραυγὴν εἴδησες καὶ μαντάτα.
Μορφὲς καὶ γέννες τῆς νυκτὸς τάχατες ποὺ ὀνειρεύτης;
Ἢ ἀληθῶς σ’ τὰ ἐμήνυσεν ὁ μαῦρος καβαλάρης
κι ὁ λέοντας τοῦ Λεχιστὰν κατέφθασεν μιντάτι,
κι ἀφάνισε τ’ ἀσκέριν σου στὴν πόρτα τῆς Βιέννης,
καὶ δὶς εἰς τὰ τειχιά της μπρὸς σουλτάνος ταπεινώθη.)

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ παγαποντιὰ τῶν καλικαντζάρων

ριζ΄

Ἄχ, βάχ, ὠϊμέ, κι ὁλοχρονὶς
μὲ πριόνια καὶ τζεκούρια μας,
τὸ δέντρον ποὺ βαστάει τὴ γῆς
πελεκοπριονίζαμεν·
κοντὰ θὰ τὸ κρημνίζαμεν
τῶν Χριστουγέννω ἀνήμερα,
καὶ πρίχου ἡ γῆς πλακώσει μας,
βγαίναμεν τῆς παραμονῆς.

Δώδεκα ἡμέρες, βρὲ παιδιά,
τί ζαβολιές! Πειράγματα!
Τί νυχτοπερπατήματα!
Κλεψιὲς καὶ μαγαρίσματα!
Στῶν καλκαντζάρων τοὺς χοροὺς
σκιάζαμεν τοὺς περαστικούς,
κι ὣς πετεινὸς λαλήσει τρίς,
τσιγκλούσαμεν ὁλονυχτίς.

Κι ὡς ἁγιαζόταν τὰ νερὰ
τῶν φώτων καὶ τῶν φωτισμῶν,
– ὤ τρισαλὶ καὶ συμφορά –
στὸν κάτω κόσμ’ ὀγλήγορα
πηδούσαμεν, κυλούσαμεν
κ’ οἱ κακομοίρηδες γοερὰ
«Ἔθρεψε τὸ δεντρὶ κορμόν!»
τὸν ὀδυρμὸ ἐκινούσαμεν.

Πολλὰ χολιάστη ὁ βασιλιάς:
«Νερὸ νὰ πιεῖ ποιός δύνεται
σὰν εἶναι τρύπιος ὁ κουβάς;»
Στὶς φάρες στέλνει μπουγιουρντὶ
κ’ εὐθὺς μάζωξι ἐκάλεσεν
πασῶν τῶν καλικάντζαρων·
ὁμοῦ πλέμπα κ’ εὐγενικούς,
πρώτους καὶ παρακατιανούς.

«Ὦ κακομούτσουνη γενιά,
ὁλοχρονὶς πριονίζουμε,
τῶν φώτων θρέφεται ὁ κορμὸς
κι ἂχ μαρτυροῦμ’ αἰώνια·
θαρρέψτε, φτάνει ὁ γδικιωμός!
Κάποια σοφὰ τελώνια,
τὴ γῆς πῶς νὰ κρημνίσουμε,
μ’ ὁρμήνεψαν παγαποντιά».

«Ὤωω!» Τότες ὅλοι ἐθαύμασαν,
μὰ ὁ ῥήγας ἔσκουξεν: «Σιωπή.
Ποιοί ἀπὸ ἐσᾶς οἱ διαλεχτοὶ
ὡς ἄνθρωποι νὰ ζήσετε;»
«Ἴιι!» Φρούμαξαν καὶ μάνισαν,
μὰ ἦτον ἅγιος ὁ σκοπός,
τῆς γῆς ὁ κατακρημνισμός!
Κ’ ἔτσι πολλοὶ ἐφάνησαν.

Στὴν ἀνθρωπότη ἐσκόρπισαν,
σ’ ὅλους τρυπῶσαν τοὺς λαοὺς
φουσσάτο ἀνέγνωρο, κρυφόν·
μὰ τοὺς ἐπείραζεν τὸ φῶς,
κ’ ἐψάχναν μέρη ἀνήλιαγα,
στοές, χαμώγια σκοτεινά,
κι ἀγάλια ὑφαῖναν στοὺς καιροὺς
διχόνοιες καὶ ξολοθρεμμούς.

Ὀφίκια ἁρπάξαν καὶ τιμές,
γίναν ῥηγάδες σεβαστοί,
μινίστροι καὶ βουλευταριόν,
καὶ μεγαλοπαπαδαριόν,
μὰ κι ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος,
τῆς μάσας, τοῦ οἰνοπνεύματος,
καὶ ζουρναλίστες μαχητές,
τοκογλυφοχρηματιστές.

Κι ὡς ξεύρουν καὶ τὸ συνηθοῦν,
σὰν τὰ γκουβέρνα ἔπιασαν,
βάλαν μπρὸς τέχνες πονηρές·
κόψαν τὶς ῥίζες τῶν λαῶν,
τὸν κόσμο ἐκάμαν παρδαλὸν
καὶ τ’ ἄνομα χρίσαν πρεπά,
καλόν, κακὸ ἀνακάτωσαν
κ’ εἶπαν τὰ λογικὰ ζουρλά.

Μὰ πάνω ἀπ’ ὅλα πόλεμος
καὶ ξαναματαπόλεμος
κ’ ὕστερις πόλεμος ξανά,
ξεριζωμοί, ξευτελισμοί,
ῥημάγματα καὶ χαλασμοί,
μόχθος, ξαναχτισίματα,
καὶ μαῦρος βιὸς μ’ ἀπανθρωπιὲς
καὶ κρίσεις οἰκονομικές.

Κι ἀρχίσαν δάκρυα νὰ κυλοῦν,
καὶ τῶν ψυχῶν ἡ καταχνιὰ
πηχτὴ ἀντάρα ὅλ’ αὔξαινε,
βάρυνε ὁλάκερη τὴν γῆ·
καὶ τῶν δακρυῶν οἱ ποταμοὶ
τὸ χῶμα ἐπότιζαν γοργὰ
κ’ ἡ γῆς, σφουγγάρι, ἐφούσκωνεν
καὶ γένονταν πολλὰ βαρειά.

Πνιχτογελᾶ ὁ βασιλιάς:
«Ἀδέρφια σίμωσε ὁ καιρὸς
κ’ εἰς μιὰ χρονιὰ μελλούμενη
μὲ τόσον βάρος, νὰ τραφεῖ
δὲν θὰ προκάμει ὁ κορμὸς
κ’ ἡ γῆς κομμάτια θὰ γενεῖ
μὲ πάταγον καὶ σαματά,
γι’ αὐτὸ παληόσκυλα δουλειά.

Πὸ κάτω ἡ πλέμπα ἂς πελεκᾶ,
κ’ εἰς τ’ ἁψηλὰ τ’ ἀρχοντολόϊ
χαλάστε τους, λειανίστε τους,
φοροχαρατσομπῆχτε τους,
γάργαρα δάκρυα νὰ κυλοῦν
καὶ τὰ στερνὰ σὰν στραγγιχτοῦν
θὰ πάει τὸ σχέδιο μας ῥολόϊ,
κ’ ἡ νέα τάξις ξεκινᾶ!»

Φίλοι, δὲν ξεύρω νὰ τὸ εἰπῶ
ἂν μὲς στὸν κάταστρο οὐρανὸ
ἐπλάστηκαν κι ἄλλοι λαοὶ
πλιὸ τετραπέρατα μωροὶ
ἀπὸ τοὺς καλικάντζαρους.
Οἱ μὲν θὰ καταπλακωθοῦν
κ’ οἱ δὲ θὰ γκρεμοτσακιστοῦν
κι ἅπαντες θέλει ἀπολεσθοῦν.

Διῶχτε λοιπὸν τοὺς μουλωχτούς,
ἀφέντες κουτοπόνηρους,
μινίστρους καὶ βολευταριόν,
κι ἀμήν, τραγοπαπαδαριόν,
ἀπνεύματους τοῦ πνεύματος
καὶ ζουρναλίστες χλευαστές,
τραπεζοφραγκοπειρατὲς
κι ὅλο τὸ καλικαντζαριὸν…

Καλὴ χρονιά! Καλὲς γιορτές!

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριστ΄

ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ
(ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΑΤΣΑΛΙ)

Μὲ ποιά δεξιότη ἀλάθευτη, ποιά τέχνη γητεμένη,
ποὺ ἐδούλευαν ἡρώων σπαθιὰ παραμυθένια γένη,
μ’ ἀργάστη καὶ μ’ ἀνέστησεν σφυριοῦ – ἀμονιοῦ ἡ πάλη·
ποιό ξόρκι, σὰν μ’ ἐβάφτιζαν, ἀδιάλυτο εἶχαν ψάλλει;

Λαὸν δάμασ’ ἀρίφνητον, ὀχτροὺς ὅμοιους λιοντάρια,
καὶ ἁρμαθιὲς ἀπόστειλα στὸν Πλοῦτο παλληκάρια·
τοὺς ὀβολοὺς σοῦ αὐγάτισα, Χάρο περαματάρη,
κ’ ἡ δίψα ἐσβήστη τῶν Κηρῶν, μερώθ’ ἡ λύσσα τοῦ Ἄρη.

Στῆς Περσεφόνης τὸν δρυμὸ κάποτε σὰν πατήσεις,
τὸν Μαμερτίνον γίγαντα νὰ βρεῖς, νὰ τὸν ῥωτήσεις,
ποὺ τὸν Ἀητὸ ἀντροκάλεσεν, θρασὺς καὶ φαντασμένος,
κι ὡς ἴσκιος στοὺς ἀσφόδελους πλανιέται χωρισμένος!

Κ’ ἐκεῖνος θέλει ἀποκριθεῖ: «Χέρι, σπαθὶ ὡς κραδαίνει,
κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιον μαγικὸ τρανότερον δὲν δένει,
παρὰ ὡς ἀτσαλωθεῖ ἡ ψυχὴ καὶ ψυχωθεῖ τ’ ἀτσάλι,
κι ὡς σάρκα ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς τὸ μέταλλον θὰ πάλλει».

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριε΄

ΡΕΣΑΛΤΟ

Στὴν πόλι μας ἐπλάκωσεν δρολάπι μανιασμένο,
ἐβούρκωσεν ἀποσπερίς, μεσάνυχτα καὶ βρέχει,
σμεῖξαν τ’ ἀγέρι κ’ ἡ βροχὴ κι ἀφηνιασμένα δέρνουν.
Δέρνουν καράβια τρίκροτα καὶ ἀχαμνὰ καΐκια,
δέρνουν τὶς ῥοῦγες τῶν φτωχῶν κι ὁσπίτια τῶν ἀρχόντων,
τῆς κεφαλῆς τὰ μέγαρα, τὸ κάστρο στὸν λιμνιώνα,
δέρνουν τρουλοκαμπαναριά, σταυρούς, ταφομνημούρια.
Τὰ καλντερίμια χείμαρροι καὶ οἱ ἀλάνες βάλτοι,
μήτε φωνὴ στὰ τρίστρατα καὶ φῶς εἰς τὰ χαγιάτια,
μόνε φωτίζουν οἱ ἀστραπὲς καὶ κλαίει τ’ ἀνεμοβρόχι.

Καὶ μέσα εἰς τὸ κρασοπωλειόν, στὴν φουμιστὴ ταβέρνα,
δὲν εἶναι μπόρα καὶ βροχήν, ἡ στιὰ γλυκὰ πυρώνει,
ἔρχονται, πᾶνε οἱ γέμορφες, κερνοῦν τοὺς χαροκόπους,
μὲ μπροῦσκα, μὲ γλυκόπιοτα, παληὰ καὶ γιοματάρια,
γυρνοῦν πανέρια τὰ ψωμνιά, τὰ φουρνιστὰ κοψίδια,
καὶ μυρωδάτος ὁ καπνὸς ἀπ’ τὰ τσιμπούκια βγαίνει.
Κ’ ἕνας ἐπρωτοκίνησεν κι ὅλοι σειριὰ ἀφηγιοῦνται.
Ἄλλος φηγιέται γι’ ἀερικά, γιὰ λάμιες καὶ γιὰ μόρες,
ἄλλος γυρεύει θησαυροὺς κι ἄλλος τοὺς δένει μάγια,
κι ἄλλος ταξίδια ἱστορεῖ καὶ θαύματ’ ἀπ’ ἀλάργου.
Γεῖς τῶν συντρόφων λέγει τους: «Ἐγὼ νὰ τραγουδῶ σας.
Δὲν τραγουδῶ γι’ ἀερικὰ καὶ θαύματ’ ἀπ’ ἀλάργου,
μὸν τὸ ῥεσάλτο τραγουδῶ, ποὺ ἐποῖκαν παλληκάρια,
κλέφτες καὶ πρωταρματολοὶ καὶ πολεμαφεντάδες
ποὺ ἐτρέμαν οἱ κουρσάτορες καὶ οἱ γενιτσὰρ ἀγάδες».
Κι ὅλοι τότες ἐσώπασαν, στὴν τάβλα του γυρίσαν!
Κ’ ἐκεῖνος κούπα γιόμισεν, κρασὶν ὀλίγο ἐγεύτη,
κ’ ἐταίριασεν τὴν λύρα του, τραγουδιστὰ διηγιέται:

– Στῆς Βόνιτσας τὴν ἀμμουδιὰ μιὰ λάντζα περιμένει.
Ποιούς ἔχει γιὰ τὸ πέραμα; Γιὰ μπάρκο ποιούς νὰ πάρει;
Στρατιῶτες κοντοζύγωναν, σολδάτοι Βενετσιάνοι,
μισοὶ δεξιά, μισοὶ ζερβὰ κ’ οἱ αἰχμάλωτοι στὴν μέσι.
Γυμνοὺς τοὺς πᾶνε ἀπ’ τ’ ἄρματα καὶ στὰ σκοινιὰ ντυμένους.
Μήτε γιὰ Τοῦρκοι φαίνονται, μήτε Φραγκολατίνοι,
μὸν ἀπ’ τὸ θώρι φαίνονταν Ἕλληνες ἀντρειωμένοι.
Σύρθηκα κάτω ἀπ’ τὰ κλαδιά, χώθηκα στ’ ἁρμυρίκια,
νὰ τοὺς γνωρίσω σὰν περνοῦν, νὰ ἰδῶ τους σὰν κοντεύουν,
κι ὡς πέρναγαν κι ὡς κόντευαν, εἶδα τοὺς καπετάνιους.
Τὸν βλάχο ἀπὸ τὰ Γιάννενα, τὸν Ἀγγελὴ Σουμίλα,
κι ἀπ’ τὴν Κατούνα ἐγνώρισα τὸν Πάνο τὸν Μεϊντάνη,
καὶ τὸ μικρὸ Χορμόπουλον ἀπ’ τ’ Ἄγραφ’ ἀκλουθάει.
Στὴ λάντζα τοὺς ἐκάθισαν, γιὰ τὴν γαλέρα λάμνουν,
δεμένους τοὺς ἐμπάρκαραν, δεμένους τοὺς συντάξαν,
δεμένους τοὺς κατέβασαν στὰ μουχλιασμέν’ ἀμπάρια,
νὰ ὑπάγουν τους στὴν Βενετιά, τοὺς κλέφτες νὰ δικάσουν.

Τὸ Ἰόνιο ἐβάλαν πρύμνη τους, τὸ Μοντενέγκρο πλώρη,
τὴν Δαλματία ὡς ξάνοιγαν ἐπέσαν σὲ καρτέρι,
τὸν πηγαιμὸ τοὺς ἔφραξεν μιὰ φούστα πὸ τ’ Ἀλγέρι:
«Γαλέρα δῶθε δὲν περνᾶς, πέρα δὲν ἀρμενίζεις,
τὸν Ἅγιο Μάρκο ξέχνα τον, τὴν Βενετιὰ λησμόνα.
Γαλέρα μαϊνάρισε, στὴν μπάντα νὰ πλευρίσω,
νὰ πάρω τοὺς εὐγενικοὺς γιὰ τὰ χρυσὰ τζεκίνια,
νὰ πάρω καὶ τοὺς ταπεινούς, στοὺς πάγκους ν’ ἁλυσώσω».
Καὶ ἡ γαλέρα ἐφρύαξεν, φαρμακερὰ ποκρίθη:
«Φούστα δὲν παραδίνομαι, φούστα δὲν μαϊνάρω,
τὸν Ἅγιο Μάρκο δὲν ξεχνῶ, στὴν Βενετιὰ ἀρμενίζω,
νὰ φύγω παραμέρισε, στάσου καὶ πολεμῶ σε».
Ῥίχν’ ἡ γαλέρα μιὰ φωτιά, τὸ πέλαγο καπνίστη,
κ’ ἡ φούστα δυὸ τῆς ἔριξεν καὶ κρύφτη ἀπὸ τὰ νέφη.
«Κουπιά μου ἄλλο μὴ λάμνετε, λατίνια κατεβεῖτε,
κάλλιον δοῦλοι στὰ κάτεργα, κάλλιον χαλκὰ στὰ πόδια,
παρὰ στὸν ἄμμον τοῦ βυθοῦ, νὰ μᾶς δειπνοῦν τὰ ψάρια».

Οἱ αἰχμάλωτοι ἀκουρμαίνονταν στὰ μουχλιασμέν’ ἀμπάρια,
ναυτόπουλον ἐθώρησαν, στὰ φωναχτὰ ῥωτοῦσιν:
«Πόλεμος ἄναψε, μωρέ, μὲ τόπια καὶ μὲ βόλια;
Τάχα φουρτούνα δέρνει μας, τὸ πλοῖον νὰ βουλιάξει;
Βροντάγει καὶ ταρακουνᾶ κ’ ἡ μπούλμπερη μᾶς πνίγει,
ναυτόπουλε μολόγα μας, χανόμεθα γιά ζοῦμε;»
«Ἀλιά μας, ἐπιαστήκαμεν τῶν μπαρμπαρέσων πρέζα!»
Τότε ὁ Μεϊντάνης μίλησε, στὸν ναύτην ὁρμηνεύει:
«Μήνα τοῦ κυβερνήτη σου νὰ μᾶς ἐλευθερώσει
πριχοῦ σιμώσουν οἱ ὀχτροὶ τ’ ἄρματα νὰ μᾶς δώσει,
στὰ χέρια νὰ τὰ παίξουμε, νὰ τὰ ζωστοῦμε πάλι,
νὰ θαλασσομαχήσουμε τοῦ πέλαου τὸ τσακάλι.
Κι ὅσα τ’ ἀργάστη ὁ διάολος, καλὸς θεὸς δὲν στρέχει,
κι ἂν θέλει το κι ὁμογνωμεῖ, στὸν πόλεμον συντρέχει».
Ἔτρεξε τὸ ναυτόπουλον, τὰ λέει τοῦ κυβερνήτη,
κι ὁ κυβερνήτης ἔστερξεν, τοὺς κλέφτες λευτερώνει
καὶ τ’ ἄρματα, ὁποὺ κράταγεν, μὲ τὸ γοργὸν γυρίζει,
κ’ εὐθὺς στὰ χέρια ὡς τά ’παιξαν κι ὡς τὰ ζωστῆκαν πάλι,
ἀρματωμένοι ἔμορφα στοὺς ἥλιους ἐφανῆκαν,
κι ἀπόμερα ἡσύχαζαν, τὴν φούστα νὰ προσμένουν.

«Σίμωσε φούστα, σίμωσε, στὴν μπάντα νὰ πλευρίσεις».
Κροτάει ξερὴ μιὰ μπαταριά, πλαγιάσαν τρεῖς λεβέντες!
Μ’ ἀλαλαγμοὺς πετάχτηκαν, μὲ πιστολιὲς πηδῆξαν,
καὶ μὲς στὴ φούστα ὡς πάτησαν τὶς σπάθες τους γυμνῶσαν,
τοὺς μυσαροὺς κουρσάρηδες λεπίδι νὰ περάσουν.
Κόβει Ἀραπάδες ὁ Ἀγγελὴς καὶ Τούρκους ὁ Μεϊντάνης,
κόβει καὶ τὸ Χορμόπουλον σωρὸ τοὺς Μαυριτάνους.
Κ’ οἱ Βενετσιάνοι ὡς νόγησαν στὸ φονικὸ λιοντάρια,
τὸν λιόντα στὴν παντιέρα τους, τὸν φτερωτό, ντραπῆκαν
κ’ ἐθάρρεψαν κ’ ἐκάρδιωσαν: «Τ’ ἄρματα στὴν κουβέρτα»,
κ’ εἰς τὸ ῥεσάλτο χύθηκαν, στοὺς κλέφτες καταπόδι.
Σκίζουν τζεκούρια, κροῦν σπαθιά, στιλέτα στιλετώνουν,
γεύονται σάρκα οἱ κονταριές, σφυρᾶ καυτὸ μολύβι,
κ’ οἱ μπαρμπαρέσοι στρώνονται μὲ γένεια ματωμένα.
Καὶ ὁ ῥεῒς ἐσκιάχτηκεν, προστάζει τοὺς λεβέντες:
«Λεβέντες ῥίχτε τὰ σπαθιά, τὸν βιόν σας λυπηθεῖτε,
κάλλιον δοῦλοι στὰ κάτεργα, κάλλιον χαλκὰ στὰ πόδια,
παρὰ στὸν ἄμμον τοῦ βυθοῦ, νὰ μᾶς δειπνοῦν τὰ ψάρια».
Βροντῆξαν χάμω τὰ σπαθιά, τὴν κεφαλὴ κρεμάσαν,
κ’ οἱ Βενετοὶ ὡς ἀλάλαξαν, τὴν ὄψιν τους ἐχάσαν.

«Καράβια δυὸ ἀγνάντεψα κ’ εἰς τὸν λιμνιώνα μπαίνουν,
γαλέρα Βενετσιάνικη σέρνει φούστ’ ἀπ’ τ’ Ἀλγέρι,
θρήνους μακρόθεν ἀγροικῶ, Βερβέρικες κατάρες,
κι ὁ κυβερνήτης συντροφιὰ μὲ τρία παλληκάρια».
Μετὰ ὁποὺ ξεμπάρκαραν καὶ γῆς ὅταν ἐπιάσαν,
ὁ κυβερνήτης ἔπεμψε γραφὴν τῆς γερουσίας.
Μ’ ἔμορφα λόγι’ ἁπλώνει τα, καλλίγραφα ξηγᾶ τα,
τὶς ἀντρειωσύνες ἱστορεῖ, παινέματ’ ἀραδιάζει,
καὶ τοὺς αἰχμάλωτους Γραικοὺς βγάζει πολεμιστάδες.
Τ’ ἀνέγνωσεν ἡ γερουσιά, τ’ ἀνέγνωσεν κι ὁ δόγης,
τὰ κρίματα τοὺς σχώρεσαν, κατηγοριὲς τοὺς σβῆσαν,
κι ἀπ’ τὰ κιτάπια ξέγραψαν τὰ ποὺ καταλαλοῦσαν.
Κτήματα τοὺς ἐχάρισαν κι ὀφίκια ζηλεμένα,
κ’ εἰς ὄχθρητες μελλούμενες βοηθοὺς τοὺς λογαριάζαν.

«Ποιοί ’ναι οἱ Γραικοὶ ποὺ σάλπαραν στ’ ἅη Μάρκου τὴν ἀρμάδα
κ’ εἰς τὰ συμβούλια φαίνονται τ’ ἀρχόντου Μοροζίνι,
κάστρα κ’ ἐνέργειες μελετοῦν καὶ σηκωμοὺς γυρεύουν;»
«Ὁ βλάχος ἀπ’ τὰ Γιάννενα, ὁ Ἀγγελὴς Σουμίλας
καὶ τῆς Κατούνας ὁ ἀητός, ὁ Πάνος ὁ Μεϊντάνης,
καὶ τὸ μικρὸ Χορμόπουλον ἀπ’ τ’ Ἄγραφ’ ἀκλουθάει.
Κλέφτες καὶ πρωταρματολοὶ καὶ πολεμαφεντάδες
ὁποὺ ὁ δόγης τοὺς τιμᾶ καὶ σέβονται οἱ δουκάδες,
ποὺ τρέμουν οἱ ῥεΐζηδες καὶ οἱ γενιτσὰρ ἀγάδες…» –

Τέτοια νὰ λέει δὲν χόρταινε, ὣς νὰ μερώσ’ ἡ μπόρα,
ἡ ὁμήγυρις στὸ καπηλειόν, στὴν φουμιστὴ ταβέρνα.
Κ’ ἡ στιὰ γλυκὰ ἐπύρωνεν κ’ οἱ γέμορφες κερνοῦσαν,
τὰ μπροῦσκα, τὰ γλυκόπιοτα, παληὰ καὶ γιοματάρια,
καὶ μυρωδάτος ὁ καπνὸς ἔβγαιν’ ἀπ’ τὰ τσιμπούκια,
κι ἀπ’ ὄξ’ ὅλα τὰ ἔδερνε δρολάπι μανιασμένο,
κ’ ἦσαν βουβὰ τὰ τρίστρατα κι ἄφωτα τὰ χαγιάτια,
κ’ ἤλαμπαν μόνον οἱ ἀστραπὲς κ’ ἔκλαιε τ’ ἀνεμοβρόχι.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριδ΄

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑ ΛΑΓΩΝΙΚΑ

Βούκινο νά ’χω μαγικό, σὰν τὸ φυσῶ, σιμά μου,
δώδεκα νά ’ρχονται στοιχειά, πιστὰ λαγωνικά μου.
Νὰ ξαμολνιοῦνται, ν’ ἀλυχτοῦν, ν’ ἀγρεύουσιν εἰς τόπους
ποὺ φυόνται εἰς ἄφιλες ψυχὲς καὶ χαλαστὲς ἀνθρώπους.
Νὰ ξετρυπώνουν στὲς μονιὲς κακὲς βουλὲς καὶ σκέψεις,
καὶ νὰ ξεσκίζουν τὰ θεργιὰ ποὺ κρύβου οἱ δόλιες λέξεις.

Δοξάρι νά ’χω μαγικό, σαγίτες νὰ σκαλίζω,
στοῦ ἥλιου τὸ φῶς νὰ τὶς βουτῶ, μὲ φῶς νὰ τὶς ποτίζω.
Νὰ σαγιτεύω στὴν χωσιὰ τοῦ μάταιου τ’ ἄγρια σμήνη,
δρακόντους, ὄρνεα κ’ ὕαινες, τῶν πεθυμιῶν τὰ κτήνη.
Μὲ φῶς νὰ φαρμακώνονται, νὰ τρέχουν τὰ ζαγάρια,
νὰ φέρνουσι στὰ πόδια μου στερφῶν παθῶν κουφάρια.

Νά ’χω καὶ κάστρο νὰ κρεμῶ, τοιχοβαλσαμωμένες,
λογιῶ δαιμονοκεφαλές, καρδιὲς ξεστρατισμένες.
Νὰ βλέπω, νὰ θιαμαίνομαι τὸ πῶς κατέντησάν τη
τὴν ἀνθρωπότη ὡς τύλιξαν σ’ ἀβύσσου τὸ πλεμάτι.
Νά ’χω καὶ τοὺς συντρόφους μου, στὴν στιὰ ἀποκαρωμένους,
παγάνες νὰ ὀνειρεύονται καὶ ῥόγχους ματωμένους.