ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Στὸ παληὸ ἐργοστάσιο

ρξγ΄

Σιωπὴ γύρωθε ζώνει το κι ἀγριάγκαθον,
χαμαὶ γυαλιὰ στρωμένα, σίδερον σκουριά,
μοῦχλα κ’ ὑγρότη, ἀρρώστια, σαρκοτρώγουν το,
κ’ ἡ σκόνη, χιόνι, χρῶμα δίχως χρώματα,
καὶ ὁ λαός, ἀποδημήσας, σκόρπισεν.
Τὰ ἑσμάρια σου ἂς φωλιάσουν, ῥῆγα τῶν στοιχειῶν,
κρουστὸ βασίλειο, ἂς φτειάσουν, ἀραχνόφαντον·
τοῦ ἔργου, πάει, κρουσεύτη ὁ προμαχών,
τοῦ μόχτου τ’ ἅγιον πνεῦμα ξόρισεν ἡ ὀκνιά,
δῶ τὸ κουφάριν κ’ ἡ ψυχὴ στὸν ἄβυσσο.

Advertisements
ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Where A Roman Villa Stood, Above Freiburg

Coleridge-Mary-Elizabeth-jpeg

 

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΜΑΙΡΗ ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΚΟΛΕΡΙΤΖ

Στὸν Ἀντώνη Μητσάνη

Στὴν ξενιτειά, ἀναπνέοντας τῆς ξενιτειᾶς ἀέρα,
ἀλάργ’ ἀπ’ τὴν ἀρχαία του γῆ, Ῥωμαῖος, ὀρθός, στυλώνει,
καὶ μουρμουρᾶ, ξανοίγοντας ὣς πέρα,
«Ἔμμορφ’ οἱ λόφοι ποὺ θωρῶ, μὰ δὲν εἶναι στὴν Ῥώμη!»

Ἐπίγονος συγγενικῆς φυλῆς μὲ τοὺς Ῥωμαίους,
κεῖ ποὺ ὁ παλαιὸς υἱὸς τοῦ ἰμπέριου στάθη, στέκω.
Βράχους ποὺ κλειοῦν κοιλάδα ἐντός, ἀπὸ καιροὺς ἀρχαίους,
ἴδια κι ἀνέγγιχτ’ ἀπὸ χέρι ἀνθρώπου βλέπω.

Τὸ ἴδιο ἀστέρι σ’ ἄλλονε, ψηλάθε, λαμπυρίζει,
μι’ ἄλλη καρδιὰ μ’ ἀνείπωτη λαχτάρα πλημμυρίζει,
ἀναφωνῶντας δυνατά, «Πόσον ὡραῖοι τόποι,
μὰ ὄχι τῆς Ἀγγλίας μας οἱ λόφοι!»