ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸν κύρην λαὸν

ρϞδ΄

Δὲν ξαποσταίνει ὁ ποντικὸς μὲς στοῦ ὀφιδιοῦ τὴν ζῶσι,
νὰ εἰπῇ τὴν σφίξιν ἀγκαλιά, φάρμακο τὸ φαρμάκι.
Κι’ ἀπ’ τὸν ἡσκιόγυρον τοῦ ἀητοῦ ἀντιδρομεῖ τ’ ὀφίδι,
φιλὶ δὲν λέει τὸ ῥάμφισμα, χάδι τὸ γράπωμά του.
Τὸν τύραγνον ὀφιδαητό, κύρη λαέ, προσμένεις.
Τὸν σουριγμό του ὅντες γροικᾷς θὰ εἰπῇς «Βρίσκετ’ ἐλπίδα!»
κι’ εἰς τ’ ὀνυχοσπαρτάρισμα «Βαστᾶτε, θὰ περάσῃ»,
στὸ ῥάμφος τὸ φαρμακερὸν «Ἄχου ὑστερνή μου γνῶσι».

Advertisements
ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸ Γεγονὸς

ρϞγ΄

Στὸν περίβολο * τῆς λευκῆς ἐκκλησίας,
κάτω ἀπ’ τὸ κιόσκι, * στὴν μαρμαρένια τάβλα,
ῥεμβάζω ἔρμος, * καίω πικρὸ τσιγάρο.
Θωρῶ τὸν τόπο. * Ὁ μανδρότοιχος πέρα
καί, δεξιὰ ζερβά, * δυὸ σιδερένιες πόρτες
τ’ ἄκτιστον κρύπτουν * ἀπὸ τῆς κτίσεώς Του
τ’ ἀναπόδραστον * τὸ Γεγονός, τὸ μέγα.
Ὄναρ σκιᾶς * ὁ ἄνθρωπος; Τ’ ἀρνοῦμαι.
Πρᾶγμα βέβαιον * βεβαίως θὰ καταλήξῃ,
ἥσκιοι κι’ ὄνειρα * τὰ βέβαια δὲν γεννοῦνε.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Στὸ Σκυλάκι

ρϞβ΄

Εἶχα μιὰ σκύλα κάποτε π’ ὠνόμασα Σκυλάκι,
μέχρι καὶ ποὺ ἐγέρασεν ἔτσι τὴν ἐκαλοῦσα.
Κι’ ὅντες ἐψυχομάχησε καὶ ἦτον ν’ ἀποθάνῃ
τρεῖς στὴν ἀράδα ἐγαύγισε, νὰ μ’ ἀποχαιρετίσῃ.
«Καλή μου μὴν φοβᾶσαι πλειὸν κι’ ἀλιὰ σ’ ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε,
κι’ ἒν ὁ ἔρως λόχρυσος ἁρμὸς κι’ ἀνακρατεῖ τὴν πλάσι.
Κι’ ἀπ’ τὲς ἁπλάδες τ’ οὐρανοῦ ὥσμε τὰ βύθη τοῦ ᾅδου,
τὸ πᾶν φυλάττει, μάτια μου, μὲ πύρινο πλεμμάτι.
Καὶ μήτε τοῦ γλιστρᾷ ψυχή, στὸν ἄβυσσον νὰ πέσῃ,
κι’ ἀγαληνὰ μὲ τὸν καιρὸν ὅλους μᾶς ἀνεβάζει,
μᾶς πάει σὲ χῶρες ἄλυπες, σὲ τόπους δίχως δάκρυα,
κεῖ ποὺ θὰ ξανασμείξωμε, χαῖρε, Σκυλάκι, χαῖρε».

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς ἀλήθειαν ΙΙ

ρϞα΄

Κάστρον ἐθεμελίωναν οἱ ψεῦτες μὲ ἀγῶνα,
ἄπαρτον κι’ ἀπολέμητον καὶ νὰ μὴν καταλυέται,
νὰ διαυθεντεύῃ εἰς τὸν καιρὸν καὶ ν’ ἄρχῃ εἰς τὸν αἰῶνα.
Γιὰ τείχη χτίζουν ψέμματα, πυργιὰ ψέμματα ὀρθώνουν,
ψέμματα πόρτες ἔφραξαν, ψέμματα ταφροζώνουν,
καὶ φλάμπουρα, ὁλοτρόγυρα, ψέμματα μύρια ἁπλώνουν.
Ἀγέριν ἀντιφύσηξεν, ἄνεμος ἐσηκώθη.
Τὰ φλάμπουρα ἐσκίστηκαν, ἡ τάφρος ἐπλακώθη,
χαμαὶ οἱ πόρτες βρόντηξαν, οἱ πύργοι ἐσωριαστῆκαν,
καὶ τὰ καλάρμοστα τειχιὰ πλάτωμα ἐγινῆκαν.
«Πόθεν φυσᾷ ὁ ἄνεμος ὁ ἐχάλασε τὸ κάστρον;
Μὴν φύσηξεν ὁ ζέφυρος; Μὴν φύσηξεν ὁ λίβας;
Μὴν φύσηξεν ὁ κὺρ βοριᾶς κι’ ὁμοῦ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι;»
Κοράσιν ἀποκρίθη τους, τοὺς ψεύτας ἀναμπαίζει.
«Ψεῦτες δὲν ἦτον ζέφυρος, ψεῦτες δὲν ἦτον λίβας,
ψεῦτες δὲν ἦτον κὺρ βοριᾶς κι’ ὁμοῦ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι.
Μὸν ἡ ἀλήθεια ἤμουνα, ποὺ στέρηα καστροχτίζω,
κι’ ὅπου μαθαίνω ψέμματα, φυσῶ καὶ τὰ σκορπίζω».