ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Δρολάπι

ρϞη΄

Στὴν κλίνη κεῖμαι ἀναγερτός, ῥεμβάζει ὀρθὴ στὸ τζάμι,
μὲ τὸ δρολάπι χαίρεται, βλέπει τ’ ἀνεμοβρόχι,
μὲ τὸ κορμί της χαίρομαι, τὸ ἐρωτικὸ δρολάπι,
κι’ ὥρα πολλὴν ἔξω θωρεῖ κι’ ὅσο θωρεῖ θωρῶ την.
Κείνη θωρεῖ νεροσυρμές, γὼ αὐλάκια τοῦ κορμιοῦ της,
κείνη τὲς στάλες στὸ γυαλί, τοῦ ἱδρῶτος γὼ τὲς στάλες,
κείνη τὸ δάσος τὸ κρουστό, γὼ τῶν μαλλιῶν τὸ δάσος,
κείνη τὸν κόσμο τὸν ὑγρό, γὼ τὸν ὑγρό της κόσμο,
κείνη μυρίζει τὴν βροχὴ κι’ ἐγὼ σάρκα γυναίκεια,
γὼ καίγομαι καὶ τὴν καλῶ, βουβὴ στυλώνει κείνη.

Advertisements
ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν γυμνωθεῖσαν

ρϞζ΄

Εἰς κεῖνο τ’ ἀρχοντόσπιτο, τὸ μανδρογυρισμένο,
τὸ κεραμιδοσκέπαγο, τὸ λιθοστυλωμένο,
τ’ ἀνθοκηποπερίκλειστο καὶ δεντρονησκιωμένο,
ἔμμορφη βγαίνει τὴν αὐγὴ καὶ πίνει τὸν καφέ της.
Κάποιαν αὐγὴ σὰν ἔτυχεν ἀπ’ ἔξω κι’ ἐπερνοῦσα,
βγῆκε στὸ μπαλκονάκι της δρόσο αὐγινὸ νὰ πάρῃ,
νὰ πιῇ τ’ ἄγουρα ἡλιάχτιδα, γυμνὴ στὸ φῶς νὰ παίξῃ.
Γυμνὴ γεύτη ἀπ’ τὴν κοῦπα της, γυμνὴ κορμοτεντώθη,
γυμνὴ τριγύρω ἀγνάντεψε, γυμνὴ στ’ ὁσπίτι ἐμπῆκε,
γυμνὴ ἐγλυκογέλασε, τὸ παραθύρι κλείνει.
Κι’ ὅλες θωρῶ τὲς χάρες της, τ’ ἀπόκρυφά της ὅλα,
τ’ ἀγγελικὸ καμάρι της, τὴν τρίσχαρη ἑλικιά της,
κι’ ἄλαλος τ’ ὡμολόγησα καὶ λαγγεμμένος εἶπα.
«Λούστη τὸ κάλλος τὸ θνητὸ στὸ κάλλος τὸ ἀρχῆθεν
κι’ ὁ ἔρωτας ὁ σάρκινος τὸν ἄσαρκο ἐτυλίχτη,
κι’ ἐμὲ λαβῶσαν βέλεμνα καὶ σαγιτοξιφάρια.
Ἂς πάω στὴν καγκελλόθυρα νὰ μάθω τ’ ὄνομά της».
Στάθην στὴν καγκελλόθυρα καὶ τ’ ὄνομα γυρεύω,
κι’ ἔλεγε χρυσολαξευτά: Πλάτωνος Ἀρετοῦλα.