ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ Δροῦζος πρίγκηπας

σϚ΄

Στὴν Κωνσταντῖνα

Λέγει ὁ Δροῦζος πρίγκηπας σὰν φίλευε τὸν Διγενῆ
«Ἂν ἠμποροῦσαν, Διγενή, τ’ ἀνθρωπινὰ ὀμμάτια
νὰ ἰδοῦν βαθιὰ ὥσμε τὴν πηγή, τὴν ὕλη τὴν ἀγέννητη,
θά ’σβηναν ὕδατα, στερηές, ἄστρη, χωριά, παλάτια.
Σκοτάδι ἀτόφυο θ’ ἄστραφτεν, εἷς ζοφερὸς ὠκεανός,
κι’ ἐντὸς νὰ ῥέουν τὰ κύματα, τῆς Ῥέας Κυβέλης ὁ χορός.
Τοῦτα παλαιόθ’ ἐκήρυτταν τοῦ γένους σου ἄνδρες σοφοί».

Advertisements
ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ γεωργὸς πειρατὴς

σε΄

Ἀγροῖκος χεροδύναμος ἔχασε τὴν σοδειά του
καὶ τώρ’ ἀπάνω δυὸ φορὲς τοῦ ἄρχοντος χρεωστεῖ.
Τ’ ἀλέτρι ἀλλάζει πέλεκυ, τὸ σκαλιστήρι λόγχη,
τὰ βόδια δρακοκάτεργο, τὴν γῆν ἁρμύρα ὁγρή.
Κι’ ὡς ἀναδυοβυθίζετον κι’ αὐλάκωνε τ’ ἀλέτρι,
ὅμοι’ ἀναδυοβυθίζεται ματόβρεχτ’ ἡ αἰχμή.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν πρώτη νύκτα

σδ΄

«Ἐδῶ… τὰ μάτια σφάλισε, βουβὴ στητὴ ν’ ἀκινητῇς.»
κι’ ἥλιο τὴν κυκλοδρόμησεν, ἔψαυεν, ἔγδυνε, μετροῦσε·
– στὸ κανδηλέρι ἄστρο κερὶ λούζει τὸν κῆπο τῆς σαρκός –
κι’ ἀκέρηα ὡς τὴν ἐγύμνωσε, τυφλήν, ἀκέρηα τὴν φιλοῦσε,
φωτιὰ ποὺ δέντρο ἐφλόγωνε, μέχρι νὰ σωριαστῇ μ’ ἀχό.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν λουομένην

σγ΄

Πήλινη ἀφροκυλᾷ φωτιά, σκίζει τὸ λαγαρὸ νερό,
πλέει σπαθὶ στραφταλιστὸ στ’ ἄσπιλο φῶς τοῦ ἡλίου.
Κῦμα σαρκὸς στὰ κύματα, χορεύει ἀναγερτὴ ξωθιά·
γυμνὸ κορίτσι κολυμπᾷ σ’ ὕδωρ τῆς Μεσογείου.