ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Hesperia

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦΤ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 21ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Τὸ δείλι τὸ χειμέριο, φλόγα πίσω ἀπ’ ὀξεῖες σκεπὲς
καὶ καμινάδες ξέχωρ’ ἀπ’ τὴν γκρίζα τούτη σφαῖρα,
ἀνοίγει πύλες διάπλατες χρόνου ἀπ’ τὴν μνήμη πέρα
μὲ μεγαλεῖα ἀλλοτινὰ κι’ ἐπιθυμίες θεϊκές.

Θαύματα προσδοκώμενα καῖν στὶς βαθειὲς κεῖνες φωτιές,
γεμᾶτα περιπέτεια κι’ ὄχι ἄσπιλ’ ἀπὸ τρόμο·
σφιγγῶν ἀράδ’ ἁπλώνεται, καθάριο δείχνει δρόμο
πρὸς πυργοτείχη ποὺ δονοῦν νότες λυρῶν ἀλαργινές.

Ἡ γῆ ’ναι ποὺ τὸ νόημα τῆς ὀμορφιᾶς θάλλει λαμπρόν·
ἐκεῖ ποὺ κάθε ὀρφανὴ ἀνάμνησι πηγάζει,
ἐκεῖ ποὺ ὁ μέγας ποταμὸς Χρόνος πορεία χαράζει
καὶ πλέει στ’ ἀχανὲς κενὸ μ’ ἀστρόφωτες ῥοὲς ὡρῶν.

Στ’ ὄνειρο τὴν ζυγώνουμε – Μὰ γνῶσις παλαιὰ θρυλεῖ:
Τοὺς δρόμους της δὲν λέρωσε, ποτέ, περπατησιὰ θνητή.

Advertisements
ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Star-Winds

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦΤ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 21ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Εἶν’ ὥρα στοῦ λυκόφωτος τὴν θολερὴ βεντάλια,
πειότερο τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἀπ’ τ’ ἄστρα κατεβαίνει
ἄνεμος στὶς λοφοκορφὲς κι’ ὁδοὺς ἔρμες διαβαίνει,
σὰν καῖν σὲ κάμαρες ζεστὲς τὰ πρῶτα λαμπογυάλια.

Τὰ φύλλα στροβιλίζονται παράξενα, φανταστικά,
μὲ χάρι ἐξώκοσμη ὁ καπνὸς βγαίνει στριφογυρνῶντας,
γεωμετρίες ἀπ’ τὸ βαθὺ διάστημ’ ἀκλουθῶντας,
μέσ’ ἀπ’ ὁμῖχλες νοτινὲς ὁ Φομαλὼ κρυφοκοιτᾷ.

Οἱ ὀνειροπόλοι ποιητὲς τὴν ὥρ’ αὐτὴ γνωρίζουν
τί μύκητες βλασταίνουν στὸν Γιογκόθ, τί εὐωδιὲς
κι’ ἀνθῶν χρώματ’ ἁπλώνονται στοῦ Νίθον τὶς στερηές,
ποὺ στοὺς φτωχοὺς κήπους τῆς γῆς παρόμοια δὲν ἀνθίζουν.

Ὅμως γιὰ κάθε ὄνειρο ποὺ ἀπ’ τ’ ἄστρα γεφυρώνουν,
ἀπ’ τὰ δικά μας δώδεκα οἱ ἀνέμοι αὐτοὶ σαρώνουν.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

The Courtyard

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦΤ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 21ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Ἡ πολιτεία ἤτανε ποὺ ἐγνώρισα παληά,
ἡ ἀρχαία πόλις ἡ λεπρὴ ὅπου μιγάδων στίφη
ψέλνουν σ’ ἀλλόκοτους θεούς, βλαστήμων γκόνγκ κροῦν ἤχοι
σ’ ὑπόγειες κρύπτες στῆς ἀκτῆς τ’ ἀκάθαρτα στενά.

Τὰ σάπια σπίτια μοχθηρὰ μὲ βλέμμα κρύο κοιτοῦσαν
κεῖθε ποὺ μισοζώντανα γέρναν καὶ μεθυσμένα,
πατῶντας μέσ’ ἀπ’ τὶς βρωμιὲς τὴν πύλη πλέον περνοῦσα
στὴν μαύρη αὐλὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ πρόσμενεν ἐμένα.

Τοῖχοι μ’ ἐζῶσαν σκοτεινοὶ κι’ «ἀνάθεμα» εἶπα «στράτα
ποὺ μ’ ἔῤῥιξες στὴν ἄθλια τούτη σφηκοφωληά»,
σὰν ξάφνου ἀστράψαν γύρω μου παράθυρα πολλά
μὲς στ’ ἄγριον φῶς, μὲ χορευτὲς ἀσφυχτικὰ γεμᾶτα.

Τρελό, ξεφάντι ἀθόρυβο σερνάμενων νεκρῶν –
Δίχως χέρια στοὺς ὤμους των καὶ ἄνευ κεφαλῶν!

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Expectancy

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦΤ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 21ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Ἄγνωστο κάποια πράγματα γιατί μοῦ ἀφήνουν μία
αἴσθησι πὼς θὰ ἐκδηλωθοῦν θαύματ’ ἀγνώρου βύθους,
ἢ μιᾶς ῥωγμῆς ποὺ διέῤῥηξε τοῦ ὁρίζοντος τοὺς τοίχους
πρὸς κόσμους ποὺ μόνον θεῶν ἁρμόζουν νά ’ναι οἰκία.

Εἶναι μιὰ προσμονὴ ἀσαφὴς ποὺ κόβει τὴν ἀνάσα
ὅπως σ’ ἀρχαῖες τρανὲς πομπὲς π’ ἀνακαλῶ θολά,
ἢ σ’ ἄγριες περιπέτειες, βιωμένες νοερά,
μ’ ἔκστασι πλήρεις, ῥεμβασμοὺς ποὺ λεύτερα καλπάσαν.

Βρίσκεται σὲ λιογέρματα, κτηρίων παράξενες κορφές,
παληὰ χωριά, τόπους δασῶν, λειβάδια μὲς σ’ ὁμῖχλες,
νοτιές, λοφίσκους, θάλασσες, ὁλόφωτες πολίχνες,
κήπους παληούς, τραγούδι’ ἀχνὰ καὶ στῆς σελήνης τὶς φωτιές.

Κι’ ἐνῷ τὸ δέλεαρ αὐτῆς ἀρκεῖ ν’ ἀξίζῃ ἡ ζωή,
δὲν εἶν’ ὀφέλ’ ἢ μαντεψιὲς σὰν δίνεται τί ὑπονοεῖ.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Τετραχρωμία

σιβ΄

Ἔρωτας γυμνὸς * δίπλα στὸ ἀνθογυάλι.
Κόκκινο τῶν ῥόδων, * λευκὸ τοῦ κορμιοῦ της,
μαῦρο τῶν μαλλιῶν, * πράσινο μισχοφύλλων.
Ζωὴ κι’ ἁγνότης * καὶ θάνατος κι’ ἐλπίδα.