ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

The Disciple

399px-Oscar_Wilde_portrait

ΠΕΖΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ

Ὅταν ὁ Νάρκισσος ἀπόθανεν ἡ λιμνοῦλα τῆς εὐφροσύνης του μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, καὶ οἱ ὀρειάδες κατέφτασαν θρηνῶντας ἐκ τὸ δασοτόπιν ἵνα τραγουδήσωσιν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ παρηγορήσωσιν αὐτήν.

Καὶ μόλις ἐννόησαν ὅτ’ ἡ λιμνοῦλα μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, ἔλυσαν τὲς πράσινες πλεξοῦδες τῆς κόμης των καὶ ἀναφώνησαν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ εἶπαν, «Μήτε  ἀποροῦμε ὁποὺ ἔχεις γιὰ πρεπὸ νὰ πενθῇς ἐτσιδὰ τὸν Νάρκισσο, τόσον ἔμμορφος ἦτον».

«Καλέ, ἦτον ἔμμορφος ὁ Νάρκισσος;» εἶπεν ἡ λιμνοῦλα.

«Ποιός δύνεται νὰ ἠξεύρῃ το καλύτερ’ ἀπὸ σένα;» ἀποκρίθησαν οἱ ὀρειάδες. «Ἐμᾶς ἀείποτες ἀγνοοῦσε, παρὰ τοῦ λόγου σου ἐγύρευε, κι’ ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες σου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός σου, κι’ εἰς τὸν καθρέφτη τῶν νερῶν σου καθρεφτίζετον ἡ δική του ἐμμορφιά».

Καὶ ἡ λιμνοῦλ’ ἀποκρίθη, «Ὅμως ἀγαποῦσα τὸν Νάρκισσον ὅτι, καθὼς ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες μου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός μου, εἰς τὸν καθρέφτη τῶν ὀμματιῶν του ἔβλεπα πάντα τὴν δική μου ἐμμορφιὰ καθρεφτισμένη».

Φωτογραφία: Napoleon Sarony

Διαφημίσεις
ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ ποιητὴς ὁπλίτης

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ

Στὸν πόλεμον ἐβάδιζα, σκουτάριν ἐβαστοῦσα,
πανώρηο κι’ ἀψεγάδιαστο καὶ κυκλογυρισμένο,
κι’ ἀθέλητά μου τ’ ἄφησα στῆς βατουλιᾶς τὴν ἄκρη.
Σάϊος θὰ τ’ ἀρματώθηκε, κοῦρσος θὰ τὸ καυχιέται…
ἂς τὸ χαρῇ, σκοτίστηκα, κι’ ἂς τό ’χῃ, δὲν μὲ μέλει,
μὸν μέλει με ὁπ’ ἐγλύτωσα κι’ ὁποὺ τὸν ἥλιο βλέπω.
Σκουτάρι’ ἂν θὲς δὲν λείπονται κι’ ὁ κόσμος ἔχει πλήθια,
καὶ παίρνω νηὸ καὶ θωριακὸ κι’ ὄχι ἀχαμνότερό του.

ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἣν παρὰ θάμνωι,
ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων·
αὐτὸν δ’ ἐξεσάωσα. τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;
ἐῤῥέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων

σιε΄

Μῦθος, ποίησις: * Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων·
ἔτσι, λέω, νογᾷ * ἡ θειοτέρα πλάσις.
Ποιός ἐκ τὰ θνητὰ * ξεύρει τοὺς δαιμονίους;
Οἱ μάγισσες ξεύρουν * κι’ οἱ ἅγιοι ξεύρουν
κι’ οἱ λαφρόσκιωτοι * κι’ οἱ τριστυραγνισμένοι
καὶ τ’ ἁγνὰ παιδιὰ * κι’ οἱ, ἀλιά, χαροκαμμένοι
κι’ οἱ ἐν ὄρεσιν * κι’ οἱ ἐπὶ τῆς θαλάσσης
κι’ οἱ ἁλίπλαγκτοι * σ’ ὠκεανοὺς σκοτίους
κι’ οἱ ἐν ἐρήμοις * ποὺ χάνοντ’ ὧρες στ’ ἄστρη,
κι’ ὅλ’ οἱ ξωμάχοι * στοῦ νοῦ τὲς μεθορίους.
Καλοξεύρει το * κι’ ὁ ἀγαπᾷ καὶ κρύβει
καὶ ὁ ῥεμβάζων * στὰ ἡλιάχτιδα ποὺ σβένουν,
κάθε βαρδιᾶνος * ποὺ μὲ δοξάρι φρύδι
ἄγρυπνος θωρεῖ * τῆς ἄβυσσος τὸ χέρι.
Ὅτι οἱ τέτοιοι * νοερῶς, κι’ εἰς τ’ ἄνω μέρη,
μετὰ δαιμόνων * πολλάκις συντυχαίνουν.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Τὸ καθρέφτισμα τοῦ ναρκίσσου

σιδ΄

Ὁ ἥλιος ἔβρεχε φωτιά, πύρωνε τὴν παληὰ μονή,
πέρα τ’ ἀρχαῖα ἐχρύσιζαν, μ’ αἴγλη θεϊκὴ γελοῦσαν!
Ἀλλοῦ τὰ μάτια ἐθαύμαζαν, τὴν ἄλλη ὄχθη μετροῦσαν,
χέρι μ’ ἀλαφρονάγγιξε, βροντᾷ τοῦ ἡγούμενου ἡ φωνή.

«Γυιέ μου, ἀντίκρυ μὴ σταθῇς, κεῖ ’ναι ῥηγᾶτο ξωτικῶν,
θὰ σ’ ἀμποδέσουν μὲ γητειὲς κι’ ἀγαληνὰ θὰ σβήνῃς.
Τρέφοντ’ ἀθάνατη ψυχή, θὰ σὲ πυργώσουν γιὰ θεόν,
θὰ νιώθῃς νηὸς καὶ λεύτερος, ἀμὴ φριχτὰ θὰ φθίνῃς».

Λυκόφως βάρκαν ἔλυσα καὶ λυκαυγὴ τὴν βρῆκα,
ἦταν ξανθὴ λευκόσαρκη κι’ εἶχε ἀγαλμάτινο κορμί,
κάθε παληὸ ἐλησμόνησα κι’ ἤπια τὴν κάθε ἡδονή,
τὶς μέρες παίζαμε γυμνοί, τὰ βράδια ἐστάζαν γλύκα.

Μιὰ ἡμέρα μόνος ἔγειρα στὴν λίμνη νὰ καθρεφτιστῶ.
«Νερά, δεῖξτε μου δύναμι, δεῖξτε μου κι’ εὐτυχία!
Δεῖξτε μου γνῶσι, λευτεριά, δεῖξτε πὼς ὅλα τὰ μπορῶ!»
Θλῖψις καὶ μῖσος κι’ ἄβυσσος, λέπρα καὶ δυσωδία.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Ὁ «ἄφωνος»

σιγ΄

Παντέρμο τὸ νεοκλασσικό, νυχτιὰ κι’ ἀνάλαφρα φυσᾷ,
στὸ ἀντικρυστὸν ἀλσύλλιο σταθμεύω μοναχός μου.
Τὸ πήγαιν’ ἔλα ἰχνηλατῶ, τρεῖς ἑβδομάδες στὴν σκοπιά,
ὅλοι τὸν ξέρουν «ὁ ἄφωνος» στὸν βοῦρκο τοῦ ὑποκόσμου.

Ἡ μῦγ’ αὐτὸς ἡ ἀράχνη ἐγώ, ἐγὼ ἀητὸς κεῖνος λαγός,
φίδι τὸν ζώνω, ποντικός, γυρεύω νὰ δαγκώσω.
Τὸν γύρω κόσμον ἔσβησα, σκοτάδι, μόνο ἐγὼ κι’ αὐτός,
μόλις τὸν πλέξω στὸν ἱστὸν ἀγρίως θὰ τὸν γραπώσω.

Θὰ ἔσπειρε τὸν θάνατον, ἀπόψε Κύριος οἶδε,
τὸ ἑρπετὸ ὁ ναρκέμπορος, ἐφιάλτες γιὰ ὄνειρα πωλεῖ…
Στὴν πόρτα κοντοστάθη, νά, παίζει στὴν χοῦφτα τὸ κλειδί,
δὲν ξεκλειδώνει, ἐδῶ κοιτᾷ; Πανάθεμά τον, μ’ εἶδε;

Κι’ ἡ φρίκη ἀμόλευτη χυμᾷ, μουδιάζει τὸ μυαλό μου,
καὶ τρέμοντας γοργόσκυψα, ζύγιζα τ’ ὅπλ’ ὣς τὴν αὐγή.
Γιατ’ εἶδα μιὰ στὸ ξύπνιο μου καὶ μύριες στ’ ὄνειρό μου
ποὺ τὸν ἀγέρα ὠσμίστηκεν… ἡ γλῶσσα του διχαλωτή!