ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ γεωργὸς πειρατὴς

σε΄

Ἀγροῖκος χεροδύναμος ἔχασε τὴν σοδειά του
καὶ τώρ’ ἀπάνω δυὸ φορὲς τοῦ ἄρχοντος χρεωστεῖ.
Τ’ ἀλέτρι ἀλλάζει πέλεκυ, τὸ σκαλιστήρι λόγχη,
τὰ βόδια δρακοκάτεργο, τὴν γῆν ἁρμύρα ὁγρή.
Κι’ ὡς ἀναδυοβυθίζετον κι’ αὐλάκωνε τ’ ἀλέτρι,
ὅμοι’ ἀναδυοβυθίζεται ματόβρεχτ’ ἡ αἰχμή.

Advertisements
ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν πρώτη νύκτα

σδ΄

«Ἐδῶ… τὰ μάτια σφάλισε, βουβὴ στητὴ ν’ ἀκινητῇς.»
κι’ ἥλιο τὴν κυκλοδρόμησεν, ἔψαυεν, ἔγδυνε, μετροῦσε·
– στὸ κανδηλέρι ἄστρο κερὶ λούζει τὸν κῆπο τῆς σαρκός –
κι’ ἀκέρηα ὡς τὴν ἐγύμνωσε, τυφλήν, ἀκέρηα τὴν φιλοῦσε,
φωτιὰ ποὺ δέντρο ἐφλόγωνε, μέχρι νὰ σωριαστῇ μ’ ἀχό.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν λουομένην

σγ΄

Πήλινη ἀφροκυλᾷ φωτιά, σκίζει τὸ λαγαρὸ νερό,
πλέει σπαθὶ στραφταλιστὸ στ’ ἄσπιλο φῶς τοῦ ἡλίου.
Κῦμα σαρκὸς στὰ κύματα, χορεύει ἀναγερτὴ ξωθιά·
γυμνὸ κορίτσι κολυμπᾷ σ’ ὕδωρ τῆς Μεσογείου.

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὅμοιον ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει

σα΄

Θαύμασε, φίλε, * τῶν γυναικῶν τὸ σμάρι,
ψευτοδιάσημον * πῶς ἔχουν τριπλοζώσει,
στρατὸς Δαναῶν * στοῦ Ἰλίου τ’ ἅγια τείχη!
Αἴαντος ἐγώ, * πανουργιὰ Ὀδυσσέως,
γλῶσσα Θερσίτου * καὶ πεῖσμα Ἀχιλλέως,
Ἀγαμέμνονος * οἴησις· μέσα κούφιες
σὰν τὸ εἴδωλο * ποὺ ἐπλάγιαζεν ὁ Πάρις.
Ξερογλείφονται * γιὰ πλούτη ὡς τοῦ Πριάμου,
κι’ ἀπὸ κάλλη, ἂν πῇς, * οὔτε γρηᾶς Ἑλένης.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Πρώτη σκηνὴ παραμυθιοῦ

σ΄

Ὁ ἥλιος ἐβασίλευσεν, ἡ πλάσις ἐνυχτώθη,
ἀστροεσπάρη ὁ οὐρανός, σκότος στὴν γῆν ἁπλώθη.
Δειπνοῦσιν οἱ οἰκοκύρηδες, γέρνουσι καὶ κοιμιῶνται,
ἔνε ἀδειανὰ τὰ τρίστρατα, οἱ ὁδοὶ δὲν περπατιῶνται.
Ἐδείπνησε ἡ κυρὰ μαμμή, δὲν γέρνει, δὲν κοιμᾶται,
στὸ παραγώνιν ἀγρυπνᾷ, πλέκει καὶ συλλογᾶται.
Βροντοχτυπᾷ ἡ θύρα της, τ’ ὁσπίτι ὅλον ἐσείσθη,
τὸ πλέκειν ἀπαράτησε, τὴν θύραν ἵν’ ἀνοίξῃ.
Κι’ ὅντες τὴν θύραν ἄνοιξε κι’ εἶδε τὸν ἐβροντοῦσε
σκιασθεῖσα ὀπισωπάτησεν ὡς κεῖνος προχωροῦσε.
Κατώφλι τὸ ἐδρασκέλισε κι’ ἔσκυψε ἵνα χωρέσῃ,
θηόρατος στάθη κι’ ἀγριοειδὴς εἰς τοῦ ὁσπιτιοῦ τὴν μέσι.
Ἀνδρὸς βουνίσιου εἶχε θωριά, μαλλιὰ σγουροπλεγμένα,
κι’ ἐχύνοντο ἐκ τὸ πρόσωπο, χείμαῤῥος, τ’ ἄγρια γένεια.
Κακὸς ἀέρας γύρω του καὶ τὴν καρδιὰν ἐκέντα,
λαφῖνα ποὺ ἀκρουμαίνετον χωσιὰ θεριοῦ στὰ δέντρα.
Τὰ ὀμμάτια ἐφέγγαν μοχτηρὰ στῆς ἄβυσσος τὰ βάτα,
γιομᾶτ’ ἀμόλευτο κακὸ καὶ πονηριὰ γιομᾶτα.
Κι’ εὐθὺς ὅντες ὡμίλησε, φωνὴ χονδρὴ ἐβγῆκε,
κι’ ἔγεμε ζόφο ἀνάχτιδον, βραδέως τῆς γραίας εἶπε:
«Κυρὰ μαμμὴ νὰ ὑπάγωμε, στ’ ὁσπίτι μου νὰ ὁρίσῃς,
γυναῖκα μου κοιλοπονεῖ, νὰ τήνε ξεγεννήσῃς…»

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Κρυοπηγὴ

ρϞθ΄

Φανέρωσέ το, μάγισσα, πῶς στ’ ὄνειρον ζυγώνω.
Δός μοι φτερὰ κεῖ νὰ πετῶ καὶ ξόρκια μπρὸς νὰ ψάλλω,
τὸ καστροπόρτι νὰ διαβῶ, νὰ μπῶ στὴν γῆ τοῦ ὀνείρου.
– Μὲ τὰ φτερὰ κεῖ δὲν πετᾷς, μὲ μαγγανειὲς δὲν μπαίνεις.
Τὸ πευκοδάσος νὰ διαβῇς ὣς τοῦ γιαλοῦ τὰ μέρη,
κι’ ἀστερομμάτα λυγερὴ νὰ σοῦ κρατῇ τὸ χέρι,
κι’ ὅντες πατήσῃς ἀμμουδιὰ στὸ καστροπόρτι κροῦσε.