ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Οἱ κερασιὲς

ρμε΄

Στοῦ περβολιοῦ μου τὴν γωνιά, στοῦ φράχτη μου τὴν ἄκρη,
ἐφύτεψα δυὸ κερασιές, δυὸ ἀχαμνὰ δεντράκια,
ν’ ἀνθεῖ ζευγάριν ἡ ἐμορφιά, νὰ διπλολουλουδίζει.
Στ’ ἄγουρο χῶμα πάλεψαν, νὰ δώσουν πολεμῆσαν,
κ’ ἡ μιὰ ῥίζες δὲν τίναξε καὶ γληγοροξεράνθη,
κ’ ἡ ἄλλη γοργοφούντωσε καὶ πρόκοψε κι ἁπλώθη.

Ὅταν ξυπνήσ’ ἡ ἄνοιξις καὶ κοιμηθεῖ ὁ χειμώνας
καὶ σκεπαστοῦν τ’ ἀνθόκλωνα μὲ ζάλευκο μαγνάδι,
θ’ ἀποθαυμάζουν σε, κυρά, τ’ ἀνθρωπινά μου μάτια.
Μὰ τῆς ψυχῆς μου οἱ ὀφθαλμοί, τῆς φαντασιᾶς τὰ μάτια,
θὰ παρασταίνουν πλάϊν σου καὶ τὴν νεκρὴ ἀδελφή σου,
νὰ στέκει λιοπερίχυτη καὶ τρισλουλουδιασμένη,
ψέμμα δὲν εἶναι τὰ ποὺ ὁ νοῦς δύνεται κι ἀνασταίνει.

Διαφημίσεις
ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς μνήμην τοῦ σκύλου Πύρρου

ρμγ΄

Μαῦρα λατίνια φέρνουν σας, ψυχοῦλες, πελαγόθε
κι ἀράζετε στὴν ἀμμουδιὰ σὰν ἡλιοπρωταυγίσει,
κι ὁλημερὶς ἀργάζεστε στῆς χώρας τὰ παζάρια.
Κι ὅταν σκοτίσει ὁ ἀχνὸς σπερνός, τὸ σύθαμπο στραγγίσει,
τσοῦρμο πάλιν μπαρκάρετε καὶ χίλια δυὸ ἱστορᾶτε,
σὰν οἱ γαλέρες σας γλιστροῦν, πᾶν στ’ ἀβυσσόχροο κῦμα,
στὴν ἀβασίλευτη νυχτιά, μὲ τῶν ἀστρῶ τὰ σμάρια,
καὶ μὲ τὸ δοιάκι νὰ ὁδηγᾶν δαιμόνοι κυβερνῆτες,
ὡς νηὸ ἀστρογιάλι ποὺ φανεῖ… φίλε μου θὰ βρεθοῦμε.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τὸ τραγούδιν τοῦ ληστευμένου

ρλα΄

Χρυσὴ αὐγὴ ἐχάραξε, καλοκαιριοῦ ἡμέρα,
κι ὁ γεωργὸς ἐκίνησε τὸ κτῆμα του νὰ ὁρίσει,
νὰ ὀργώσει ἀγροὺς ἀνόργωτους κι ἄλλους ἀγροὺς ν’ ἀρδέψει,
κι ἄλλους νὰ σπείρει νηὰ σποριὰ κι ἄλλους χεριὰ νὰ κόψει.
Τὸ καμιονάκι του ὁδηγεῖ, τὸ καμιονάκι πάει,
τὸ καμιονάκι του ἔφτασε στὸ ὑποστατικό του,
ἀμὴ δὲν τὸ ἐγνώρισε κι ἀνέγνωρον ὁμοιάζει.

Κρεμιοῦνται τὰ παράθυρα, τὰ σιδεροντυμένα,
ἐκόπ’ ἡ ἀτσαλοκλειδαριὰ κ’ ἡ πόρτα του σωριάστη,
κι ὁ φράχτης, πού ’φραζεν ὀρθός, τώρα στὴ γῆς ξαπλώνει.
Τρέχει ἀπ’ ἐδῶ, φέρνει ἀπ’ ἐκεῖ, γυρεύει, μελετάει,
τὰ ἔκλεψαν λογάριαζε, τὰ λείπεται μετράει,
μὲ τὸ «ἂχ» καὶ μὲ τὸ «μου» καλεῖ κι ὅλον τὰ μαρτυράει.
Πᾶνε τὰ ἐργαλεῖα του, τὰ ἑξῆντα τ’ ἄλογά του,
τὰ ἐφόδια του, τὰ σπόρια του, τὸ χαλκωματικό του.
Κ’ οἱ ξένοι ὁπού ’χε μισταρκοὺς κ’ ἦσαν στὴ δούλεψί του,
ὁποὺ τοὺς καλοτάγιζε καὶ καλοπλήρωνέ τους,
πού ’χε κατώφλι νὰ περνοῦν, κλινάρια νὰ κοιμοῦνται,
κι ὡς ψυχογιοὺς καμάρωνε κι ὡς φίλους τοὺς ἐτίμα,
ἄφαντοι ἐγινήκασιν, ὡς ἄφαντο τὸ βιός του.

Ζαλίστη κι ἀντραλίζεται, λιγοθυμᾶ νὰ πέσει,
ἂμ ἔλαχε κ’ ἐκάθισε σὲ μιὰ παληοκασόνα.
Ἄνοιξε τὸ σακούλιν του καὶ βγάζει ἀπ’ τὸν καπνό του,
πιάνει καὶ στρίβει τὸ χαρτὶ κ’ ἐτρέμαν του τὰ χέρια,
καὶ τὸ τσιγάρον ἄναψε καὶ τὸ τσιγάρον καίγει,
καὶ τὸ τσιγάρο ἐρούφηξε, νὰ φτάσει στὴν ψυχή του,
νὰ πνίξει τὴν ἀχαριστιὰ καὶ νὰ τὴν ξεφυσήξει.
Κι ἀπείτις ὥρα ἐκάπνιζε κι ὥρα ἔσκυβε στὸ χῶμα,
τὸ σάπιο ξύλο ἐλύγισε κ’ ἔσπασεν ἡ κασόνα,
κι ὅπως εὑρέθη ἀνάσκελα κατὰ τὸν ἥλιο στράφη,
κ’ εἶδε τὸ φῶς του τὸ χρυσό, λίγον παρηγορήθη
καὶ λίγον χαμογέλασε…

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Γιὰ σπολλάτη

ρλ΄

Βασίλη πού ’σουν φύλακας κ’ ἐτήραγες τὶς ῥάγες,
καὶ χάνοσουν πὰν στὰ βουνά, κάτω ἀπ’ τὰ κατρακύλια,
νὰ ἰδεῖς πέτρες κι ἂν γκρέμισαν καὶ βράχοι κι ἂν κυλῆσαν,
κι ὧρες ἐγύρνας στ’ ἄγρια, δίχως νὰ εἰπεῖς ἀνθρώπου,
κι οὔτε ποὺ βρέθης ἀχαμνός, φάνης λιθοστερέμνιος,
κ’ ἐβίγλιζες γιὰ τὸ κακὸ καὶ τὴν κακιὰ τὴν Ὥρα.
Καὶ γιὰ σπολλάτη ἐλάβαινες ἀπ’ τὴν καλὴ τὴν Ὥρα
κ’ ἤφερνες μὲς στὸ μαγερειό, στῆς μάνας σου τὰ χέρια,
λαγοὺς φαρδιοὺς τετράπαχους, λαγοὺς τραινοκομμένους,
στιφάδα πεντανόστιμα, νὰ τρῶς τὰ δάχτυλά σου!

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Νεαρὸν ὕδωρ (Μεσαιωνικὴ μελλούμενη σκηνὴ)

ρκη΄

Ι. Τὸ μεσημέριν ἐκεῖνο ἦτον θέρος, ἦτον ἄπνοια, ἦτον λάβρα. Ἀμὴ ὁ σκουτάτος βαρδιατόρος ὁποὺ ἐφύλαττε παρὰ τὴν πύλη τῆς κρήνης, ἀρματώθη τὴν ἁλυσιδωτὴν αὐτοῦ ζάβαν καὶ τὸ βαρὺ σκουτάριον καὶ εἰς τὴν ζωστρὴν ἐπέρασε τὸ τζικούριον καὶ εἰς τὴν χούφταν ἔλαβε τὸ κοντάριον κ’ ἐστεκότουν, βλοσυρός, ἔμπροσθεν τῆς πύλης, ὑπὸ τὸν ἥλιον καὶ ἤβραζεν ὡς σιγοβράζει ὁ κάβουρας ἐντὸς τοῦ τσουκαλιοῦ. Καὶ ὕστερον ἐξάνοιξεν συντροφίαν ἀνθρώπων ὁποὺ ἐσίμωσαν πλησίον τῆς πύλης κ’ ἐσταμάτησαν ὀλίγα βήματα πρὸ αὐτοῦ καί, μὲ σταμνία φορτωμένοι, βουβοὶ ἐθώρουν. Καὶ ὁ βαρδιατόρος, σιωπηρός, ἐξέτασεν αὐτοὺς καὶ ἦσαν ἄνδρες δύο καὶ γυναῖκες τέσσαρες καὶ παιδία ἓξ καὶ γέρων εἷς. Καὶ ἐνόμισεν αὐτοὺς πολλὰ ταλαιπώρους καὶ δυστυχεῖς.

ΙΙ. «Τί στέκεστε αὐτοῦ ὠρὲ καὶ δὲν μιλᾶτε; Εἰπέτε ὁποὺ ζητᾶτε, ἀλλιῶς ἀμῆτε τὸν δρόμο σας». Καὶ ὁ γέρων ἐσύρθη πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει του «Λίγο νεράκι δροσερό, παλληκάρι, νὰ ξεδιψάσουμε καὶ νὰ πλύνουμε τὰ σκουτιά μας τὰ λερά, ὁ θεὸς νὰ σ’ ἔχει καλά». «Κι ἂν μ’ ἔχει καλὰ ὁ θεὸς ὠρὲ γέρο τί; Ἐκειὸς ἔνι στοὺς οὐρανούς». Εἶπεν ὁ βαρδιατόρος δείχνοντας μὲ τὸ κοντάριον ὑψηλά. «Σάμπως γνοιάστη ποτές; Κ’ ἐδῶ στὴ γῆς ὁποὺ εἴμεθα θεὸς περνιέται ὁ ἀφέντης». Ἔκρουσε τὸ κοντάριον χαμαί. «Ὅτι σὰν μοῦ ὀργιστεῖ, τὸ καλὰ τοῦ θεοῦ δὲν σώνει καὶ χάνομαι. Καὶ γιὰ τὸ νερὸ ποὺ λέγεις, μηνάω καὶ περνᾶτε νὰ γεμίζετε».

ΙΙΙ. Κ’ ἐβρόντηξεν τὸ βαρὺ ῥόπτρον ἐπὶ τῆς ξύλινης θύρας τρίς. Καὶ ἡ θύρα ἄνοιξεν. Κ’ ἐξέβη ἀνήρ, τὸ μὲν θώριν ἔχων ἀρχοντικόν, τὸ δὲ βλέμμα ψυχρόν, ὁποὺ ὁ φύλαξ ἀπεκάλεσεν «δέκαρχον». Καὶ πρῶτον ὁ δέκαρχος ἐτήραξεν αὐτοὺς καὶ δὲν ὁμίλησεν. Καὶ ὕστερον ὁμίλησεν κι ἀρωτᾶ τὸν γέροντα «Ἐλόγου σου εἶσαι ὁ φαμελίτης; Πῶς ὀνομάζεσαι;» Καὶ ὁ γέρων ἐπρόφερε τ’ ὄνομα εἰς τὸν δέκαρχο. Καὶ ὁ δέκαρχος ἐπρόφερε τ’ ὄνομα εἰς τὸν βαρδιατόρο καὶ ὅρισεν «Σύρε, μήνυσε τοῦ γραμματικοῦ νὰ ἰδεῖ στὰ κιτάπια του».

ΙΙΙΙ. Κι ὡσὰν ἔφυγεν ὁ φύλαξ, ἐκάθισεν ἀνάμεσό τους ἡ σιωπή, ὁ δέκαρχος ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἡ φαμελιὰ ἀπ’ ἐκεῖ. Καὶ ἦτον θέρος καὶ ἄπνοια καὶ λάβρα. Καὶ ἦτον σιωπή. Κι ἂν ἡ σιωπὴ ἦτον φῶς, ἤθελε λάμψει ὡς ἥλιος. Κι ἂν ἡ σιωπὴ ἦτον σκότος, ἤθελε μελανιάσει ὡς ἄβυσσος. Καὶ ἡ σιωπὴ ἦτον σκότος πυκνὸ καὶ ἄβυσσος ἀσάλευτη καὶ κρημνὸς καὶ χάος. Κ’ ἐγράπωνε τὲς καρδίες τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, ὁποὺ ἔστεκαν ἐπὶ τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ, κ’ ἐζήτει νὰ παρέλξει αὐτὲς ἐντός της. Κ’ ἔπειτα ὁ βαρδιατόρος ἐγύρισεν, ἡ σιωπὴ ἐπαύτη, οἱ λέξεις ἐράπισαν, ἐβασίλεψεν ἡ ἐλπὶς καὶ ἀνέτειλεν ἡ ἀπελπισία. «Χρεωστεῖ». «Χρεωστεῖ;» «Πολλὰ χρεωστεῖ!» «Δίωξον, δίωξον αὐτούς».

Π. Καὶ ἡ ξύλινη θύρα τοῦ περιβόλου τῆς κρήνης μετὰ βρόντου ἐσφάλισεν. Καὶ τὸ μὲν σκουτάριον τοῦ φύλακος ὑψώθη, τὸ δὲ κοντάριον ἐχαμήλωσεν καὶ ἡ φωνὴ ἀγρίως ἐκέλευσεν «Σὰν κελαρύσουν οἱ παράδες, θὰ κελαρύσει τὸ νερό. Ἀμῆτε». Καὶ ὁ γέρων ἐψέλλισεν «Τὸ νερό, παλληκάρι, ἔνι τοῦ θεοῦ». Καὶ τὸ παλληκάριν ἀποκρίθη «Τὸ νερό, γέρο, ἔνι τοῦ ἀφέντου ὁποὺ ἔχει το, μὲ χαρτὶ πίσημον ἀπὸ τὸ δοβλέτι· κι ἂν δὲν σβηστεῖ ἀπ’ τὰ τεφτέρια τὸ δόσιμον ὁποὺ χρεωστεῖς, ἀνίμενε καμμιὰ βροχὴ νὰ σὲ ποτίσει ὁ θεός σου». Καὶ ὁ γέρων ἀνέκραξεν «Τὸ νερὸ ἔνι τοῦ θεοῦ!» Καὶ τὸ ἀνδράριον ὤθησεν βιαίως αὐτὸν μὲ τὸ σκουτάριον καὶ παραπάτησε κ’ ἐστρώθη καταγῆς. Καὶ οἱ ἄντρες ἔσπευσαν ἵνα σηκώσουν αὐτὸν καὶ οἱ γυναῖκες ὕβριζαν καὶ ὁμιλοῦσαν περὶ «ντροπῆς» καὶ τὰ παιδία ταραγμένα ἔκλαιαν.

ΠΙ. Τὸ δὲ μικρότερον ἀπὸ τὰ παιδία ἐξεκόλλησε λιθαρόπουλον ἐκ τῆς γῆς καὶ ἔριψεν αὐτό, μετὰ περισσῆς ὀργῆς, κατὰ τοῦ βαρδιατόρου· ἀμὴ ἐκεῖνος εἰς οὐδὲν ἐβλάφτη πάρεξ τοῦ κουδουνίσματος εἰς τ’ αὐτιά του, σὰν ἐβάρεσε τὸ λιθαρόπουλον ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ κασσιδίου. Ὅτι οἱ, κατὰ πῶς λέγουσιν, παλαιοὶ καιροὶ τοῦ Δαβὶδ καὶ τοῦ Γολιάθ, ἐπέρασαν τελειωτικῶς. Τώρα εἶναι μεσημέρι καὶ θέρος. Τώρα εἶναι ἄπνοια καὶ λάβρα. Τώρα εἶναι καιρὸς διὰ ὕδωρ νεαρόν.

Ἡ φύσι ὅλα τὰ τέκνα της μὲ δῶρα κι ἂν προικίζει,
ἂχ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἀπληστιὰ τὰ δῶρα μαγαρίζει,
κ’ εἰς τὰ παζάρια τὰ γυρνᾶ, πραμάτειες τελαλίζει.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ πιὸ βαθειὰ εὐγένεια

ρκε΄

Κατὰ τὸν ὑστερνὸ καιρὸν ἡ Ἀννούλα ἡ γιαγιά μου
τὸ φῶς της ἐχαμήλωσεν κι ὅλο θαμπὰ θωροῦσεν.
Κι ὡς μπρός της ἐστεκόμασταν ἐγὼ ἢ ὁ ξάδελφός μου,
τὸ ἀγγόνι της μελέταγεν, τὸ χέρι ἰσκιοβαστοῦσεν.
Κ’ ἤλεγε «Σὺ εἶσαι ὁ Σσσ…», ντρεπόταν νὰ λαθέψει,
σ’ ἔδινε χρόνο νὰ τὸ εἰπεῖς, γύρευε νὰ μαντέψει.

Ἕλλενοι τῆς ἀνατολῆς, γενιά μου «ἀφανισμένη»,
ποὺ «Ἑλληνισμὸς» ἐσπάθισαν στὸ ξύλο οἱ σταυρωτές σας,
(καμμιὰ φορὰ στὸν ὕπνο της κραύγαζε ἀλαφιασμένη)
κι Ἄδωνις «εὑρεθήκατε» κ’ εἶδαν φῶς οἱ ζωές σας.
Πληθυντικοὺς δὲν λέγατε, φερσίματα μελένια,
μὰ ἡ κόλασις σᾶς ἔντυσε τὴν πιὸ βαθειὰν εὐγένεια.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Παγανιστικὸν

ρκγ΄

Ἥλιε, σὰν ἁρματοδρομεῖς καὶ οὐρανοδιαβαίνεις,
τὰ μύρια ἀκροδαχτύλια σου, τ’ ἀχνομαλαματένια,
ὅλον τὸν κόσμο ζωγραφοῦν, μ’ ὅλον τὸν κόσμο παίζουν.
Παίζουν μὲ τὲς δεντροκορφές, τὰ μυρωδάτα δάση,
μὲ τὸ γαλάζιο πέλαγο, τὴν ζαχαρένιαν ἄμμον,
μὲ τῶν ἀνθρώπω τὰ χωριὰ καὶ μὲ τ’ ἀγριοτόπια.
Ληόδεντρα ἀργυροπράσινα κ’ ἡλιοχρουσολουσμένα,
ἀμπέλια ἀχτιδοδιάφανα καὶ φωτοχαϊδεμένα,
πλάτη, ἀχυρόξανθοι ἀγροί, περβόλια, λοφοκάμποι,
κῆποι, μελισσολείβαδα καὶ λόχμες καὶ ὁρμάνια·
κι ἀκέρια ἡ γῆ, χρυσὸς μπαξές, κάμνεις, Ἥλιε, καὶ λάμπει.

Νοτιά, σὰν πνέεις, σὰν φυσᾶς τὴν λαγαρὴ ἀναπνοιά σου,
τρώγεις τοῦ κόσμου τὴν σκουριὰ κι ὁ κόσμος ἀναθάλλει·
καὶ κουβαλεῖς π’ τ’ ἀνάλλαγα τὰ ξωτικοβασίλεια
γεραγιδίστικες λαλιές, δροσονεραϊδογέλια,
γλεντιῶν τ’ ἀχολογήματα, χορῶν σκοποὺς καὶ σκάρους.
Μὲ τί λαχτάρα οἱ ψυχὲς τὸ χάδι σου ἀδράχνουν,
στρώνουν σοφράδες στὲς αὐλὲς καὶ τάβλες στὰ μπαλκόνια,
νὰ κοινωνήσουν μὲ πιοτά, νὰ μεταλάβουν λόγια,
νὰ τὶς φυσήξεις οὔρια, νὰ ὀνειραρμενίσουν,
νὰ ξαγναντέψουν τὶς στεριὲς τῆς ἅγιας τους πατρίδας.
Χαῖρε! Ἡ ἀλήθεια τοῦ Πανὸς κάμνεις, Νοτιά, καὶ λάμπει.

Νύχτα, σὰν ἁρματοδρομεῖς καὶ οὐρανοδιαβαίνεις,
δύεις τοῦ βασιλιᾶ τὸ φῶς, μυριάδων ἀνατέλλεις,
γκρεμᾶς τὰ κάστρη τῶν μορφῶν, τὰ τείχη τῶν πραγμάτων,
κι ὅλα στὸν κόσμον σμείγει τα, τὸ μελανὸ μαντύ σου.
Κι ὅποιος στὰ σώψυχα δεχτεῖ τὴν μυστικὴν αὐδήν σου,
τραβᾶ ἀπ’ τὰ μάταια τὴν ματιὰ κ’ εἰς τ’ ἄστρη τὴν σηκώνει.
Ἐνώπιο σου ψέμμα δὲν ζεῖ κι ἀπάτη δὲν βαστιέται.
Κι ὅποιος στὰ μάγια σου ἀπιστεῖ, τὸν ὁρισμόν σου ἀρνιέται,
σ’ ἄβυσσον ἀγεωμέτρητην ἁλυσωμένον σύρε,
νὰ ἰσκιοπατεῖ στὸν Τάρταρον, γαλήνη μὴν ξανάβρει.
Ὁ Ὄλυμπος μὲς στὶς καρδιὲς κάμνεις, Νύχτα, καὶ λάμπει.