ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Στὸ Σκυλάκι

ρϞβ΄

Εἶχα μιὰ σκύλα κάποτε π’ ὠνόμασα Σκυλάκι,
μέχρι καὶ ποὺ ἐγέρασεν ἔτσι τὴν ἐκαλοῦσα.
Κι’ ὅντες ἐψυχομάχησε καὶ ἦτον ν’ ἀποθάνῃ
τρεῖς στὴν ἀράδα ἐγαύγισε, νὰ μ’ ἀποχαιρετίσῃ.
«Καλή μου μὴν φοβᾶσαι πλειὸν κι’ ἀλιὰ σ’ ἐμᾶς ποὺ ζοῦμε,
κι’ ἒν ὁ ἔρως λόχρυσος ἁρμὸς κι’ ἀνακρατεῖ τὴν πλάσι.
Κι’ ἀπ’ τὲς ἁπλάδες τ’ οὐρανοῦ ὥσμε τὰ βύθη τοῦ ᾅδου,
τὸ πᾶν φυλάττει, μάτια μου, μὲ πύρινο πλεμμάτι.
Καὶ μήτε τοῦ γλιστρᾷ ψυχή, στὸν ἄβυσσον νὰ πέσῃ,
κι’ ἀγαληνὰ μὲ τὸν καιρὸν ὅλους μᾶς ἀνεβάζει,
μᾶς πάει σὲ χῶρες ἄλυπες, σὲ τόπους δίχως δάκρυα,
κεῖ ποὺ θὰ ξανασμείξωμε, χαῖρε, Σκυλάκι, χαῖρε».

Advertisements
ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Οἶκος Χατζιαθανασίου

img_20160831_173212

ροβ΄

Μὲ ὑπερηφάνειαν ἔβλεπα, μὲ δέος πάντα κοιτοῦσα,
φωτογραφία παλαιάν, εἰκόνα φυλαγμένη.
Τὴν ἔδειχνα στοὺς συγγενεῖς, μικρὸ παιδὶ ἀποροῦσα,
«Ποιός εἶν’ αὐτὸς μὲ τὴν στολή;» (Τὴν ὄψι τὴν θλιμμένη.)

«Παιδί μου, εἶν’ ὁ Ἀλέξανδρος τῶν Χατζιαθανασίου,
ὁ ἄλλος Ἀθανάσιος καὶ ὁ τρίτος Ἰωάννης.
Στὴν Σμύρνη ἐσφάγησαν οἱ τρεῖς, στὴν γῆ τοῦ μαρτυρίου,
τ’ ἀδέρφια ἦσαν τῆς Δέσποινας καὶ τῆς γιαγιᾶς σου Ἄννης».

Παπποῦδες, ποὺ δὲν γνώρισα, συχνὰ σᾶς μνημονεύω,
μύθους ἀξιώνουν κι’ οἱ ἀχαμνοί, κι’ οἱ ταπεινοὶ ἔχουν γένη.
Κι’ ὡς τοῦ οἴκου τὸν χαμὸ μετρῶ, φυλάττω κι’ ἀναδεύω,
φλόγα τῆς γῆς περίστατη, μιὰ νέαν Οἰκουμένη.

 

Φωτογραφία τοῦ ἱστολογίου

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Στοὺς ὁμομητρίους κύνες Βροῦτο καὶ Λεοπόλδο

ρνζ΄

Μετὰ ποὺ κρούγει τὸ σπαθὶ τραβιέται στὸ σκουτάρι,
τὴν βάρκα πάει τὸ πέλαγο, μὲ δίχως τὸ κουπί.
Γοργὴ σαγίτα δὲν πετᾶ μὲ λάσκα τὸ δοξάρι,
χωρὶς τ’ ἀμόνι σίδερον δὲν σιάζει τὸ σφυρί.
Στὸ σκαλιστήρι τ’ ἀλαφρὺ μακρό, πρέπει, στειλιάρι,
καὶ μὲ τ’ ἀλφάδιν ὁδηγᾶ τὴν πέτρα τὸ μυστρί.

Μάρτυς τοῦ βασιλιᾶ τὸ φῶς, μάρτυς οἱ ἀχτίδες τοῦ ἄστρου,
τοῦ ἀρχαίου πρωτοβιγλάτορα, τοῦ τετραψήλου κάστρου,
ὅτι, στὲς χῶρες ποὺ φωτᾶ, ἡ φύσις ἔτσι ἀξιώνει,
ὅσα τὸ ζεῦγος καταχτᾶ, ὁ γεῖς δὲν τὰ ζυγώνει.
«Οὔτε ὁ Ἡρακλῆς μὲ δυό», τοῦ Ἀρχιλόχου ὁρμήνεια,
κ’ οἱ ποὺ ζευγάριν πολεμοῦν βαστοῦν τοῦ βιοῦ τὸ κῦμα.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ κόρη καὶ ὁ γκρὰς

ρνστ΄

Φῶς αὐγινὸ νηοθώρητο, κινᾶ γιὰ νὰ σκαλίσει,
κρεμιέται ὁ γκρὰς στὸν ὦμον της, σιωπᾶ μὰ σὰν λαλήσει
ἀλὶ σ’ ἐκειὸν ποὺ θρασευτεῖ καὶ δὲν πισωπατήσει.

Κρύο σταμνί, δεκατιανό, τρώγει νὰ καρδαμώσει,
στὸ σοφραδάκι, ἀνάγειρτον, τὸν γκρὰ ἔχει ἀπιθώσει,
τζοχανταραῖο στὸν δὲν σκιαχτεῖ, κατὴ στὸν ποὺ θ’ ἁπλώσει.

Φλόγα τὴν πλάσι ἐμάρανε, στὸν ἴσκιο ὕπνος τραβιέται,
πλάγι στὸ ἀφρόπλαστο κορμὶν ὁ γκρὰς λαγοκοιμιέται,
κ’ ἔχει τοῦ σκανδαλίζεται σκανδάλη καὶ πατιέται.

Λιόγερμα κ’ ἔρμη περπατεῖ, πάει τοῦ χωριοῦ τὸ μίλι,
παληὸ σκοπὸν ἐρωτικὸ τερέτιζαν τὰ χείλη,
στὸν θέλει βιάσει τὰ φιλιὰ ὁ γκρὰς καυτὰ θὰ στείλει.

Στὸ λιακωτὸ ἐδείπνησε, κοιμήθη στὸ κλινάρι,
πρόσμενε, λέει, τὸν ἀγαπῶ, στὸ ῥέμμα καβαλάρη,
ἀμὴ τὸν γκρὰ εἰς τ’ ὄνειρον βαστᾶ τὸ παλληκάρι.

Φῶς αὐγινὸ ξημέρωσεν, τὴν ἀνιμένει ὁ δρόμος.
«Φόβος τὰ ἔρημα φυλᾶ» διδάχνει ἄγραφτος νόμος,
τὸν γκρὰ ὁ τοῖχος ἄφηκεν καὶ τὸν φορτώθη ὁ ὦμος.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Οἱ κερασιὲς

ρμε΄

Στοῦ περβολιοῦ μου τὴν γωνιά, στοῦ φράχτη μου τὴν ἄκρη,
ἐφύτεψα δυὸ κερασιές, δυὸ ἀχαμνὰ δεντράκια,
ν’ ἀνθεῖ ζευγάριν ἡ ἐμορφιά, νὰ διπλολουλουδίζει.
Στ’ ἄγουρο χῶμα πάλεψαν, νὰ δώσουν πολεμῆσαν,
κ’ ἡ μιὰ ῥίζες δὲν τίναξε καὶ γληγοροξεράνθη,
κ’ ἡ ἄλλη γοργοφούντωσε καὶ πρόκοψε κι ἁπλώθη.

Ὅταν ξυπνήσ’ ἡ ἄνοιξις καὶ κοιμηθεῖ ὁ χειμώνας
καὶ σκεπαστοῦν τ’ ἀνθόκλωνα μὲ ζάλευκο μαγνάδι,
θ’ ἀποθαυμάζουν σε, κυρά, τ’ ἀνθρωπινά μου μάτια.
Μὰ τῆς ψυχῆς μου οἱ ὀφθαλμοί, τῆς φαντασιᾶς τὰ μάτια,
θὰ παρασταίνουν πλάϊν σου καὶ τὴν νεκρὴ ἀδελφή σου,
νὰ στέκει λιοπερίχυτη καὶ τρισλουλουδιασμένη,
ψέμμα δὲν εἶναι τὰ ποὺ ὁ νοῦς δύνεται κι ἀνασταίνει.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς μνήμην τοῦ σκύλου Πύρρου

ρμγ΄

Μαῦρα λατίνια φέρνουν σας, ψυχοῦλες, πελαγόθε
κι ἀράζετε στὴν ἀμμουδιὰ σὰν ἡλιοπρωταυγίσει,
κι ὁλημερὶς ἀργάζεστε στῆς χώρας τὰ παζάρια.
Κι ὅταν σκοτίσει ὁ ἀχνὸς σπερνός, τὸ σύθαμπο στραγγίσει,
τσοῦρμο πάλιν μπαρκάρετε καὶ χίλια δυὸ ἱστορᾶτε,
σὰν οἱ γαλέρες σας γλιστροῦν, πᾶν στ’ ἀβυσσόχροο κῦμα,
στὴν ἀβασίλευτη νυχτιά, μὲ τῶν ἀστρῶ τὰ σμάρια,
καὶ μὲ τὸ δοιάκι νὰ ὁδηγᾶν δαιμόνοι κυβερνῆτες,
ὡς νηὸ ἀστρογιάλι ποὺ φανεῖ… φίλε μου θὰ βρεθοῦμε.

ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τὸ τραγούδιν τοῦ ληστευμένου

ρλα΄

Χρυσὴ αὐγὴ ἐχάραξε, καλοκαιριοῦ ἡμέρα,
κι ὁ γεωργὸς ἐκίνησε τὸ κτῆμα του νὰ ὁρίσει,
νὰ ὀργώσει ἀγροὺς ἀνόργωτους κι ἄλλους ἀγροὺς ν’ ἀρδέψει,
κι ἄλλους νὰ σπείρει νηὰ σποριὰ κι ἄλλους χεριὰ νὰ κόψει.
Τὸ καμιονάκι του ὁδηγεῖ, τὸ καμιονάκι πάει,
τὸ καμιονάκι του ἔφτασε στὸ ὑποστατικό του,
ἀμὴ δὲν τὸ ἐγνώρισε κι ἀνέγνωρον ὁμοιάζει.

Κρεμιοῦνται τὰ παράθυρα, τὰ σιδεροντυμένα,
ἐκόπ’ ἡ ἀτσαλοκλειδαριὰ κ’ ἡ πόρτα του σωριάστη,
κι ὁ φράχτης, πού ’φραζεν ὀρθός, τώρα στὴ γῆς ξαπλώνει.
Τρέχει ἀπ’ ἐδῶ, φέρνει ἀπ’ ἐκεῖ, γυρεύει, μελετάει,
τὰ ἔκλεψαν λογάριαζε, τὰ λείπεται μετράει,
μὲ τὸ «ἂχ» καὶ μὲ τὸ «μου» καλεῖ κι ὅλον τὰ μαρτυράει.
Πᾶνε τὰ ἐργαλεῖα του, τὰ ἑξῆντα τ’ ἄλογά του,
τὰ ἐφόδια του, τὰ σπόρια του, τὸ χαλκωματικό του.
Κ’ οἱ ξένοι ὁπού ’χε μισταρκοὺς κ’ ἦσαν στὴ δούλεψί του,
ὁποὺ τοὺς καλοτάγιζε καὶ καλοπλήρωνέ τους,
πού ’χε κατώφλι νὰ περνοῦν, κλινάρια νὰ κοιμοῦνται,
κι ὡς ψυχογιοὺς καμάρωνε κι ὡς φίλους τοὺς ἐτίμα,
ἄφαντοι ἐγινήκασιν, ὡς ἄφαντο τὸ βιός του.

Ζαλίστη κι ἀντραλίζεται, λιγοθυμᾶ νὰ πέσει,
ἂμ ἔλαχε κ’ ἐκάθισε σὲ μιὰ παληοκασόνα.
Ἄνοιξε τὸ σακούλιν του καὶ βγάζει ἀπ’ τὸν καπνό του,
πιάνει καὶ στρίβει τὸ χαρτὶ κ’ ἐτρέμαν του τὰ χέρια,
καὶ τὸ τσιγάρον ἄναψε καὶ τὸ τσιγάρον καίγει,
καὶ τὸ τσιγάρο ἐρούφηξε, νὰ φτάσει στὴν ψυχή του,
νὰ πνίξει τὴν ἀχαριστιὰ καὶ νὰ τὴν ξεφυσήξει.
Κι ἀπείτις ὥρα ἐκάπνιζε κι ὥρα ἔσκυβε στὸ χῶμα,
τὸ σάπιο ξύλο ἐλύγισε κ’ ἔσπασεν ἡ κασόνα,
κι ὅπως εὑρέθη ἀνάσκελα κατὰ τὸν ἥλιο στράφη,
κ’ εἶδε τὸ φῶς του τὸ χρυσό, λίγον παρηγορήθη
καὶ λίγον χαμογέλασε…