ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

On the Grasshopper and Cricket

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ

Στὴν Νικολέττα Σίμωνος

Ἡ ποίησις ποὺ βγάζ’ ἡ γῆ μηδέποτε πεθαίνει:
Ὅταν μαραίνῃ τὰ πουλιὰ τοῦ λάβρου ἥλιου ἡ πύρα
κι’ ἀράζουν στὶς δεντροδροσιές, φωνὴ γροικιέται γῦρα
σὲ λειβαδιοῦ θαμνόφραχτου χλόη φρεσκοκομμένη.

Εἶν’ τῆς Ἀκρίδος ἡ φωνή – κείνη παίρνει κεφάλι
στοῦ θέρους τὴν γλυκειὰ βολή, – καὶ τελειωμὸν δὲν ἔχει
μὲ τὶς χαρές· γιὰ ὡς κουραστῇ ἀπ’ τὸ τρελό της κέφι
κάτω ἀπ’ ἀγριόχορτο τερπνὸν ἀνέτως ἀναθάλλει.

Ἡ ποίησις ποὺ βγάζ’ ἡ γῆ ἀναπαημὸ δὲν κάνει:
Στὸ ἔρμο χειμέριο σύθαμπο, ποὺ ὁ παγετὸς ἀργάζει
σιωπήν, ἀπ’ τὴ θερμάστρα νά μὲ ἤχους λιγυροὺς

τοῦ Γρύλλου τὸ τραγούδισμα, στὴ ζέστα πάντ’ αὐξάνει,
κι’ εἰς ἕναν ποὺ ἀποκάρωσε μισάγρυπνος φαντάζει
σὰν τῆς Ἀκρίδος ὅπου ἀχεῖ σὲ λόφους χλοερούς.

Πίνακας: Joseph Severn

Διαφημίσεις
ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Silentium Amoris

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ

Καθὼς συχνὰ ἥλιος ὑπέρλαμπρος φλογώνει,
βιάζει τὸ κάτωχρο, ἀνθιστάμενο φεγγάρι
πίσω στ’ ἀσβολερό του σπήληο, πρὶν κἂν πάρῃ
μιὰν ἔστω μοναχὰ μπαλλάντ’ ἀπὸ τ’ ἀηδόνι,
ὅμοια στὸ κάλλος σου τὰ χείλη μου ἀστοχοῦνε,
παράφωνοι κι’ οἱ γλύκιστοι ψαλμοί μου ἠχοῦνε.

Κι’ ὅπως διασχίζοντας τὸν κάμπο σὰν αὐγίσῃ
μ’ ὁρμητικὰ φτερὰ ἀγέρας καταφτάνει
καὶ σπάει μὲ τὰ δριμειὰ φιλιά του τὸ καλάμι
τὸ μόνο του ὄργανο πό ’χε νὰ τραγουδίσῃ,
ὅμοια μ’ ἀργάζονται τ’ ἀμέρωτά μου πάθη
κι’ ἀπὸ περίσσια ἀγάπ’ ἡ ἀγάπη μου βουβάθη.

Ὅμως εἰς σὲ θαῤῥῶ τὰ μάτια μου ἐξηγοῦνε
γιατὶ σιωπῶ, κι’ ἄχορδο τὸ λαγοῦτο μένει;
Κάλλια νὰ χωριστοῦμ’ ἀλλιῶς, πορεία ξένη,
γιὰ χείλη ἐσὺ γλυκύτερα ποὺ μελῳδοῦνε,
κι’ ἐγὼ νὰ πιῶ ἀπ’ τῆς στέρφας θύμησης τὴν κοῦπα
ἀφίλητα φιλιά, τραγούδια ποὺ δὲν σοῦ ’πα.

Φωτογραφία: Napoleon Sarony

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

The Disciple

399px-Oscar_Wilde_portrait

ΠΕΖΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ

Ὅταν ὁ Νάρκισσος ἀπόθανεν ἡ λιμνοῦλα τῆς εὐφροσύνης του μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, καὶ οἱ ὀρειάδες κατέφτασαν θρηνῶντας ἐκ τὸ δασοτόπιν ἵνα τραγουδήσωσιν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ παρηγορήσωσιν αὐτήν.

Καὶ μόλις ἐννόησαν ὅτ’ ἡ λιμνοῦλα μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, ἔλυσαν τὲς πράσινες πλεξοῦδες τῆς κόμης των καὶ ἀναφώνησαν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ εἶπαν, «Μήτε  ἀποροῦμε ὁποὺ ἔχεις γιὰ πρεπὸ νὰ πενθῇς ἐτσιδὰ τὸν Νάρκισσο, τόσον ἔμμορφος ἦτον».

«Καλέ, ἦτον ἔμμορφος ὁ Νάρκισσος;» εἶπεν ἡ λιμνοῦλα.

«Ποιός δύνεται νὰ ἠξεύρῃ το καλύτερ’ ἀπὸ σένα;» ἀποκρίθησαν οἱ ὀρειάδες. «Ἐμᾶς ἀείποτες ἀγνοοῦσε, παρὰ τοῦ λόγου σου ἐγύρευε, κι’ ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες σου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός σου, κι’ εἰς τὸν καθρέφτη τῶν νερῶν σου καθρεφτίζετον ἡ δική του ἐμμορφιά».

Καὶ ἡ λιμνοῦλ’ ἀποκρίθη, «Ὅμως ἀγαποῦσα τὸν Νάρκισσον ὅτι, καθὼς ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες μου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός μου, εἰς τὸν καθρέφτη τῶν ὀμματιῶν του ἔβλεπα πάντα τὴν δική μου ἐμμορφιὰ καθρεφτισμένη».

Φωτογραφία: Napoleon Sarony

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ ποιητὴς ὁπλίτης

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ

Στὸν πόλεμον ἐβάδιζα, σκουτάριν ἐβαστοῦσα,
πανώρηο κι’ ἀψεγάδιαστο καὶ κυκλογυρισμένο,
κι’ ἀθέλητά μου τ’ ἄφησα στῆς βατουλιᾶς τὴν ἄκρη.
Σάϊος θὰ τ’ ἀρματώθηκε, κοῦρσος θὰ τὸ καυχιέται…
ἂς τὸ χαρῇ, σκοτίστηκα, κι’ ἂς τό ’χῃ, δὲν μὲ μέλει,
μὸν μέλει με ὁπ’ ἐγλύτωσα κι’ ὁποὺ τὸν ἥλιο βλέπω.
Σκουτάρι’ ἂν θὲς δὲν λείπονται κι’ ὁ κόσμος ἔχει πλήθια,
καὶ παίρνω νηὸ καὶ θωριακὸ κι’ ὄχι ἀχαμνότερό του.

ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἣν παρὰ θάμνωι,
ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων·
αὐτὸν δ’ ἐξεσάωσα. τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;
ἐῤῥέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Hesperia

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦΤ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 21ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Τὸ δείλι τὸ χειμέριο, φλόγα πίσω ἀπ’ ὀξεῖες σκεπὲς
καὶ καμινάδες ξέχωρ’ ἀπ’ τὴν γκρίζα τούτη σφαῖρα,
ἀνοίγει πύλες διάπλατες χρόνου ἀπ’ τὴν μνήμη πέρα
μὲ μεγαλεῖα ἀλλοτινὰ κι’ ἐπιθυμίες θεϊκές.

Θαύματα προσδοκώμενα καῖν στὶς βαθειὲς κεῖνες φωτιές,
γεμᾶτα περιπέτεια κι’ ὄχι ἄσπιλ’ ἀπὸ τρόμο·
σφιγγῶν ἀράδ’ ἁπλώνεται, καθάριο δείχνει δρόμο
πρὸς πυργοτείχη ποὺ δονοῦν νότες λυρῶν ἀλαργινές.

Ἡ γῆ ’ναι ποὺ τὸ νόημα τῆς ὀμορφιᾶς θάλλει λαμπρόν·
ἐκεῖ ποὺ κάθε ὀρφανὴ ἀνάμνησι πηγάζει,
ἐκεῖ ποὺ ὁ μέγας ποταμὸς Χρόνος πορεία χαράζει
καὶ πλέει στ’ ἀχανὲς κενὸ μ’ ἀστρόφωτες ῥοὲς ὡρῶν.

Στ’ ὄνειρο τὴν ζυγώνουμε – Μὰ γνῶσις παλαιὰ θρυλεῖ:
Τοὺς δρόμους της δὲν λέρωσε, ποτέ, περπατησιὰ θνητή.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Star-Winds

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦΤ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 21ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Εἶν’ ὥρα στοῦ λυκόφωτος τὴν θολερὴ βεντάλια,
πειότερο τὸ φθινόπωρο, ποὺ ἀπ’ τ’ ἄστρα κατεβαίνει
ἄνεμος στὶς λοφοκορφὲς κι’ ὁδοὺς ἔρμες διαβαίνει,
σὰν καῖν σὲ κάμαρες ζεστὲς τὰ πρῶτα λαμπογυάλια.

Τὰ φύλλα στροβιλίζονται παράξενα, φανταστικά,
μὲ χάρι ἐξώκοσμη ὁ καπνὸς βγαίνει στριφογυρνῶντας,
γεωμετρίες ἀπ’ τὸ βαθὺ διάστημ’ ἀκλουθῶντας,
μέσ’ ἀπ’ ὁμῖχλες νοτινὲς ὁ Φομαλὼ κρυφοκοιτᾷ.

Οἱ ὀνειροπόλοι ποιητὲς τὴν ὥρ’ αὐτὴ γνωρίζουν
τί μύκητες βλασταίνουν στὸν Γιογκόθ, τί εὐωδιὲς
κι’ ἀνθῶν χρώματ’ ἁπλώνονται στοῦ Νίθον τὶς στερηές,
ποὺ στοὺς φτωχοὺς κήπους τῆς γῆς παρόμοια δὲν ἀνθίζουν.

Ὅμως γιὰ κάθε ὄνειρο ποὺ ἀπ’ τ’ ἄστρα γεφυρώνουν,
ἀπ’ τὰ δικά μας δώδεκα οἱ ἀνέμοι αὐτοὶ σαρώνουν.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

The Courtyard

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦΤ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 21ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Ἡ πολιτεία ἤτανε ποὺ ἐγνώρισα παληά,
ἡ ἀρχαία πόλις ἡ λεπρὴ ὅπου μιγάδων στίφη
ψέλνουν σ’ ἀλλόκοτους θεούς, βλαστήμων γκόνγκ κροῦν ἤχοι
σ’ ὑπόγειες κρύπτες στῆς ἀκτῆς τ’ ἀκάθαρτα στενά.

Τὰ σάπια σπίτια μοχθηρὰ μὲ βλέμμα κρύο κοιτοῦσαν
κεῖθε ποὺ μισοζώντανα γέρναν καὶ μεθυσμένα,
πατῶντας μέσ’ ἀπ’ τὶς βρωμιὲς τὴν πύλη πλέον περνοῦσα
στὴν μαύρη αὐλὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ πρόσμενεν ἐμένα.

Τοῖχοι μ’ ἐζῶσαν σκοτεινοὶ κι’ «ἀνάθεμα» εἶπα «στράτα
ποὺ μ’ ἔῤῥιξες στὴν ἄθλια τούτη σφηκοφωληά»,
σὰν ξάφνου ἀστράψαν γύρω μου παράθυρα πολλά
μὲς στ’ ἄγριον φῶς, μὲ χορευτὲς ἀσφυχτικὰ γεμᾶτα.

Τρελό, ξεφάντι ἀθόρυβο σερνάμενων νεκρῶν –
Δίχως χέρια στοὺς ὤμους των καὶ ἄνευ κεφαλῶν!