ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Σελεφαῒς

9494

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 20ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Εἰς μνήμην Ἰωάννου Συκουτρῆ

Σ’ ἕνα ὄνειρο ὁ Κυράνης εἶδε τὴν πόλι στὴν κοιλάδα, καὶ τὴν ἀκρογιαλιὰ παραπέρα, καὶ τὴν χιονισμένη βουνοκορφὴ ποὺ βιγλίζει ψηλάθε τὴν θάλασσα, καὶ τὶς φανταχτερὰ χρωματισμένες γαλέρες ν’ ἀρμενίζουν ἔξω ἀπ’ τὸ λιμάνι πρὸς τὶς μακρυνὲς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Σ’ ἕνα ὄνειρο ἦταν ἐπίσης ποὺ ἀπέκτησε τ’ ὄνομά του «Κυράνης», γιατὶ στὸν ἐγρήγορο βίο του ἀπεκαλεῖτο μὲ διαφορετικὸν ὄνομα. Ἴσως ἦταν φυσικὸ γι’ αὐτὸν νὰ ὀνειρευθῇ ἕνα νέο ὄνομα, ὡς ὁ στερνὸς τῆς οἰκογενείας του, καὶ ὡς μόνος μεταξὺ τῶν ἀπαθῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Λονδίνου, ἔτσι ποὺ  ἐλάχιστοι βρίσκονταν ὥστε νὰ τοῦ μιλοῦν καὶ νὰ τοῦ θυμίζουν ποιὸς ὑπῆρξε.  Ἀπώλεσε τὰ χρήματα καὶ τὶς γαῖες του, καὶ δὲν τὸν ἔμελε γιὰ τὶς συνήθειες τῶν ἀνθρώπων γύρω του, ἀλλὰ προτιμοῦσε νὰ ὀνειρεύεται καὶ νὰ γράφῃ γιὰ τὰ ὄνειρά του. Ὅ,τι ἔγραφε τὸ κορόϊδευαν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς τὸ παρουσίαζε, ὥστε μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα φύλαγε τὰ γραπτά του γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ ἐν τέλει ἔπαψε νὰ γράφῃ. Ὅσο περισσότερο ἀπεσύρετο ἀπὸ τὸν κόσμο γύρω του, τόσο πειὸ θαυμαστὰ ἔγιναν τὰ ὄνειρά του, καὶ θὰ ἦταν τελείως ἀνώφελο νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ τὰ περιγράψῃ στὸ χαρτί. Ὁ Κυράνης δὲν ἦταν μοντέρνος, καὶ δὲν εἶχε παρόμοιο τρόπο σκέψεως μὲ ἄλλους ποὺ ἔγραφαν. Ἐνῷ ἐκεῖνοι ὑπερέβαλλαν ἑαυτὸν νὰ ξεγυμνώσουν τὴν ζωὴ ἀπὸ τὶς πλουμιστὲς τηβέννους τοῦ μύθου, καὶ νὰ παρουσιάσουν μὲ γυμνὴ ἀσχήμια τὸ ἀπαίσιο πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἡ πραγματικότητα, ὁ Κυράνης γύρευε τὴν ὀμορφιὰ καὶ μόνο. Ὅταν ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πεῖρα ἀπετύγχαναν νὰ τὴν φανερώσουν, τὴν γύρευε στὴν φαντασία καὶ στὶς ψευδαισθήσεις, καὶ τὴν ἀνεκάλυψε στὸ ἴδιο του τὸ κατώφλι, ἀνάμεσα στὶς νεφελώδεις θύμησες τῶν παραμυθιῶν καὶ τῶν ὀνείρων τῆς παιδικῆς ἡλικίας.

Δὲν βρίσκονται πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἀναγνωρίζουν ποιὰ θαύματα τοὺς φανερώνονται ἐντὸς τῶν ἱστοριῶν καὶ τῶν ὁραμάτων τῆς νηότης τους. Γιατὶ τὸν καιρὸ ποὺ σὰν παιδιὰ ἀκοῦμε καὶ ὀνειρευόμαστε, δὲν συλλογιζόμαστε παρὰ μὲ σκέψεις ἀμέστωτες, καὶ ὅταν ὥριμοι πλέον παλεύουμε νὰ θυμηθοῦμε, ἔχουμε γίνη νωθροὶ καὶ κοινότοποι ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῆς ζωῆς. Ὅμως κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς ξυπνοῦμε κατὰ τὴν νύχτα μὲ παράξενα φαντάσματα γητεμμένων λόφων καὶ κήπων, κρηνῶν ποὺ τραγουδοῦν στὸν ἥλιο, χρυσαφένιων γκρεμῶν ποὺ γέρνουν πάνωθε τῶν  θαλασσῶν ποὺ φλοισβίζουν, πεδιάδων ποὺ ἐκτείνονται ὣς τὶς κοιμωμένες πολιτεῖες ἀπὸ ὀρείχαλκο καὶ πέτρα, καὶ ἡσκιερῶν λόχων ἀπὸ ἥρωες ποὺ ἱππεύουν λευκοὺς στολισμένους ἵππους στὶς παρυφὲς πυκνῶν δασῶν. Καὶ τότε καταλαβαίνουμε πὼς ἔχουμε κοιτάξει πίσω, διὰ μέσου τῶν φιλντισένιων πυλῶν, ἐντὸς τοῦ κόσμου τῶν θαυμάτων ὁ ὁποῖος ἦταν δικός μας πρὶν καταλήξουμε σοφοὶ καὶ δυστυχεῖς.

Ὁ Κυράνης τελείως ἀπροσδόκητα ἀνεκάλυψε τυχαῖα τὸν παληὸ κόσμο τῶν παιδικῶν του χρόνων. Ὠνειρευόταν τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκε, τὸ μεγάλο λίθινο σπίτι, τὸ ζωσμένο μὲ κισσό, ἐκεῖ ὅπου δεκατρεῖς γενεὲς τῶν προγόνων του εἶχαν ζήσει, καὶ ὅπου εἶχε ἐλπίσει νὰ πεθάνῃ. Ἦταν φεγγαρόλουστη νυχτιά, καὶ εἶχε ξεγλιστρήσει κρυφὰ ἔξω στὸ εὐωδιαστὸ καλοκαιρινὸ βράδυ, μέσ’ ἀπὸ τοὺς κήπους, πρὸς τὰ κάτω ἀπ’ τὶς πεζοῦλες, πέρ’ ἀπ’ τὶς ψηλὲς βελανιδιὲς τοῦ πάρκου, καὶ κατὰ μῆκος τοῦ μακροῦ λευκοῦ δρόμου πρὸς τὸ χωριό. Τὸ χωριὸ φαινόταν πολὺ παληό, φαγωμένο στὴν ἄκρη σὰν τὸ φεγγάρι ποὺ ξεκινοῦσε νὰ φθίνῃ, καὶ ὁ Κυράνης ἀναρωτιόταν ἂν οἱ μυτερὲς στέγες τῶν μικρῶν σπιτιῶν ἔκρυβαν ὕπνο ἢ θάνατο. Στὸν δρόμο ὑπῆρχαν λόγχες ἀπὸ ψηλὸ γρασσίδι, καὶ τὰ τζάμια τῶν παραθυριῶν σὲ κάθε πλευρὰ ἦσαν εἴτε σπασμένα εἴτε θολὰ ποὺ κοιτοῦσαν ἐπίμονα. Ὁ Κυράνης δὲν εἶχε χρονοτριβήσει, ἀλλὰ εἶχε βαδίσει βαριὰ λὲς καὶ εἶχε κληθῆ γιὰ κάποιον σκοπό. Δὲν τόλμησε νὰ μὴν ὑπακούσῃ στὰ κελεύσματα ἀπὸ φόβο μήπως ἀποδειχθῇ μιὰ ψευδαίσθησι σὰν τὶς παρορμήσεις καὶ τὶς προσδοκίες τοῦ ἐγρηγόρου βίου, ποὺ δὲν ὁδηγοῦν σὲ κανένα σκοπό. Ἔπειτα εἶχε κατεβῆ ἕνα μονοπάτι ποὺ ὡδηγοῦσε ἔξω ἀπ’ τὸν δρόμο τοῦ χωριοῦ πρὸς τ’ ἀκρόβραχα τοῦ καναλιοῦ, καὶ εἶχε φθάσει στὸ τέρμα τῶν πραγμάτων – στὸν γκρεμὸ καὶ στὴν ἄβυσσο ὅπου ὅλο τὸ χωριὸ καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἔπεφτε ἀπότομα μέσα στὴν δίχως ἠχὼ κενότητα τοῦ ἀπείρου, καὶ ὅπου ἀκόμη κι’ ὁ οὐρανὸς μπροστὰ ἦταν κενὸς καὶ ἀφώτιστος ἀπὸ τὸ κατακερματισμένο φεγγάρι καὶ τ’ ἀτενίζοντα ἄστρα. Ἡ πίστι τὸν εἶχε προτρέψει νὰ προχωρήσῃ, ἐπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ ἐντὸς τοῦ χάσματος, ὅπου εἶχε αἰωρηθῆ χαμηλά, χαμηλά, χαμηλά, πέρ’ ἀπὸ  σκοτεινά, ἀσχημάτιστα, ἀνονείρευτα ὄνειρα, σφαῖρες ποὺ ἀχνόφεγγαν καὶ ἐνδέχεται νὰ ἦσαν ὄνειρα ἐν μέρει φανερωμένα, καὶ φτερωτὰ πλάσματα ποὺ γελῶντας ἔμοιαζαν νὰ περιπαίζουν τοὺς ὀνειροπόλους ὅλων τῶν κόσμων. Τότε μία σχισμὴ φάνηκε ν’ ἀνοίγεται στὸ σκότος μπροστά του, καὶ διέκρινε τὴν πόλι τῆς κοιλάδος, νὰ λαμπυρίζῃ ἐκθαμβωτικὰ πέραθε, κάτω μακριά, μὲ βάθος τὴν θάλασσα καὶ τὸν οὐρανό, καὶ ἕνα χιονοστεφὲς ὄρος πλησίον τῆς ἀκτῆς.

Ὁ Κυράνης εἶχε ξυπνήσει ἀκριβῶς κατὰ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀντίκρυσε τὴν πόλι, ὡστόσο γνώριζε ἀπὸ τὴν στιγμιαία ματιὰ ὅτι δὲν ἦταν καμμιὰ ἄλλη παρὰ ἡ Σελεφαΐς, στὴν κοιλάδα τῆς Οὔθ – Ναργκάι πέρ’ ἀπὸ τοὺς Ταναρίους λόφους, ἐκεῖ ὅπου τὸ πνεῦμα του εἶχε ζήσει ὁλάκερη τὴν αἰωνιότητα μιᾶς ὥρας κάποιο ἀπομεσήμερο τοῦ θέρους ἐδῶ καὶ πολὺ καιρό, ὅταν εἶχε ξεγλιστρήσει ἀπὸ τὴν παραμάννα του ἀφήνοντας τὴν ζεστὴ θαλασσινὴ αὔρα νὰ τὸν νανουρίσῃ ἐνόσῳ κοιτοῦσε τὰ σύννεφα ἀπὸ τὸν κοντινὸ στὸ χωριὸ γκρεμό. Εἶχε διαμαρτυρηθῆ τότε, ὅταν τὸν εἶχαν βρεῖ, ξυπνήσει, καὶ μεταφέρει στὸ σπίτι, γιατὶ ἀκιβῶς μόλις τὸν ξύπνησαν κόντευε νὰ μπαρκάρῃ μὲ μιὰ χρυσαφένια γαλέρα γιὰ ἐκεῖνες τὶς ποθεινὲς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Καὶ τώρα ἦταν ὁμοίως ἀγανακτισμένος γιὰ τὸ ξύπνημα, γιατὶ εἶχε βρεῖ τὴν μυθώδη πολιτεία του μετὰ ἀπὸ σαράντα βαρετὰ χρόνια.

Ὅμως ὕστερ’ ἀπὸ τρεῖς νύχτες ὁ Κυράνης ἐπέστρεψε στὴν Σελεφαΐδα. Ὁμοίως μὲ πρίν, ὠνειρεύθηκε πρῶτα τὸ χωριὸ ὡς κοιμώμενο ἢ νεκρό, καὶ τὴν ἄβυσσο ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε κάποιος νὰ αἰωρηθῇ ἐν σιωπῇ. Κατόπιν ἡ σχισμὴ ἐμφανίσθηκε πάλι καὶ ἀντίκρυσε τοὺς φεγγοβόλους μιναρέδες τῆς πόλεως, καὶ εἶδε τὶς χαρίεσσες γαλέρες ἀγκυροβολημένες στὸν κυανὸ λιμένα, καὶ παρατήρησε τὰ δέντρα γκίνγκο ἀπὸ τὸ ὄρος Ἄραν νὰ λικνίζωνται στὴν θαλασσινὴ αὔρα.  Ὅμως τούτη τὴν φορὰ δὲν τὸν ἅρπαξαν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ ὄντας πλάσμα φτερωτὸ κατέβαινε βαθμιαῖα ἐπάνω ἀπὸ μιὰ χλοερὴ πλαγιὰ ὥσπου τελικὰ τὰ πόδια του ἀκούμπησαν ἁπαλὰ στὸ χόρτο. Εἶχε ὄντως ἐπανέλθει στὴν κοιλάδα τῆς Οὔθ – Ναργκάι καὶ στὴν μεγαλοπρεπῆ πολιτεία τῆς Σελεφαΐδος.

Κατηφορικὰ στὸν λόφο ἀνάμεσα στὴν εὐωδιαστὴ πρασινάδα καὶ στὰ ζωηρόχρωμα λουλούδια πορεύθη ὁ Κυράνης, ἐπάνω ἀπὸ τὸν ἀφρισμένο Ναράξα ἀπὸ τὸ μικρὸ ξύλινο γεφύρι ὅπου εἶχε λαξεύσει τ’ ὄνομά του πολλὰ χρόνια πίσω, καὶ διὰ μέσου τοῦ ψιθυρίζοντος ἄλσους πρὸς τὴν πολὺ μεγάλη λίθινη γέφυρα τὴν πλησίον τῶν πυλῶν τῆς πόλεως. Ὅλα ἦσαν ὅπως παληά, μήτε τὰ μαρμάρινα τείχη εἶχαν ξεθωριάσει, μήτε τὰ ἐπὶ τῶν τειχῶν γυαλισμένα ὀρειχάλκινα ἀγάλματα εἶχαν θαμπώσει. Καὶ ὁ Κυράνης ἐννόησε πὼς δὲν ἦταν ἀπαραίτητο νὰ τρέμῃ μὴ τυχὸν τὰ ὅσα γνώριζε ἔχουν χαθῆ, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ καστροφύλακες στοὺς προμαχῶνες ἦσαν οἱ ἴδιοι κι’ ὡστόσο τὸ ἴδιο νέοι ὅπως τοὺς θυμόταν. Ὅταν εἰσῆλθε ἐντὸς τῆς πόλεως, πέρ’ ἀπὸ τὶς ὀρειχάλκινες πύλες καὶ ἐπὶ τῶν ὀνυχόστρωτων ὁδῶν, οἱ πραμματευτὲς καὶ οἱ καμηλιέρηδες τὸν χαιρέτησαν σὰν νὰ μὴν εἶχε λείψει ποτέ· καὶ ἦταν τὸ ἴδιο στὸν γαλαζοπράσινο ναὸ τοῦ Νάθ – Χόρθαθ, ὅπου οἱ στεφανωμένοι μὲ ὀρχιδέες ἱερεῖς τοῦ εἶπαν πὼς δὲν ὑφίσταται ὁ χρόνος στὴν Οὔθ – Ναργκάι, παρὰ μόνον ἀέναη νεότητα. Ἔπειτα ὁ Κυράνης διένυσε τὴν ὁδὸ τῶν κιόνων πρὸς τὸ τεῖχος τῆς θάλασσας, ἐκεῖ ποὺ σύχναζαν οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ναυτικοί, καὶ παράξενοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Ἐκεῖ παρέμεινε ἀρκετὴν ὥρα, χαζεύοντας ἔξω πέρ’ ἀπὸ τὸ ἡλιόλουστο λιμάνι ὅπου τὰ κυματάκια λαμπύριζαν κάτω ἀπὸ ἕναν ἥλιον ἀνεγνώριμο, καὶ ὅπου κινοῦντο ἁπαλὰ οἱ γαλέρες ἀπὸ μακρυνοὺς ὑπερπόντιους τόπους. Κοίταξεν ἐπίσης τὸ ὄρος Ἄραν νὰ ὀρθώνεται βασιλικὰ ἀπὸ τὴν ἀκτή, μὲ τὶς χαμηλότερες πλαγιές του δασωμένες ἀπὸ λικνιζόμενα δέντρα καὶ μὲ τὴν λευκὴ κορυφή του νὰ ἀγγίζῃ τὸν οὐρανό.

Περισσότερο ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε ὁ Κυράνης ποθοῦσε νὰ ταξειδέψῃ μὲ μιὰ γαλέρα γιὰ ἐκείνους τοὺς μακρυνοὺς τόπους περὶ τῶν ὁποίων εἶχε ἀκούσει πλῆθος παράξενων ἱστοριῶν, καὶ γύρεψε πάλι τὸν καπετάνιο ποὺ εἶχε συμφωνήσει νὰ τὸν μεταφέρῃ, πολλὰ χρόνια πίσω. Βρῆκε τὸν ἄνδρα, τὸν Ἄθιμπ, νὰ κάθεται στὸ ἴδιο κασσόνι μπαχαρικῶν ὅπως παληά, ὁ δὲ Ἄθιμπ ἔδειχνε νὰ μὴν ἀντιλαμβάνεται πὼς εἶχε κυλήσει κάποιος χρόνος. Κατόπιν οἱ δυό τους λαμνοκώπησαν πρὸς μία γαλέρα στὸ λιμάνι, καὶ δίνοντας παραγγέλματα στοὺς λαμνοκόπους, ἔβαλαν πλώρη γιὰ τὴν κυματώδη Σερενάρια θάλασσα τὴν ἄγουσα στὸν οὐρανό. Γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες γλιστροῦσαν λικνιζόμενοι μὲ χάρι ἐπάνω στὸ νερό, μέχρι ποὺ ἐπὶ τέλους ἔφθασαν στὸν ὁρίζοντα, ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Ἐδῶ ἡ γαλέρα δὲν διέκοψε δι’ ὅλου τὴν πορεία της, ἀλλὰ αἰωρήθη ἀκόπως στὸ κυανὸ τοῦ οὐρανοῦ διὰ μέσου λευκῶν ἀφράτων νεφῶν μὲ ῥοδαλὲς ἀποχρώσεις. Καὶ πέρα κάτω ἀπὸ τὴν καρῖνα ὁ Κυράνης μποροῦσε νὰ δῇ παράξενες χῶρες καὶ ποταμοὺς καὶ πολιτεῖες ἀσύφταστης καλλονῆς, νὰ ἐκτείνωνται νωχελικὰ ὑπὸ τὸ ἡλιόφως ποὺ ἔμοιαζε νὰ μὴν ἐξασθενῇ μήτε νὰ χάνεται ποτέ. Τελικὰ ὁ Ἄθιμπ τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι τὸ ταξείδι τους κόντευε νὰ τελειώσῃ, καὶ ὅτι σύντομα θὰ ἔδεναν στὸ λιμάνι τῆς Σεράννιαν, τῆς ῥόδινης μαρμάρινης πολιτείας τῶν νεφελῶν, ποὺ εἶναι θεμελιωμένη ἐπὶ τῆς αἰθέριας ἀκτῆς ἀπ’ ὅπου ὁ δυτικὸς ἄνεμος ῥέει ἐντὸς τοῦ οὐρανοῦ. Ἀλλὰ καθὼς ξάνοιγε τὸν ὑψηλότερον ἀπὸ τοὺς σκαλιστοὺς πύργους τῆς πόλεως, ἀκούσθηκεν ἕνας ἦχος κάπου στὸν χῶρο, καὶ ὁ Κυράνης ξύπνησε στὴν Λονδρέζικη σοφίτα του.

Γιὰ πολλοὺς μῆνες μετὰ ποὺ ὁ Κυράνης γύρευε ματαίως τὴν θεσπέσια πολιτεία τῆς Σελεφαΐδος καὶ τὶς γαλέρες της ποὺ πηδοῦσαν στὸν οὐρανό, καὶ παρ’ ὅλο ποὺ τὰ ὄνειρά του τὸν ταξείδεψαν σὲ πολλοὺς πεντάμορφους καὶ ἀθρύλητους τόπους, οὐδεὶς ἐξ ὅσων γνώρισε μποροῦσε νὰ τοῦ ἀποκαλύψῃ πῶς νὰ βρῇ τὴν Οὔθ – Ναργκάι πέρ’ ἀπὸ τοὺς Ταναρίους λόφους.  Κάποια νύχτα διέτρεξε πετῶντας σκοτεινὰ ὄρη ὅπου ἔκαιγαν ἀμυδρές, μοναχικὲς φωτιὲς μὲ μεγάλες ἀποστάσεις νὰ τὶς χωρίζουν, καὶ παράξενα δασύμαλλα κοπάδια μὲ κωδωνοφόρους ὁδηγούς. Καὶ στὸ πλέον ἐρημικὸ μέρος τούτης τῆς λοφόσχημης περιοχῆς, τὸ τόσο δυσπρόσιτο ποὺ λιγοστοὶ ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ ἔχουν δεῖ, ἐντόπισε ἕνα τρομακτικὰ ἀρχαῖο τεῖχος ἢ ὑπερυψωμένο δρόμο λίθινο νὰ ἑλίσσεται κατὰ μῆκος κορυφογραμμῶν καὶ κοιλάδων, ὑπερβολικὰ γιγαντιαῖο γιὰ νὰ τὸ ἔχῃ ὑψώσει ἀνθρώπινο χέρι, καὶ τόσο μακρὺ ποὺ καμμιά του ἄκρη δὲν ἦταν ὁρατή.  Πέραν τοῦ τείχους μέσα στὴν γρίζαν αὐγὴ ἔφθασε σὲ μιὰ γῆ μὲ γραφικοὺς κήπους καὶ κερασιές, καὶ μόλις ὁ ἥλιος σκόρπισε ψηλάθε φῶς ξάνοιξε τέτοια καλλονὴ ἀπὸ κόκκινους καὶ λευκοὺς ἀνθούς, πράσινα φυλλώματα καὶ γρασσιδότοπους, λευκὰ μονοπάτια, κρυστάλλινα ῥυάκια, κυανὲς λιμνοῦλες, σκαλιστὲς γέφυρες καὶ παγόδες μὲ κοκκινόχρωμες σκεπές, ποὺ πλήρης ἀπολαύσεως ἀπολησμόνησε στιγμιαῖα τὴν Σελεφαΐδα. Ἀλλὰ ἐπανῆλθε στὴν μνήμη του μόλις περπάτησε κάποιο λευκὸ μονοπάτι πρὸς μία παγόδα μὲ κόκκινη σκεπή, καὶ θὰ εἶχε ῥωτήσει τοὺς ἐντόπιους σχετικὰ μὲ αὐτήν, ἂν δὲν διεπίστωνε τὴν μὴ ὕπαρξι ἀνθρώπων ἐκεῖ, παρὰ μόνο πουλιῶν, μελισσῶν καὶ πεταλουδῶν.  Κάποιαν ἄλλη νύχτα ὁ Κυράνης ἀνέβαινε ἀτελείωτα μιὰν ὑγρὴ λίθινη στριφογυριστὴ σκάλα, ὥσπου ἔφθασε σ’ ἕνα πυργοπαράθυρο ποὺ εἶχε θέα πρὸς μιὰν ἀπέραντη πεδιάδα κι’ ἕναν ποταμὸ φωτισμένα ἀπὸ τὸ γεμᾶτο φεγγάρι. Καὶ στὴν βουβὴ πόλι ποὺ ἐκτεινόταν πέρ’ ἀπὸ τὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ εἶχε τὴν ἐντύπωσι ὅτι διέκρινε κάποιο χαρακτηριστικὸ ἢ διάταξι ποὺ τοῦ ἦταν ἤδη γνώριμη. Θὰ εἶχε κατεβῆ νὰ ῥωτήσῃ τὸν δρόμο γιὰ τὴν Οὔθ – Ναργκάι ἂν δὲν εἶχε ἐκλυθῆ μιὰ τρομερὴ αὐγὴ ἀπὸ κάποιον ἀπόμακρο τόπο πέραν τοῦ ὁρίζοντος, φανερώνοντας τὴν καταστροφὴ καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῆς πόλεως, καὶ τὸν καλαμόσπαρτο βουρκότοπο, καὶ τὸν θάνατο ποὺ σκεπάζει τὴν χώρα, ὅπως τὴν εἶχε σκεπάσει ἀπὸ τότε ποὺ ὁ βασιλέας Κυναράθολις μὲ τὴν ἐπάνοδο στὴν πατρίδα ἀπὸ τὶς κατακτήσεις του βρῆκε τὴν ἐκδίκησι τῶν θεῶν.

Ἔτσι ὁ Κυράνης γύρευε ματαίως τὴν θεσπέσια πολιτεία τῆς Σελεφαΐδος καὶ τὶς γαλέρες ποὺ ἀρμενίζουν γιὰ τὴν Σεράννιαν στὸν οὐρανό, ἐνῷ ἔβλεπε ἐν τῷ μεταξὺ πλῆθος θαυμάτων καὶ κάποια φορὰ μόλις ποὺ διέφυγε ἀπὸ τὸν ὕπατον ἱερέα τὸν ἀπερίγραπτον,  ὁ ὁποῖος καλύπτεται μὲ μιὰ κίτρινη μεταξωτὴ προσωπίδα καὶ κατοικεῖ ὁλομόναχος σ’ ἕνα προϊστορικὸ λίθινο μοναστήρι στὸ ψυχρὸ ἐρημῶδες ὀροπέδιο τοῦ Λέγκ. Ἐν καιρῷ ἔγινε τόσο ἀνυπόμονος μὲ τὰ θλιβερὰ μεσοδιαστήματα τῆς ἡμέρας ποὺ ξεκίνησε ν’ ἀγοράζῃ ναρκωτικὰ ὥστε ν’ αὐξήσῃ τὶς περιόδους ὕπνου. Τὸ χασὶς τὸν βοήθησε σημαντικά, καὶ κάποτε τὸν ὡδήγησε σ’ ἕνα τμῆμα τοῦ διαστήματος ὅπου δὲν ὑφίσταται ἡ μορφή, παρὰ μόνον φωτεινὰ ἀέρια ποὺ μελετοῦν τὰ μυστικὰ τῆς ὑπάρξεως.  Καὶ ἕνα ἰόχρουν ἀέριο τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἐτοῦτο τὸ τμῆμα τοῦ διαστήματος κεῖται πέραν ἐκείνου ποὺ ὠνόμαζε ἄπειρο.  Τὸ ἀέριο δὲν εἶχε ἀκουστὰ γιὰ πλανῆτες καὶ ὀργανισμοὺς πρωτύτερα, ἀλλὰ κατενόησε τὸν Κυράνη ἁπλῶς ὡς κάποιον ἀπὸ τὸ ἄπειρο ὅπου ὑφίσταται ὕλη, ἐνέργεια καὶ βαρύτητα. Ὁ Κυράνης ἦταν πλέον πολὺ ἀνυπόμονος νὰ ἐπιστρέψῃ στὴν κατάσπαρτη μὲ μιναρέδες Σελεφαΐδα, ὥστε αὔξησε τὶς δόσεις τῶν ναρκωτικῶν, ὅμως στὸ τέλος ξέμεινε ἀπὸ χρήματα, καὶ δὲν μποροῦσε ν’ ἀγοράζῃ ναρκωτικά. Ἀργότερα μιὰ καλοκαιρινὴν ἡμέρα τοῦ ἔκαναν ἔξωσι ἀπὸ τὴν σοφίτα του, καὶ περιεφέρετο ἀσκόπως μέσα στοὺς δρόμους,  διανύοντας δὲ μιὰ γέφυρα κατέληξε σ’ ἕνα σημεῖο ὅπου τὰ σπίτια ὁλοένα καὶ ἀραίωναν. Ἐκεῖ ἦταν ὁ τόπος ποὺ ἦρθε ἡ ἐκπλήρωσι, καὶ ἀπάντησε τὴν πομπὴ τῶν ἐκ Σελεφαΐδος ἱπποτῶν, τῶν ἀφιχθέντων ἵνα φέρουν αὐτὸν ἐκεῖσε εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ ἦσαν ἱππότες πανώρηοι, καβάλλα σὲ ἵππους μὲ σκουρόχρωμα μέλη καὶ ἀχνόχρωμους κορμοὺς καὶ ντυμένοι μὲ στραφταλιστὲς ἀρματωσιὲς καὶ χρυσόνημες χλαμύδες μὲ λεπτοτεχνουργημένα ἐμβλήματα. Ἦσαν τόσοι στὸ πλῆθος, ποὺ ὁ Κυράνης τοὺς πῆρε γιὰ φουσσᾶτον ὁλάκερο, ἀλλὰ ὁ ἵππαρχος τοῦ ἔκαμε γνωστὸ πὼς εἶχαν σταλῆ πρὸς τιμήν του, ἕνεκα ποὺ αὐτὸς εἶχε δημιουργήσει τὴν Οὔθ – Ναργκάι στὰ ὄνειρά του, καὶ γιὰ τοῦτο τὸν λόγο θὰ ὡρίζετο πλέον ὁ ὕπατος θεός της ἐς ἀεί. Ἀκολούθως παρέδωσαν στὸν Κυράνη ἕναν ἵππο, τὸν τοποθέτησαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἔφιππης πομπῆς καὶ κάλπασαν ὁμάδι μεγαλοπρεπῶς διὰ μέσου τῶν λοφωδῶν γρασσιδοτόπων τοῦ Σάρρεϋ καὶ παραπέρα πρὸς τὴν περιοχὴ ὅπου ὁ Κυράνης καὶ οἱ πρόγονοί του εἶχαν γεννηθῆ.  Ἦταν πολὺ παράξενο, ὅμως καθὼς οἱ ἱππεῖς συνέχιζαν ἐμπρὸς ἔμοιαζαν νὰ καλπάζουν πρὸς τὰ πίσω στὴν ὁδὸ τοῦ χρόνου· γιατὶ ὅποτε διάβαιναν κάποιο χωριὸ μέσα στὴν ἀμφιλύκη ἔβλεπαν μονάχα τέτοια σπίτια καὶ βιλάνους ὅπως ἴσως νὰ εἶχαν δεῖ ὁ Τσῶσερ καὶ οἱ πρὶν ἀπὸ ἐκεῖνον, καὶ ἐνίοτε ἱππότες καβαλλάριους μὲ μικρὲς συντροφίες ἀκολούθων. Ὅταν σκοτείνιασε ταξείδευαν γοργότερα, καὶ ἐντὸς ὀλίγου πετοῦσαν ἀνεξήγητα σὰν νὰ ἦσαν στὸν ἀέρα. Μὲ τὸ πρῶτο αὐγινὸ φῶς ἔπεσαν ἐπάνω στὸ χωριὸ τὸ ὁποῖο ὁ Κυράνης εἶχε δεῖ ζωντανὸ στὰ μικρᾶτα του καὶ κοιμώμενο ἢ νεκρὸ στὰ ὄνειρά του. Ἦταν ζωντανὸ τώρα, καὶ οἱ πρωινοὶ νοικοκυραῖοι ἔκλιναν εὐγενικὰ τὴν κεφαλὴ καθὼς οἱ ἱππεῖς διάβαιναν μὲ ποδοβολητὸ καὶ κλαγγὴ τὸν δρόμο καὶ ἔβγαιναν στὸ μονοπάτι ποὺ τελείωνε στὴν ἄβυσσο τοῦ ὀνείρου. Ὁ Κυράνης εἶχε βυθισθῆ στὸ παρελθὸν σὲ τούτη τὴν ἄβυσσο μόνο τὴν νύχτα, καὶ ἦταν περίεργος γιὰ τὸ πῶς θὰ ἔμοιαζε ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, γι’ αὐτὸ παρατηροῦσε ἀγωνιωδῶς καθὼς ἡ φάλαγγα ζύγωνε στὸ χεῖλος της. Τὴν στιγμὴ ποὺ κάλπασαν στὸν ἀνηφορικὸ τόπο πρὸς τὸν γκρεμό, ἕνα χρυσαφένιο ἐκτυφλωτικὸ φῶς ἀνέβλυσε κάπου ἀπ’ τὴν ἀνατολὴ καὶ κάλυψε τὸ τοπίο μὲ τ’ ἀστραφτερά του παραπετάσματα. Τελικὰ ἡ ἄβυσσος ἦταν ἕνα κοχλάζον χάος ἀπὸ ῥοδόχροο καὶ κυανὸ μεγαλεῖο, καὶ ἀόρατες φωνὲς τραγουδοῦσαν θριαμβευτικὰ καθὼς ἡ κουστωδία τῶν ἱπποτῶν βούτηξεν ἀπὸ τὸ χεῖλος καὶ αἰωρήθη μὲ χάρι καθοδικά, περνῶντας νέφη ἀχτιδοβόλα καὶ ἀσημένια φεγγοβολήματα. Οἱ ἱππεῖς αἰωροῦντο συνεχῶς πρὸς τὰ κάτω, οἱ δὲ πολεμικοί τους ἵπποι ν’ ἀλαφροδρέμουν στὸν αἰθέρα σὰν νὰ κάλπαζαν ἐπάνω σὲ χρυσὲς ἀμμουδιές, καὶ κατόπιν οἱ ὁλόφωτοι ἀτμοὶ κατελύθησαν γιὰ ν’ ἀποκαλύψουν μιὰν ὑπέρτερη λαμπρότητα, τὴν λαμπρότητα τῆς πόλεως τῆς Σελεφαΐδος, καὶ τὴν ἀκρογιαλιὰ παραπέρα, καὶ τὴν χιονισμένη βουνοκορφὴ ποὺ βιγλίζει ψηλάθε τὴν θάλασσα, καὶ τὶς φανταχτερὰ χρωματισμένες γαλέρες ποὺ ἀρμενίζουν ἔξω ἀπ’ τὸ λιμάνι πρὸς τὶς μακρυνὲς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό.

Καὶ ὁ Κυράνης ἐβασίλευεν ἔκτοτε ἐπὶ τῆς Οὔθ – Ναργκάι καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν γειτονικῶν ἐπικρατειῶν τοῦ ὀνείρου, καὶ διατηροῦσε τὴν αὐλή του ἐκ περιτροπῆς στὴν Σελεφαΐδα καὶ στὴν νεφοποίητη Σεράννιαν. Βασιλεύει ἀκόμη ἐκεῖ καὶ θὰ βασιλεύῃ εὐτυχισμένα ἐς ἀεί, παρ’ ὅλο ποὺ κάτω ἀπ’ τὶς ἀπόκρημνες ἀκτὲς στὸ Ἴννσμουθ οἱ παλίῤῥοιες τοῦ καναλιοῦ ἔπαιζαν χλευαστικὰ μὲ τὸ κορμὶ κάποιου ἀλήτη  ποὺ εἶχε διαβῆ παραπατῶντας τὸ ἡμιεγκαταλελειμμένο χωριὸ μὲ τὴν αὐγή· ἔπαιζαν χλευαστικά,  καὶ τὸ ἔῤῥιχναν ἐπάνω στὰ βράχια κοντὰ στοὺς ζωσμένους μὲ κισσὸ πύργους τοῦ Τρέβορ, ἐκεῖ ὅπου ἕνας ἀξιοσημείωτα παχὺς καὶ ἐξαιρετικὰ  δυσάρεστος ἑκατομμυριοῦχος ζυθοποιὸς ἀπολαμβάνει τὴν ἀγορασμένη ἀτμόσφαιρα τῆς ἐκλιπούσης ἀριστοκρατίας.

19 Μαρτίου 2017

Advertisements
ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Οἱ καστρόπορτες τῆς Νινευὶ

 

 

 

 

 

 

 

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΕΡΒΙΝ ΧΑΟΥΑΡΝΤ

Τῆς Νινευὶ οἱ καστρόπορτες! Φουσσᾶτα τὲς ζυγώνουν,
γυρνᾷ ὁ Σαργὼν διαγουμιστής, μὲ δόξα θερισμένη,
βιγλίζει τοὺς τειχόπυργους, καθάρια, δές, στυλώνουν,
στὸ πρωινὸ τὸ ἡλιόφωτον ἁδρὰ χαρακωμένοι.

Πεζεύει ἀπ’ τ’ ἅρμα του ὁ Σαργών, μὲ χάρι ληοντοπάτει,
πετᾷ χαμαὶ τὸ κράνος του, κυλᾷ στὸν ἄμμο ταίρι,
καὶ χαμηλώνει τὸ σπαθὶ πό ’χε θωριὰ φλογάτη,
παίζει μὲ τὴν γενειάδα του τὸ λεύτερό του χέρι.

«Γαῦροι οἱ πύργοι ὀρθώνονται, φλάμμουλα κυματίζουν,
γιορτάσι τοῦ λαοῦ ἀγροικῶ, τραγούδια ποὺ θριαμβεύω,
μὰ ἐμὲ μιὰ μοῖρα πυρπολεῖ κι’ οἱ νῖκες μου μαυρίζουν,
στῆς γῆς τὰ φῦλα ἀφανισμὸ κι’ ὄλεθρο προμαντεύω.

Ἰδοὺ πόλεις κρημνίζονται καὶ ἅρματα σκουριάζουν,
νέφος ἀλλόκοτο ἔχω μπρὸς μὰ οἱ ὀφθαλμοὶ ξεκρίνουν,
ὅλα τὰ βασιλόπρεπα εἰς χοῦν, φεῦ, ξεθωριάζουν,
τῆς Νινευὶ οἱ καστρόπορτες κι’ αὐτὲς σκόνη θὰ μείνουν».

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Nostalgia

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦΤ

Κάθ’ ἔτος, στὴν νοσταλγικὴ τοῦ φθινοπώρου λάμψι,
φτεροδιαβαίνουν τὰ πουλιὰ τὴν ὠκεάνεια ἐρμιά,
κρώζοντας, τιτιβίζοντας μὲ βιάση χαροποιά,
νὰ βροῦν μιὰ γῆ ποὺ οἱ μέσαθε θύμησες ἔχουν γράψει.

Μεγάλοι κῆποι σκαλωτοὶ μὲ τ’ ἄνθη τὰ ζωηρά τους,
καὶ μάνγκο πεντανόστιμα σ’ ἀράδες νὰ μεστώνουν,
κι’ ἄλση ναῶν ποὺ οἱ κλῶνοι τους πλέκονται κι’ ἁψιδώνουν
στράτες σκιερές – τοῦτα θωροῦν στὰ θολερὰ ὄνειρά τους.

Σημάδια τῆς παληᾶς ἀκτῆς στὰ πέλαγα γυρεύουν –
τὴν πόλι τὴν ἀγέρωχη, λευκὴ καὶ πυργωτή –
μὰ ὅλο νερένιαν ἔκτασι ξανοίγουν ἀδειανή,
κι’ ἔτσι γιὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ στρέφονται κι’ ἀλαργεύουν.

Ὅμως στὰ βένθη π’ ἀποικοῦν πλήθη ἀνεγνώρων κοραλλιῶν,
οἱ ἀρχαῖοι πύργοι νοσταλγοῦν τ’ ἄληστον ᾆσμα τῶν πουλιῶν.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ

Ἡ προσωπίδα τοῦ Ἐρυθροῦ Θανάτου

edgar_allan_poe_engraving_by_timothy_cole

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΕΝΤΓΚΑΡ ΑΛΛΑΝ ΠΟΕ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 19ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς
Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Στὴν ἑλληνικὴ ἄρχουσα τάξι

Ὁ «Ἐρυθρὸς Θάνατος» ἐπὶ μακρὸν ἀφάνιζε τὴν χώρα. Οὐδέποτε ὑπῆρξε λοιμὸς πλέον ὀλέθριος ἢ τόσο ἀποκρουστικός. Τὸ αἷμα ἦταν ἡ ἐνσάρκωσι καὶ ἡ σφραγῖδα του – ἡ ἐρυθρότητα καὶ ἡ φρίκη τοῦ αἵματος. Ἐμφανιζόταν μὲ ὀξεῖς πόνους καὶ ξαφνικὴ ζάλη καὶ κατόπιν ἄφθονη αἱμοῤῥαγία ἀπὸ τοὺς πόρους μέχρι καταλήξεως. Οἱ φλογοκόκκινες κηλῖδες πάνω στὸ σῶμα καὶ ἰδίως ἐκεῖνες στὸ πρόσωπο τοῦ θύματος, ἦσαν τὸ ἀπαγορευτικὸ ποὺ ἀπέτρεπε κάθε προσφορὰ βοήθειας καὶ συμπόνιας ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Καὶ ἡ ὅλη ἐκδήλωσι, πρόοδος καὶ ὁλοκλήρωσι τοῦ κύκλου τῆς ἀσθένειας, ἦταν περιστατικὸ τῆς μισῆς ὥρας.

Ὅμως ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο ἦταν εὐτυχὴς καὶ θαῤῥαλέος καὶ νουνεχής. Ὅταν οἱ ἐπαρχίες του ἐρημώθηκαν ἀπὸ τοὺς μισοὺς κατοίκους, προσκάλεσε ἐνώπιόν του χίλιους ἀκμαίους καὶ ἀμέριμνους φίλους, διαλεγμένους ἀπὸ τοὺς ἱππότες καὶ τὶς κυρίες τῆς αὐλῆς, καὶ μὲ τὴν συντροφιὰ ἐκείνων ἀπεσύρθη, αὐστηρὰ ἀπομονωμένος, ἐντὸς ἑνὸς ἐκ τῶν ὠχυρωμένων ἀββαείων του. Τὸ ἀββαεῖο, κατασκευὴ ἐκτενὴς καὶ μεγαλόπρεπη, εἶχε οἰκοδομηθῆ σύμφωνα μὲ τὴν ἰδιόῤῥυθμη ἀλλὰ περίβλεπτη προσωπική του αἰσθητική. Τὸ γυρόφερνε ἰσχυρὸ καὶ ὑψηλὸ τεῖχος. Τὸ τεῖχος εἶχε πύλες σιδηρές. Οἱ αὐλικοί, ἀφοῦ μπῆκαν, ἔφεραν καμίνους καὶ ὀγκώδη σφυριὰ καὶ συγκόλλησαν τοὺς σύρτες. Ἀποφάσισαν νὰ μὴν ἀφήσουν τρόπους εἰσόδου ἢ ἐξόδου γιὰ παρορμητικὲς ἐνέργειες ἕνεκα ἀπελπισίας τῶν ἔξω ἢ φρενίτιδας τῶν ἐντός. Τὸ ἀββαεῖο ἦταν πλούσια ἐφωδιασμένο. Μὲ τέτοιες προφυλάξεις οἱ αὐλικοὶ μποροῦσαν νὰ ἀντισταθοῦν στὴν μετάδοσι τοῦ λοιμοῦ. Ὁ ἔξω κόσμος ἂς φρόντιζε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐν τῷ μεταξὺ θεωρεῖτο ἀνοησία ἡ θλῖψι καὶ ἡ περισυλλογή. Ὁ πρίγκηπας εἶχε προμηθευθῆ μὲ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τέρπουν. Ὑπῆρχαν γελωτοποιοί, ὑπῆρχαν καὶ αὐτοσχεδιαστὲς καὶ μπαλαρῖνες καὶ μουσικοί, ὑπῆρχε καλλονὴ καὶ οἶνος. Ὅλα αὐτὰ σὺν ἀσφάλεια ὑπῆρχαν μέσα. Ἀπ’ ἔξω, ὁ «Ἐρυθρὸς Θάνατος».

Ἦταν πρὸς τὸ τέλος τοῦ πέμπτου ἢ ἕκτου μήνα τῆς ἀπομονώσεώς του, καὶ ἐνῷ ὁ λοιμὸς σάρωνε ἔξω μὲ περισσὴ ἀγριότητα, ὅταν ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο ψυχαγώγησε τοὺς χίλιους φίλους του μὲ ἕναν χορὸ μεταμφιεσμένων τῆς πλέον ἔκτακτης μεγαλοπρέπειας.

Προσέφερε θέαμα ἀπολαυστικὸ αὐτὸς ὁ χορός. Ὅμως πρῶτα θὰ περιγράψω τὶς αἴθουσες ποὺ ἔλαβε χώρα. Ὑπῆρχαν ἑπτά – μιὰ σειρὰ αὐτοκρατορική. Σὲ πολλὰ παλάτια, ὡστόσο, τέτοιες σειρὲς αἰθουσῶν σχηματίζουν μιὰ μακριὰ καὶ εὐθεῖα προοπτική, ἐνῷ οἱ πτυσσόμενες πόρτες διπλώνονται καί ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς σχεδὸν ὣς τοὺς τοίχους, ὥστε μετὰ βίας ἐμποδίζεται ἡ θέα καθ’ ὅλη τους τὴν ἔκτασι. Ἐδῶ ἡ περίπτωσι διέφερε ἀρκετά, ὅπως θὰ ἀναμενόταν ἕνεκα τῆς ἀγάπης τοῦ δούκα γιὰ τὸ ἀλλόκοτο. Τὰ διαμερίσματα εἶχαν ταχθῆ τόσο ἀκανόνιστα ποὺ ἡ ὅρασι συνελάμβανε μόλις λίγο πέραν τοῦ ἑνὸς κάθε φορά. Ἀνὰ εἴκοσι μὲ τριάντα γιάρδες ὑπῆρχε καὶ μιὰ ἀπότομη στροφὴ καὶ σὲ κάθε στροφὴ μιὰ πρωτόφαντη εἰκόνα. Δεξιὰ καὶ ἀριστερά, στὸ μέσον κάθε τοίχου, ἕνα ψηλὸ καὶ στενὸ γοτθικὸ παράθυρο ἔβλεπε πρὸς ἕναν κλειστὸ διάδρομο ποὺ ἀκολουθοῦσε τὰ γυρίσματα τῆς σειρᾶς τῶν αἰθουσῶν. Τοῦτα τὰ παράθυρα ἦσαν ὑαλογραφήματα τῶν ὁποίων τὸ χρῶμα ποίκιλλε ἀνάλογα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα ἀπόχρωσι τοῦ διάκοσμου στὸ διαμέρισμα ὅπου ἄνοιγαν. Στὴν αἴθουσα τοῦ ἀνατολικοῦ ἄκρου ὁ διάκοσμος κρεμόταν, γιὰ παράδειγμα, σὲ χρῶμα κυανό – καὶ σὲ ἔντονο κυανὸ ἦσαν τὰ παράθυρά του. Ἡ δεύτερη αἴθουσα πορφυρῆ ὅσον ἀφορᾷ τὰ διακοσμητικὰ στοιχεῖα καὶ τὶς ταπητοστρώσεις, καὶ οἱ ὑαλοπίνακες ἐπίσης πορφυροῖ. Ἡ τρίτη πράσινη ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, τὸ ἴδιο καὶ τὰ παράθυρά της. Ἡ τέταρτη ἐπιπλωμένη καὶ φωτισμένη μὲ χρῶμα πορτοκαλί – ἡ πέμπτη λευκή – ἡ ἕκτη μενεξεδιά. Ἡ ἕβδομη αἴθουσα ἦταν ἑρμητικὰ κλεισμένη μὲ μαύρους βελούδινους τάπητες ποὺ κρέμονταν πανταχόθεν τῆς ὀροφῆς καὶ κατεβαίνοντας τοὺς τοίχους ἔπεφταν μὲ βαρειὲς πτυχώσεις πάνω σ’ ἕνα χαλὶ τοῦ ἰδίου ὑλικοῦ καὶ τόνου. Ἀλλὰ σὲ τούτη τὴν αἴθουσα μόνο, τὸ χρῶμα τῶν παραθύρων δὲν ἀναλογοῦσε μὲ τὴν ὑπόλοιπη διακόσμησι. Οἱ ὑαλοπίνακες ἐδῶ ἦσαν φλογοκόκκινοι – ἕνα βαθὺ αἱμάτινο χρῶμα. Ἐπὶ πλέον σὲ καμμία ἀπὸ τὶς ἑπτὰ αἴθουσες δὲν ὑπῆρχε λύχνος ἢ κηροπήγιο, μέσα στὴν πληθώρα τῶν χρυσῶν στολιδιῶν, τῶν τοποθετημένων σποραδικὰ κατὰ μῆκος ἢ κρεμασμένων ἀπὸ τὴν ὀροφή. Δὲν ὑπῆρχε κανενὸς εἴδους φῶς νὰ διαχέεται ἀπὸ λύχνο ἢ κερὶ ἐντὸς τῆς σειρᾶς τῶν αἰθουσῶν. Ἀλλὰ στοὺς παράλληλους διαδρόμους, ἀντικρυστὸς στὸ κάθε παράθυρο, στεκόταν τρίποδας βαρὺς ποὺ στήριζε ἕνα μαγκάλι φωτιᾶς, ἡ ὁποία καὶ σκόρπιζε τὶς ἀκτῖνες της διὰ μέσου τοῦ χρωματιστοῦ γυαλιοῦ φωτίζοντας μὲ δυσάρεστη λαμπρότητα τὴν αἴθουσα. Καὶ ἔτσι παραγόταν μιὰ ποικιλία φανταχτερῶν καὶ ἐξόχων ἐμφανίσεων. Στὴν δυτικὴ ὡστόσο ἢ μαύρη αἴθουσα ἡ εἰκόνα ποὺ ἔδινε ἡ ῥέουσα, πάνω στὰ μελανόχροα ὑφάσματα τῶν τοίχων καὶ διὰ μέσου τῶν αἱματόχρων ὑαλοπινάκων, λάμψι τῆς φωτιᾶς, ἦταν εἰς τὸ ἔπακρον στοιχειωτικὴ καὶ δημιουργοῦσε τόσο ἄγρια ἔκφρασι στὰ πρόσωπα τῶν εἰσερχομένων, ποὺ μόνον λίγοι ἀπὸ τὴν συντροφιὰ εἶχαν τὸ θάῤῥος νὰ πατήσουν πόδι ἐντὸς τῶν ὁρίων της.

Ἦταν σ’ αὐτὴ τὴν αἴθουσα, ὁμοίως, ὅπου στεκόταν κολλητὰ στὸν δυτικὸ τοῖχο, ἕνα γιγαντιαῖο ἐβένινο ῥολόι. Τὸ ἐκκρεμές του ταλαντευόταν πέρα δῶθε μ’ ἕναν ὑπόκωφο, βαρύ, μονότονο χτύπο. Καὶ ὅταν ὁ λεπτοδείκτης ὡλοκλήρωνε τὸν γῦρο τῆς ἐπιφάνειας καὶ κόντευε νὰ σημάνῃ τὴν ὥρα, τότε ἔβγαινε ἀπὸ τοὺς ὀρειχάλκινους πνεύμονες τοῦ ῥολογιοῦ ἦχος καθαρὸς καὶ δυνατὸς καὶ βαθὺς καὶ ὑπέρμετρα μελῳδικός, ἀλλὰ μὲ τόσο παράξενο τόνο καὶ ἐμφατικός, ὥστε κατὰ τὴν λῆξι κάθε ὥρας οἱ μουσικοὶ τῆς ὀρχήστρας ἀναγκάζονταν νὰ διακόψουν, πρὸς στιγμήν, τὴν ἐκτέλεσι γιὰ νὰ ἀφουγκραστοῦν τὸν ἦχο. Συνεπῶς καὶ οἱ χορευτὲς σταματοῦσαν ὑποχρεωτικὰ τὴν σειρὰ τῶν βηματισμῶν τους, πρᾶγμα ποὺ προκαλοῦσε σύντομη ἀναστάτωσι σ’ ὅλη τὴν χαρωπὴ συντροφιά. Καὶ καθ’ ὅσον οἱ χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ συνέχιζαν, γινόταν ἀντιληπτὸ πὼς οἱ πλέον ἐλαφρόμυαλοι χλώμιαζαν, ἐνῷ οἱ γηραιότεροι καὶ ἠρεμώτεροι περνοῦσαν τὰ χέρια τους πάνω ἀπὸ τὰ μέτωπά τους σὰν σὲ θολοὺς ῥεμβασμοὺς ἢ συλλογισμό. Μόλις ὅμως καὶ ἡ στερνὴ ἠχὼ ἔσβηνε, ἕνα ἐλαφρὺ γέλιο ξεπηδοῦσε μὲ μιᾶς ἀπὸ τὴν ὁμήγυρι, οἱ δὲ μουσικοὶ χαμογελοῦσαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλον σὰν νὰ εἰρωνεύονταν τὴν ἴδια τους τὴν νευρικότητα καὶ ἀνοησία, καὶ ὡρκίζονταν ψιθυριστὰ μεταξύ τους ὅτι οἱ ἑπόμενοι χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ δὲν θὰ τοὺς γεννοῦσαν κανένα παρόμοιο συναίσθημα. Καὶ ἔπειτα, μετὰ τὴν ἐκπνοὴ ἑξῆντα λεπτῶν, (ποὺ περιέχουν τρεῖς χιλιάδες ἑξακόσια δευτερόλεπτα τοῦ χρόνου ποὺ πετᾷ) ἀκούγονταν νέοι χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ καὶ δημιουργεῖτο ἡ ἴδια ἀναστάτωσι, νευρικότητα καὶ περισυλλογή, ὁμοίως μὲ πρίν.

Ὅμως παρ’ ὅλα τὰ παραπάνω, ἦταν μιὰ ἐξαίσια γιορτή, γεμάτη κέφι. Οἱ προτιμήσεις τοῦ δούκα ἦσαν ἰδιόῤῥυθμες. Εἶχε ἐκλεπτυσμένη ματιὰ γιὰ χρώματα καὶ ταιριάσματα. Περιφρονοῦσε τὴν διακόσμησι τῆς ἁπλῆς μόδας. Εἶχε ἰδέες καινοτόμες καὶ φλογερές, καὶ οἱ συλλήψεις του ἀκτινοβολοῦσαν μιὰ βάρβαρη χάρι. Μερικοὶ θὰ πίστευαν ἴσως πὼς εἶναι τρελός. Οἱ ἀκόλουθοί του ἔνιωθαν πὼς δὲν εἶναι. Ἦταν ἀπαραίτητο νὰ τὸν ἀκοῦς, νὰ τὸν βλέπῃς καὶ νὰ τὸν ἀγγίζῃς ὥστε νὰ βεβαιωθῇς πὼς δὲν εἶναι.

Αὐτὸς εἶχε ῥυθμίσει, σὲ μεγάλο βαθμό, τὸν ἔκτακτο στολισμὸ τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν, ἐπὶ τῇ περιστάσει τῆς σπουδαίας γιορτῆς· καὶ ἦταν ἡ δική του αἰσθητικὴ ποὺ ἔδωσε τὸν ἰδιαίτερο τόνο τῶν μεταμφιέσεων. Μὲ βεβαιότητα τὶς χαρακτήριζες ἀλλόκοτες. Ὑπῆρχε πολλὴ λάμψι καὶ αἴγλη καὶ νοστιμάδα καὶ φαντασμαγορία – πράγματα ποὺ εἶχαν νὰ ἰδωθοῦν ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς παραστάσεως «Ἑρνάνης» τοῦ Βίκτωρος Οὑγκώ. Ἔβλεπες μορφὲς σὲ στάσεις ἀραμπὲσκ μὲ ἀταίριαστα μέλη καὶ στολισμό. Ἔβλεπες μόδες ἔξαλλες, παρόμοιες μὲ τῶν τρελῶν. Ἔβλεπες πολλὴ καλλονή, πολλὴ ἀκολασία, πολλὴ παραδοξότητα, κάποια δόσι τοῦ τρομακτικοῦ καὶ ὄχι λίγη ἐκείνου ποὺ θὰ διήγειρε τὴν ἀηδία. Πέρα δῶθε ἐντὸς τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν ἰδοὺ στοίχειωνε, στὴν πραγματικότητα, ἕνας λαὸς ὀνείρων. Καὶ αὐτά – τὰ ὄνειρα – στριφογύριζαν στὸν χῶρο, παίρνοντας τὴν ἀπόχρωσι τῶν δωματίων καὶ κάνοντας τὴν ἐνθουσιαστικὴ μουσικὴ τῆς ὀρχήστρας νὰ μοιάζῃ σὰν ἠχὼ τῶν βημάτων τους. Καί, σύντομα, νά ποὺ χτυπᾷ τὸ ἐβένινο ῥολόι μέσα στὴν βελούδινη αἴθουσα. Καὶ τότε, γιὰ μιὰ στιγμή, ὅλα ἀκινητοῦν, ὅλα σιγοῦν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φωνὴ τοῦ ῥολογιοῦ. Τὰ ὄνειρα κοκκαλώνουν ἐκεῖ ὅπου βρίσκονται. Ὅμως ἡ ἠχὼ τῶν χτύπων σβήνει – διήρκεσαν μόλις μιὰ στιγμή – καὶ ἕνα ἐλαφρὺ καὶ ὑποτονικὸ γέλιο αἰωρεῖται πίσω τους ὅπως φεύγουν. Καὶ τώρα ἡ μουσικὴ πάλι δυναμώνει, καὶ τὰ ὄνειρα ζωντανεύουν, καὶ στριφογυρίζουν πᾶνε κι’ ἔρχονται κεφᾶτα ὅσο ποτέ, παίρνοντας ἀπόχρωσι ἀπὸ τὰ πολλὰ χρωματιστὰ παράθυρα διὰ μέσου τῶν ὁποίων ῥέει ἡ φωταψία ἀπὸ τοὺς τρίποδες. Ἀλλὰ στὴν αἴθουσα ποὺ κεῖται δυτικώτερα τῶν ἑπτά, δὲν βρίσκεται τώρα κανεὶς ποὺ τολμᾷ νὰ μπῇ. Ὅτι ἡ νύχτα γερνᾷ. Καὶ ἰδοὺ χύνεται ἐντονώτερο τὸ κόκκινο φῶς διὰ μέσου τῶν αἱματόχρων ὑαλοπινάκων. Καὶ ἡ μαυρίλα τῶν σκούρων ὑφασμάτων τρομάζει. Καὶ σ’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ πατήσῃ τὸ πόδι του πάνω στὸ σκοῦρο χαλί, ἰδοὺ φθάνει ἀπὸ τὸ κοντινὸ ἐβένινο ῥολόι μιὰ σιγανὴ ἀλληλουχία χτύπων μὲ περισσότερη ἔμφασι καὶ ἐπισημότητα ἀπ’ ὅτι στ’ αὐτιὰ ὅσων ἐνδίδουν στὶς ἀπόμακρες εὔθυμες δραστηριότητες τῶν λοιπῶν αἰθουσῶν.

Ὅμως ἐκεῖνες οἱ αἴθουσες ἦσαν ἀσφυκτικὰ γεμᾶτες μὲ κόσμο, καὶ μέσα τους χτυποῦσε πυρετωδῶς ἡ καρδιὰ τῆς ζωῆς. Καὶ ἡ γιορτὴ προχωροῦσε κυκλοδρομῶντας, ὥσπου τελικὰ ἄρχισαν οἱ χτύποι τοῦ ῥολογιοῦ ποὺ σήμαναν μεσάνυχτα. Καὶ τότε ἡ μουσικὴ διεκόπη, κατὰ πῶς ἀνέφερα, καὶ οἱ βηματισμοὶ τῶν χορευτῶν ἐσίγασαν. Καὶ ἔγινε μιὰ ἀμήχανη παῦσι στὰ πάντα, ὁμοίως μὲ πρίν. Μὰ τώρα ἐπρόκειτο νὰ ἠχήσουν δώδεκα χτυπήματα τοῦ ῥολογιοῦ. Καὶ ἔτσι συνέβη μὲ τὸν περισσότερο χρόνο, ποὺ ἴσως γλίστρησαν καὶ περισσότερες σκέψεις στοὺς συλλογισμοὺς τῶν στοχαστικῶν ἀνάμεσα στοὺς χαροκόπους. Καὶ ἔτσι ἐπίσης συνέβη, ἴσως, ποὺ πρὶν ἡ τελευταία ἠχὼ τοῦ τελευταίου χτύπου βυθισθῇ στὴν ἀπόλυτη σιωπή, ὑπῆρξαν ἀρκετοὶ μεμονωμένοι μέσα στὸ πλῆθος μὲ τὴν χρονικὴ ἄνεσι νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν παρουσία ἑνὸς μεταμφιεσμένου ποὺ δὲν εἶχε τραβήξει τὴν προσοχὴ κανενὸς μέχρι τότε. Καὶ ὅταν ἡ περὶ τῆς νέας παρουσίας φήμη διεδόθη ψιθυριστὰ παντοῦ, ξέσπασε τελικὰ ἀπ’ ὅλη τὴν ὁμήγυρι μιὰ βοή, ἕνα μουρμουρητό, δηλωτικὸ ἀποδοκιμασίας καὶ ξαφνιάσματος – καί, ἐν τέλει, τρόμου, φρίκης καὶ ἀηδίας.

Σὲ μιὰ σύναξι φαντασμάτων σὰν αὐτὴ ποὺ περιέγραψα, μπορεῖ σαφῶς νὰ ὑποτεθῇ πὼς καμμιὰ κοινότυπη ἐμφάνισι δὲν θὰ ξεσήκωνε τέτοιαν ἀναταραχή. Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ἡ ἐλευθερία στὶς μεταμφιέσεις τῆς βραδιᾶς ἦταν σχεδὸν ἀπεριόριστη. Ὅμως ἡ ἐν λόγῳ μορφὴ εἶχε φανῆ ἡρωδικώτερη τοῦ Ἡρώδη, καὶ εἶχε ξεπεράσει ἀκόμα καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀκαθόριστης κοσμιότητας τοῦ πρίγκηπα. Ὑπάρχουν χορδὲς στὶς καρδιὲς καὶ τῶν πλέον ἀσυνείδητων ποὺ σὰν ἀγγιχτοῦν πειράζονται. Ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν ἐντελῶς χαμένο, ποὺ ἡ ζωὴ μὲ τὸν θάνατο φαίνονται ἐξ ἴσου ἀστεῖο, ὑπάρχουν ζητήματα γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἀστειεύεται. Ὅλη ἡ συντροφιά, ὄντως, ἔδειχνε τώρα νὰ συναισθάνεται πὼς στὴν ἀμφίεσι καὶ τοὺς τρόπους τοῦ ξένου δὲν ὑπῆρχε κάτι τὸ πνευματῶδες ἢ εὐπρεπές. Ἡ μορφὴ ἦταν ψηλὴ καὶ λιπόσαρκη, καὶ σαβανωμένη ἀπὸ τὴν κορυφὴ ὣς τὰ νύχια μὲ τὰ φορέματα τοῦ τάφου. Ἡ προσωπίδα ποὺ ἔκρυβε τὸ πρόσωπο εἶχε κατασκευασθῆ ὥστε νὰ μοιάζῃ τόσο πολὺ μὲ τὴν ἔκφρασι ἑνὸς ἄκαμπτου πτώματος, ποὺ καὶ ἡ πλησιέστερη διερευνητικὴ ματιὰ θὰ δυσκολευόταν νὰ διακρίνῃ τὴν ἀπάτη. Καὶ ἴσως τὰ παραπάνω νὰ μποροῦσαν νὰ τὰ ὑπομείνουν, ἂν ὄχι νὰ τὰ ἐγκρίνουν, οἱ γύρω τρελοὶ χαροκόποι. Ὅμως τοῦτος ὁ μῖμος ξεπέρασε κάθε ὅριο μὲ τὸ νὰ παραστήσῃ τὸν Ἐρυθρὸ Θάνατο. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν αἱματοβαμμένο – καὶ τὸ πλατύ του μέτωπο, καὶ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ προσώπου, κηλιδωμένα ἀπὸ τὴν φλογοκόκκινη φρίκη.

Ὅταν ἡ ματιὰ τοῦ πρίγκηπα Πρόσπερο ἔπεσε πάνω σ’ αὐτὴ τὴν φασματικὴ εἰκόνα (ποὺ μὲ ἀργὴ καὶ τελετουργικὴ κίνησι, σὰν νὰ ἤθελε νὰ ὑποδυθῇ πειστικώτερα τὸν ῥόλο της, στοίχειωνε πέρα δῶθε ἐν μέσῳ τῶν χορευτῶν) τὸν εἶδαν νὰ συσπᾶται, τὴν πρώτη στιγμὴ μὲ δυνατὸ ῥῖγος ποὺ προεκλήθη ἀπὸ τρόμο ἢ ἀπέχθεια. Ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη τὸ μέτωπό του κοκκίνησε ἀπὸ ὀργή.

«Ποιός τολμᾷ;» ἀπαίτησε μὲ τραχειὰ φωνὴ τὴν προσοχὴ τῶν αὐλικῶν ποὺ στέκονταν κοντά του – «ποιός τολμᾷ νὰ μᾶς προσβάλλῃ μ’ αὐτὴ τὴν βλάσφημη παρῳδία; Ἁρπάξτε τον καὶ ἀφαιρέστε του τὴν προσωπίδα – γιὰ νὰ μάθουμε ποιὸν θὰ κρεμάσουμε μὲ τὸ χάραμμα, ἀπὸ τὶς ἐπάλξεις».

Ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο βρισκόταν στὴν ἀνατολικὴ ἢ κυανῆ αἴθουσα σὰν ξεστόμιζε τοῦτα τὰ λόγια. Ἀντήχησαν καθ’ ὅλο τὸ μῆκος τῶν ἑπτὰ αἰθουσῶν δυνατὰ καὶ καθαρά, γιατὶ ὁ πρίγκηπας ἦταν ἄνδρας τολμηρὸς καὶ στιβαρός, καὶ ἡ μουσικὴ εἶχε σιγήσει μὲ τὸ γνέψιμο τοῦ χεριοῦ του.

Στὴν κυανῆ αἴθουσα στεκόταν ὁ πρίγκηπας, μὲ μιὰ ὁμάδα χλωμῶν αὐλικῶν δίπλα του. Στὴν ἀρχή, καθὼς μιλοῦσε, ἡ ὁμάδα αὐτὴ κινήθηκε ἐλαφρῶς ἐπιθετικὰ πρὸς τὸν παρείσακτο, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴ ἐκείνην ἤδη κοντοζύγωνε, καὶ τώρα, μὲ βῆμα μελετημένο καὶ μεγαλοπρεπές, ὁλοένα προσέγγιζε τὸν ὁμιλοῦντα. Ὅμως ἕνεκα κάποιου ἀκατανόμαστου δέους ποὺ οἱ τρελὲς ἀξιώσεις τοῦ μίμου εἶχαν ἐμπνεύσει σὲ ὅλη τὴν ὁμήγυρι, κανεὶς δὲν τόλμησε ν’ ἁπλώσῃ τὸ χέρι του νὰ τὸν ἁρπάξῃ· ὥστε, ἀνεμπόδιστος, προσπέρασε σὲ ἀπόστασι μιᾶς γιάρδας ἀπὸ τὸ πριγκηπικὸ πρόσωπο. Καὶ ἐνῷ ἡ ὀγκώδης συνάθροισι, λὲς μὲ μιὰ ἐνστικτώδη κίνησι, συῤῥικνώθηκε ἀπὸ τὰ κέντρα τῶν αἰθουσῶν πρὸς τοὺς τοίχους, ἐβάδιζε ἀπρόσκοπτα, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο τελετουργικὸ καὶ μετρημένο βῆμα ποὺ τὸν διέκρινε ἐξ ἀρχῆς, ἀπὸ τὴν κυανῆ αἴθουσα πρὸς τὴν πορφυρῆ – ἀπὸ τὴν πορφυρῆ πρὸς τὴν πράσινη – ἀπὸ τὴν πράσινη πρὸς τὴν πορτοκαλιά – ἀπὸ ἐκείνη πάλι πρὸς τὴν λευκή – καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀκόμα στὴν μενεξεδιά, προτοῦ νὰ γίνῃ κάποια σοβαρὴ κίνησι νὰ τὸν ἀνακόψουν. Ἦταν τότε, ὡστόσο, ποὺ ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο, ἐξωργισμένος ἀπὸ μανία καὶ ἀπὸ ντροπὴ γιὰ τὴν δική του στιγμιαία δειλία, ὥρμησε γοργοδρομῶντας κατὰ μῆκος τῶν ἕξι αἰθουσῶν, δίχως νὰ τὸν ἀκολουθῇ κανεὶς ἐξ αἰτίας ἑνὸς θανάσιμου τρόμου ποὺ εἶχε κυριεύσει τοὺς πάντες. Εἶχε τραβήξει καὶ βαστοῦσε ὑψωμένο ἕνα στιλέτο, καὶ εἶχε προσεγγίσει τὸν διαφεύγοντα, ἀπότομα καὶ ἀπερίσκεπτα, σὲ ἀπόστασι τριῶν τεσσάρων ποδῶν, ὅταν ὁ τελευταῖος, ἔχοντας φθάσει στὸ ἄκρο τῆς μενεξεδιᾶς αἴθουσας, ἐστράφη ἀναπάντεχα καὶ ἦρθε ἀντιμέτωπος μὲ τὸν διώκτη του. Ἦχησε μιὰ ὀξεῖα κραυγή – καὶ τὸ στιλέτο ἔπεσε γυαλίζοντας πάνω στὸ σκοῦρο χαλί, ὅπου ὁμοίως, ἀμέσως μετά, ἔπεσε μπρούμυτα νεκρὸς ὁ πρίγκηπας Πρόσπερο. Κατόπιν, ἐπιστρατεύοντας τὸ ἀδάμαστο θάῤῥος ποὺ γεννᾷ ἡ ἀπελπισία, ἕνας ὄχλος χαροκόποι ῥίχτηκαν ταυτόχρονα μέσα στὴν μαύρη αἴθουσα, καί, ἀφοῦ ἅρπαξαν τὸν μῖμο, τοῦ ὁποίου ἡ ψηλὴ μορφὴ ἔστεκε εὐθυτενὴς καὶ ἀκίνητη ὑπὸ τὸν ἥσκιο τοῦ ἐβένινου ῥολογιοῦ, ἔμειναν ἄναυδοι ἀπὸ ἀπερίγραπτη φρίκη, ἀνακαλύπτοντας πὼς τὰ σάβανα καὶ ἡ πτωματόσχημη προσωπίδα ποὺ μεταχειρίστηκαν μὲ τόσο σφοδρὴν ἀγριότητα, ἦσαν ἀκατοίκητα ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἁπτὴ μορφή.

Καὶ τώρα ἀνεγνωρίσθη ἡ παρουσία τοῦ Ἐρυθροῦ Θανάτου. Εἶχεν ἔρθει σὰν κλέφτης μέσα στὴν νύχτα. Καὶ ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον ἔπεσαν οἱ χαροκόποι στὶς αἱματοστάλαχτες αἴθουσες τῆς γιορτῆς τους, καὶ πέθαναν, ὁ καθένας στὴν στάσι ἀπελπισίας ποὺ εἶχε κατὰ τὴν πτῶσι του. Καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἐβένινου ῥολογιοῦ ἐξέπνευσε μαζὶ μ’ ἐκείνη τοῦ στερνοῦ ἀνέμελου. Καὶ οἱ φλόγες στοὺς τρίποδες καταναλώθηκαν. Καὶ Σκότος καὶ Σῆψι καὶ ὁ Ἐρυθρὸς Θάνατος κυριάρχησαν ὁλοσχερῶς στὰ πάντα.

 

Φωτογραφία: Edgar Allan Poe, χαρακτικὸ τοῦ Timothy Cole

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

The Master

399px-Oscar_Wilde_portrait

ΠΕΖΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ

Ὅταν τὸ σκότος ἡπλώθη ἀνὰ τὴν γῆν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, φέρων ἐκ πεύκης δαλὸν ἀνημμένον, κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ λόφου εἰς τὴν κοιλάδα. Ὅτι ἤθελεν μεριμνήσει περὶ τῶν οἰκείων πραγμάτων.

Καὶ γονυπετῆ ἐπὶ τῶν πυρολίθων τῆς κοιλάδος τῆς ἀπωλείας εἶδεν νέον ἄνδρα γυμνὸν καὶ θρηνοῦντα. Τὸ χρῶμα τῆς κόμης αὐτοῦ ἦτον ὡς τοῦ μέλιτος καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ ὡς ἄνθος λευκόν, ἀλλὰ τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦτο πεπληγμένον ὑπὸ ἀκανθῶν καὶ ἐπὶ τῆς κόμης αὐτοῦ εἶχεν σκορπίσει τέφρας ἀντὶ στέμματος.

Καὶ οὗτος ὁ μέγαν πλοῦτον κατέχων εἶπεν εἰς τὸν νέον ἄνδρα τὸν γυμνὸν καὶ θρηνοῦντα: «Δὲν ἀπορῶ μὲ τὸ μέγεθος τῆς θλίψεώς σου, ὅτι Ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ἀληθῶς δίκαιος ἄνθρωπος».

Καὶ ὁ ἀνὴρ ὁ νέος ἀπεκρίθη: «Δὲν θρηνῶ γιὰ Ἐκεῖνον, παρὰ γιὰ τὸν ἑαυτόν μου. Κι’ ἐγώ, ἂν ἠξεύρῃς, τὸ νερὸν ἤλλαξα εἰς κρασίν, καὶ τοὺς λεπροὺς ἐγιάτρεψα καὶ εἰς τοὺς τυφλοὺς ἔδωσα τὸ φῶς των. Ἐβάδισα ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατα, κι’ ἀπὸ τοὺς κατοίκους ὁπού ’ναι εἰς τὰ κιβούρια ἐξώρκισα διαβόλους. Καὶ τοὺς πεινασμένους ἔθρεψα εἰς τὴν ἔρημον ὅπου δὲν ἦτον τροφή, καὶ τοὺς ἀποθαμένους ἐσήκωσα ἀπὸ τὰ στενόχωρά των ὁσπίτια, κι’ ὡς πρόσταξα, κι’ ἐνώπιον ἄμετρου λαοῦ, μιὰ στέρφα συκῆ ἐξεράνθη. Ὅλα ὅσα τοῦτος ὁ ἄνθρωπος ἔκαμεν, ὁμοίως τὰ ἔκαμα. Κι’ ὡστόσο δὲν μ’ ἔχουν σταυρώσει».

 

Φωτογραφία: Napoleon Sarony

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

The Artist

399px-Oscar_Wilde_portrait

ΠΕΖΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ

Κάποιαν ἑσπέραν ἐφώλιασεν ἐντὸς τῆς ψυχῆς του ἡ ἐπιθυμία νὰ πλάσῃ μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή». Καὶ ἀνεχώρησεν ἐντὸς τοῦ κόσμου πρὸς ἀναζήτησιν ὀρειχάλκου. Ὅτι μόνον μὲ ὀρείχαλκο μποροῦσε νὰ ὁραματίζεται.

Ὅμως ὅλος ὁ ὀρείχαλκος τοῦ κόσμου ὁλάκερου εἶχεν ἐξαφανισθῆ, μήτε ὁπουδήποτε ἐντὸς τοῦ κόσμου ὁλάκερου ὑπῆρχε λίγος ὀρείχαλκος γιὰ νὰ βρεθῇ, ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο στὴν ἀπεικόνισι «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα».

Τούτη τὴν ἀπεικόνισιν εἶχεν ὁ ἴδιος, μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια, πλάσει, καὶ τὴν εἶχε τοποθετήσει ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ μοναδικοῦ ὄντος ποὺ ἀγάπησε στὴν ζωή. Ἐπὶ τοῦ μνήματος τοῦ νεκροῦ ὄντος ποὺ πειότερον ἀγάπησεν εἶχε τοποθετήσει τὴν ἀπεικόνισι ποὺ ἦταν δικό του πλάσμα, ὥστε νὰ μπορῇ νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἔνδειξι τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν πεθαίνει ποτέ, καὶ ὡς σύμβολο τῆς θλίψεως τοῦ ἀνθρώπου ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα. Καὶ στὸν κόσμον ὁλάκερο δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος ὀρείχαλκος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ὀρείχαλκο τούτης τῆς ἀπεικονίσεως.

Καὶ ἔλαβε τὴν ἀπεικόνισι ποὺ εἶχε πλάσει, καὶ τὴν ἐτοποθέτησεν ἐντὸς μεγάλης καμίνου, καὶ τὴν παρέδωσε στὴν φωτιά.

Καὶ μὲ τὸν ὀρείχαλκο τῆς ἀπεικονίσεως «Ἡ Θλῖψι ποὺ διαρκεῖ γιὰ πάντα» ἔπλασε μιὰν ἀπεικόνισι «Τῆς Χαρᾶς ποὺ ἀντέχει γιὰ μιὰ στιγμή».

 

Φωτογραφία: Napoleon Sarony

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἐμβατήριον

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΤΥΡΤΑΙΟΥ
Η ΛΑΙΚΟΥ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟΥ

Μπρός, διαβῆτε τῆς Σπάρτης, ποὺ οἱ ἄντρες ἀνθίσαν,
σεῖς οἱ γυιοὶ ποὺ πατέρες πολῖτες γεννῆσαν.
Τὸ ζερβὺ τῆς ἀσπίδος τὸν γῦρον νὰ δείχνῃ,
τὸ δεξί, μ’ ὅλο ἀντρειά, τὸ κοντάριν νὰ ὑψώνῃ,
καὶ ζωὴν μὴ βλεπίσῃ κανείς, σὰν χτυπιέται·
δῶ στὴ Σπάρτη, παλαιόθε, πρεπὸ δὲν περνιέται.


Ἄγετ’ ὦ Σπάρτας εὐάνδρω

κῶροι πατέρων πολιατᾶν,
λαιᾷ μὲν ἴτυν προβάλεσθε,
δόρυ δ’ εὐτόλμως ἄνχεσθε
μὴ φειδόμενοι τᾶς ζωᾶς·
οὐ γὰρ πάτριον τᾷ Σπάρτᾳ.