ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμη΄

ΤΟ ΜΕΓΑ ΠΟΙΗΜΑ
(ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ)

Ὁ ἄργυρος φέγγει σκοτεινός, τ’ ἀτσάλι στράφτει τρόμον,
κι ἀπ’ τὸν χρυσὸ λαμπρότερη μὸν τοῦ ἡλιοῦ ἡ λαμπρότη.
Τῶν Μυστηρίων οἱ ἀργυροὶ καὶ Μακεδνοὶ ἀτσαλένιοι
κι ἄνδρες χρυσοὶ τῶν Ἀθηνῶν, χτίσαν τὴν Οἰκουμένην.
Εἰς τ’ Ἄρβηλα ἐγεννήθη νηά, στὴν σκόνη τῶν ἀλόγων,
κι ἀπόθανε γερόντισσα στ’ ἅη Ῥωμανοῦ τὴν πόρτα.
Ἔζησ’ αἰῶνες δεκοχτὼ στῆς μέσης γῆς τὸν κόσμο,
κ’ ἔφεξε στοὺς λαοὺς δαδί, στὰ ἔθνη καντηλέρι,
κ’ εἰς τῶν βαρβάρων τὴ νυχτιὰν ἀστρόσπαρτο λειβάδι.
Τ’ ἄστρη σου, φῶτα, ἂς μ’ ὁδηγᾶν στὴν χώρα μὲ τὰ κρίνα!
Πῶς μὲ στοιχειώνεις δέσποινα…
Γραικῶν τὸ μέγα καύχημα, Γραικῶν τὸ μέγα ποίημα.

Advertisements
ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμα΄

Ο ΞΕΔΟΝΤΙΑΡΗΣ ΛΕΩΝ

Ὦ Δίκιο! Μακρυχαίτικο, πλατύστερνο λιοντάρι,
κι ἀπ’ τὲς ἀχτίδες τοῦ ἡλιοῦ βασιλοκρατημένο,
πού ’χες τὰ δόντια σουβλερά, τὰ νύχια ἀκονισμένα,
πού ’σουν στὸ θώρι ἡ δύναμις, στὸ διάβαινες ἡ χάρις,
κι ὅντες βρουχιόσουν λούφαζαν τ’ ἀδικοκαμωμένα,
κ’ ἐκέρωνε κάθε κακό, στράγγιζε δίχως θάρρη,
καὶ ἠτρέμαν σε τ’ ἀνάξια, μὲ τ’ ἀστανιὸ σὲ ὑμνοῦσαν,
τῆς ἀξιοσύνης τὸν ἀνθὸ καρπόδενε ἡ βουλή σου,
καὶ τὸ πρεπὸ καντάριαζες, τοῦ δουλευτῆ, μοιράδι,
κι ὅλοι ποὺ εἰς σένα ἤλπιζαν κι ἀμῶναν κι ἀγαποῦσαν,
τώρα σὲ συζητοῦν κιοτή, σὲ κράζουν γιὰ ψωριάρη,
ἂμ σκιάζονται καὶ περπατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὴν ὀργή σου.

Τώρα στ’ ἀτσάλινα κλουβιὰ γυρνᾶς τῶν μεγιστάνων,
κ’ ἔχεις λουρὶ στὸν τράχηλο, φιογκάκι στὴν οὐρά σου,
σαλτάρεις γύρους μὲ φωτιά, κάμεις τὸν τσαρλατάνο,
γατούλα, τρέχεις καὶ κυλᾶς τῶν πλούσιω τὸ κουβάρι,
σ’ ἐκειοὺς τρίβεσαι, γουργουρᾶς, κοιμιέσαι στὴν ποδιά τους,
καὶ τὸν μικρούλη πρὶν γευτεῖς, ποντίκι, τυραγνεύεις,
φαφούτικο ἀνημπόρεψες, κριὰς μαλακὸ γυρεύεις,
δὲν κόφτουν τὰ σαγόνια σου, τὰ νύχια σου δὲν σκίζουν
σκληρόπετσους τῆς ἀνομιᾶς κι ἀδίκους τῶν ἀρχόντων,
νοικοκυραίους μασουλᾶν, μὲ σάρκες πλέμπας τρίζουν,
τσανακογλείφτη κάθε βιᾶς, τοῦ ἰμπέριου βασταγάρι,
ὦ Δίκιο! Μοχτηρὸ θεργιό, μοβόρε ξεδοντιάρη.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρλζ΄

ΤΡΙΑΣ ΟΜΟΟΥΣΙΟΣ

Ἀλήθεια εἶσαι ἡ ἐμορφιὰ καὶ σὺ Ἐμορφιὰ ἡ ἀλήθεια,
κι ὦ Λευτεριὰ εἶσ’ ἐμορφιὰ κι ὦ Λευτεριὰ εἶσ’ ἀλήθεια,
κι Ἀλήθεια εἶσαι ἡ λευτεριά, Μορφιὰ εἶσ’ ἐλευθερία.
Τρεῖς φαίνεστε, τρεῖς σᾶς καλοῦν, μιὰν ἔχετε οὐσία.
Τὲς τρεῖς κυράδες προσκυνῶ, στὴν δόξα σας ἀμώνω,
καὶ τὸ ἕνα σας τὸ πρόσωπο «Ἔρωτα» τὸ δηλώνω.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρλστ΄

ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΟΥ ΒΟΛΚΩΦ

Τσακάλια καὶ ἀλεποῦδες κι ἀγριοσκύλοι
κ’ ὕαινες παρδαλὲς καὶ ἀγέλη λύκοι,
σ’ ἀρχαίους καιροὺς παλεῦαν γιὰ τὴν νίκη,
τίνος πλιὸ ἀρχοντικὰ λαλοῦν τ’ ἀχείλη.

Τσακάλια καὶ ἀλεποῦδες πῶς βελάζαν!
Κι ἀστεῖα πνιχτογαυγίζαν οἱ ἀγριοσκύλοι!
Κι ὡς γροικηθῆκαν οἱ ὕαινες… ῥεζίλι!
Καὶ οἱ λύκοι ὢ… τί μακρόσυρτα π’ οὐρλιάζαν!

Ἂμ λιόντας τις, παρέκει, γλαρωμένος,
πολλὰ ἀπ’ τὸ σκυλολόϊν ποὺ ἐνοχλήθη
πριχοῦ ἀποκοιμηθεῖ, ἅπαξ, βρουχήθη.

«Σωπᾶτε ἀδέρφια, λιόντας! Μὴ ἀλυχτᾶτε,
κι ἀμῆτε, στὴν μονιά του κάθε γένος,
κι ἀγάλι, ὡσὰν γατοῦλες νὰ πατᾶτε».

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκζ΄

ΨΗΦΟΣ ΚΑΙ ΓΝΩΜΗ

Τὴν ψῆφον μοὶ ἔδωκες, Ξουσιά, κ’ ἐπῆρες μου τὴν γνώμην,
αὐτεξουσίως κυβερνητῶν τὲς γνῶμες νὰ ψηφίζω.
Μὰ οὐδεὶς τὴν γνώμην μου ψηφᾶ κι ἀψήφιστα μὲ παίρνουν,
ὅθεν ψηφίζω οἱ γνῶμες μου, ξουσιές, νὰ κυβερνοῦν σε.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τῶι βασιλεῖ Πύρρωι

ρκδ΄

Ι. Χαίρομαι ὁποὺ ἔκαμες τὴν ἀπόφασιν, ἀγαπητὲ ἀδελφέ, καὶ μετὰ τῶν φουσσάτων σου ἐσηκώθης καὶ ἐδιάβης τὸ Ἰόνιον καὶ ἐπάτησες πόδιν εἰς Ἰταλίαν, ἵνα παρασταθεῖς τῶν Ταραντίνων. Ὅτι οἱ ὑγιοὶ τῆς λύκαινας ἀρίφνητοι, ἅμα δὲ καρτερικοὶ καὶ ἐπιτήδειοι εἰς τὰ ἔργα τοῦ Ἄρεως καὶ ὁ πόλεμος δὲν ἐβαστιότουν μοναχὰ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας. Μᾶς παρέδωσεν ὁ Πλούταρχος, ὁ Χαιρωνεύς, πὼς σὰν ἐστοχαζόσουν περὶ τοῦ αἰτήματος τῶν Ἰταλιωτῶν, τί νὰ κάμεις, σ’ ἔφερεν εἰς τὰ λόγια του ὁ Θεσσαλὸς Κινέας, ὁ φιλόσοφος ὁποὺ εἶχες διὰ συμβουλάτοραν, ὅτι τάχα ἀνωφέλευτα πολυπραγμονεῖς καὶ εἴτε κεράσεις πόνους καὶ αἵματα τῶν ἀναντίων καὶ ἀντιλάβεις τὸ μερτικόν σου ὁμοίως, εἴτε μείνεις ἀνενέργητος εἰς Ἤπειρον καὶ ἡσυχάζεις, τὸ διάφορον διὰ σὲ τὸ αὐτὸν ἤθελε εἶναι.

ΙΙ. Λέγεται δὲ καὶ σήμερον ἀνέκδοτο παρόμοιον μὲ τὴν σοφιστεία τοῦ Κινέου. Εἷς ἐψάρευε καθ’ ἡμέραν ἰχθύν. Κάποιος, ἀφοῦ τὸ παρετήρησεν, τοῦ λέγει «Διατί ψαρεύεις ἕνα καὶ ὄχι περισσότερα;» Ἀποκρίθη «Καὶ τί νὰ τὰ κάμω τὰ περισσότερα;» Ἀνταποκρίθη «Νὰ πωλεῖς, νὰ κερδαίνεις καὶ δύνεσαι διὰ βάρκαν». Λέγει ὁ ἁλιεὺς «Καὶ τί νὰ τὴν κάμω, μωρέ, τὴν βάρκαν;» «Ὅτι ξανοίγεσαι εἰς πέλαγος καὶ ῥίχνεις πλεμάτι καὶ πιάνεις περισσότερα καὶ τὸ κέρδος αὐγαταίνει». «Καὶ σὰν αὐγαταίνει;» «Δύνεσαι διὰ τρεχαντήρι». Τοιοῦτα λέγων, εὑρέθη ὁ πτωχός, ἀμιράλλης ἁλιευτικῶν καὶ ζάπλουτος. Εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ πτωχοῦ πρὸς τί ὅλη ἡ φασαρία, ὁ ἄλλος μὲ ὕφος κουρασμένον – ὅτι περὶ αὐτονοήτων κοπιάζει καὶ πάλιν ἀκατανόητα μένουσιν – κατέληξεν «Μὰ διὰ νὰ περνᾶς τὸν καιρό σου ἀνέγνοιαστος. Νὰ πιάνεις τὸ ψαράκι σου, νὰ πίνεις τὸ κρασάκι σου καὶ πέρα βρέχει». «Ἂμ καὶ τώρα τί κάμω πατριώτη;» Ἀποκρίθη ὁ ἁλιεύς, «Καὶ δὲν τὸ ἤξευρα νὰ τραβήξω βάσανα καὶ τυράγνιες διὰ πράγματα ὁποὺ κατέχω ἤδη».

ΙΙΙ. Οὕτω σὲ ὁμίλησεν ὁ Κινέας, ἀμὴ ἀντὶς ὀψαριῶν καὶ βαρκῶν σὲ ἀράδιασεν ἔθνη καὶ χώρας. Ἀλλὰ ὅπως μὲ φαίνεται, ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Σικελία καὶ ἡ Καρχηδὼν καὶ ἡ Λιβύη καὶ ἡ Μακεδονία καὶ ἡ ἐπίλοιπη Ἑλλάς, οὐδόλως μὲ ὀψάρια ὁμοιάζουσιν, μήτε καὶ οἱ βασιλεῖς μὲ ψαράδες. Ὅτι σὲ ὁμίλησεν ὡσὰν νὰ ἦτον ὁ σκοπὸς τοῦ βασιλέως ἡ προσωπικὴ εὐτυχία αὐτοῦ καὶ τοῦ οἴκου του, ἐπὶ πλέον δὲ τὸ κυβέρνημα τῶν καθημερινῶν ὑποθέσεων τοῦ βασιλείου καὶ τὸ καλῶς ἔχειν τοῦ λαοῦ. Ὅθεν ὀρθῶς σὲ ὁμίλησεν, ἂν ὁ βασιλεὺς μόνον ὑπὲρ αὐτῶν προνοεῖ. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ὁποὺ ἐλησμονήθη ὑπὸ τοῦ συμβουλατόρου σου καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἀναποφεύκτως ἀπορῶ, τοῦτον ἔνι στρατηγέ μου. Τὸ ἰδιωτεύειν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐνίοτε γίνεται, εἰς τὰ ἔθνη δὲν γίνεται. Μήτε καὶ πρέπει νὰ ἰδιωτεύουσιν, μήτε καὶ τὸ μποροῦσιν. Καὶ «πέρα βρέχει» εἰς τὰ ἔθνη δὲν ὑπάρχει. Ὅτι τὸ «πέρα» προφταίνει σε κι ἂν ψιλὴ ἡ βροχὴ μουσκεύεσαι κι ἂν δρολάπι καὶ νεροποντὴ πνίγεσαι. Σὰν τὸ διαλαλεῖς κι ἀπὸ πάνω, περνιέται, εἰς τὴν συντροφία τῶν ἐθνῶν, φανέρωμα καὶ ἀγγελτήριον θανάτου.

ΙΙΙΙ. Ἐξυπνᾶ μιὰν ἡμέραν ὁ νοικοκύρης καὶ συνάζει μάζωξι τῶν γειτόνων καὶ λέγει τους «Ἀπὸ σήμερον, γειτόνοι μου ἀγαπημένοι, νὰ μὲ λογαριάζετε διὰ νεκρὸν καὶ πλέον μὴ εὑρισκόμενον ἐντὸς τοῦ κόσμου καὶ σᾶς ἐκάλεσα νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ, νὰ τὸ ἠξεύρετε». Ἂν ῥιχτοῦσιν τὴν ἐπιούσαν οἱ γειτόνοι πρὸς ἁρπαγὴν τοῦ βιοῦ του, ὅ,τι ἔχει χρείαν ἕκαστος, τίνος τὸ πταίσιμον, τοῦ νοικοκύρου ἢ τῶν γειτόνων;

Π. Ἀνετράφην ἐντὸς πολιτείας ὁποὺ οἱ ἀρχόντοι καὶ οἱ τάχατες σοφοὶ καὶ διδασκάλοι, ἓν ἀεὶ δασκαλεύουσιν. «Ἡμεῖς οὐδὲν αἰτούμεθα». Καὶ προβαίνουσιν ἐνώπιον τῶν ἐθνῶν καὶ τελαλίζουσιν καὶ ἐπαίρονται περὶ αὐτοῦ, ὅτι «εἴμεθα τῆς εἰρήνης», ἤτοι μετὰ φωνασκιῶν εἰς ὅλους γνωρίζουσιν πὼς «εἴμεθα νεκροί». Καὶ εἰς τὸν νεκρὸν οὐδὲν ἀνήκει, παρὰ τὸ χῶμα ὅπου θάπτεται. Ἰδιώτευε λοιπὸν γένος Ἑλληνικὸν καὶ μὴ συλλογιέσαι πρὸς χάριν τῶν μελλουμένων, ζῆσε ἄνευ σκοποῦ, ἀπαράτα τὸ πηδάλιον, νὰ πλέει τὸ καράβι κατὰ τὴν βουλὴ τῶν ἀνέμων, ἐπὶ τῶν ἀγρίων κυμάτων, πλησίον βράχων κοφτερῶν. Τότες, ὁ ξένος ἤθελε συλλογισθεῖ διὰ σέ, ὁ ξένος ἤθελε σοῦ ὁρίσει, μὲ τὸ ἀστανιό, σκοπὸν τοῦ βίου σου, ὁ ξένος ἤθελε λάβει τὸ πηδάλιον καὶ ὁδηγήσει τὸ καράβι σου ἐντὸς τοῦ ἰδικοῦ του λιμνιώνα· καὶ εἴτε ξαρματώνει το, εἴτε κουρσεύει το, εἴτε βουλίζει το, κατὰ πῶς ὀρέγεται.

ΠΙ. Εἰς τὸν καιρὸν ὁποὺ ζοῦμε, ἡμεῖς τὸ ἀσθενὲς μέρος, ἡμεῖς οἱ Ταραντίνοι, οἱ Ῥωμαῖοι ζυγώνουσιν καὶ ἡ ἐλπὶς ἀλαργάρει· ὅτι δὲν εὑρίσκεται πλάτη μας δευτέρα Ἑλλὰς ἵνα καλέσουμε Πύρρον καὶ φουσσάτα. Καὶ παρηγορία μηδαμόθεν. Ἀλλὰ δευτέρα Ἑλλὰς εὑρίσκεται καὶ μᾶς κρατεῖ τὴν πλάτη, ἀμὴ δὲν ἠμπορεῖς νὰ δείξεις αὐτὴν ἐπὶ χάρτου, μήτε νὰ θεωρήσεις αὐτὴν μέσω τῶν ὀφθαλμῶν σου, μήτε νὰ περιπατήσεις ἐπὶ αὐτῆς μετὰ τοῦ ἀνθρωπίνου σώματός σου. Καὶ αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς ὁποὺ λέγω, εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας αὐτοδημιούργητου πολιτισμοῦ. Ὁ πολιτισμός μας ἤθελε σταθεῖ τὸ φουσσάτο μας, ὁποὺ φοβερώτερον καὶ δεινότερον – ὅπως εἶπεν καὶ ὁ Αἰμίλιος Παῦλος περὶ τῆς φάλαγγος – οὐδέποτες ἐφάνη ἐπὶ γῆς. Ὅτι τὸ μὲν ἡμέτερον φουσσάτον βαστάζει τὸν ἀγώνα μέχρι τέλους, οἱ δὲ μισθοφορίες ἀλλοτρίων πολιτισμῶν ἤθελε βάλλουν ἡμᾶς εἰς σύγχυσιν καὶ δώσουν νῶτα.

ΠΙΙ. Κι ἀπείτις ὀνομάσθη τὸ φουσσάτον, ποῖος ὁ στρατηγός μας; Στρατηγός μας, ὡς καὶ ἀξιολογώτατοι εἰς τὰ στερνὰ προβάλλουσιν, φανερώνεται ὁ σκοπός, ἡ νέα μεγάλη ἰδέα, ὁποὺ ὅλα τὰ συνάφια τῶν Γραικῶν, ὑπὸ τὰς φτερούγας της, θέλει ὁμονοήσουσιν τελειωτικῶς καὶ μοχθήσουσιν ὁμάδιν. Αὐτὴ μᾶς ὀρδινιάζει, αὐτὴ μᾶς κυβερνάει στὸν πόλεμον, αὐτὴ μᾶς φέρνει τὴν νίκην. Εἴθε νὰ δώσει τὰ φῶτα του ὁ ἀρχαῖος ἀρχηγός μας ἵνα ἔλθουν εἰς γνῶσιν οἱ πολλοί. Ὦ Ἄπολλον φώτισον, σὺ κίνησις καὶ ζωή, ὁ δὲ Πύθων στάσις καὶ θάνατος. Ἂς φονεύσουμε τὸ μέγα ὀφίδιν ὁποὺ μᾶς σφίγγει τὴν ψυχὴν καὶ μᾶς στραγγαλίζει τὸν νοῦ καὶ πνίγει τὸν ἀνασασμὸν τοῦ γένους μας, εἰδεμὴ ἂς ἀποθάνουμε δοῦλοι, ὅτι ἄνευ σκοποῦ δὲν λογιζόμεθα γένος παρὰ κοπάδι.

ΠΙΙΙ. Ἐπῆρα τὸ θάρρος, βασιλεῦ, καὶ σοῦ ἔγραψα ἐξ ἀφορμῆς τῆς περικοπῆς τοῦ Πλουτάρχου, ὁποὺ ἀνέγνωσα τὰ τότε καὶ ἐνεθυμήθην τὰ τωρινά. Τὸ ὑπὲρ σκοποῦ πολυπραγμονεῖν ὠφελεῖ τὸ γένος ὅπως ἡ πνοὴ τὴν καρδία. Ὀδυσσεὺς ὁ Ἕλλην καὶ ὄχι Βούδας καὶ κακῶς σὲ ὁρμήνευσεν ὁ Κινέας τὰ περὶ ἡσυχίας. Ὅμως φυλάγομαι νὰ τὸν ψέξω, μήπως καὶ δὲν ἐλέχθησαν ἀληθῶς οἱ λόγοι ὑπὸ τοῦ ἀνδρός, παρὰ τὰ ἔβαλεν εἰς τὸ στόμα του ἡ ῥωμηοσύνη τοῦ Χαιρωνέως.

Εἰρήνη γιὰ νὰ βασταχτεῖ, λαέ μου παλληκάρι,
λόγυμνο πρέπει τὸ σπαθὶ κ’ ἡ κόρδα στὸ δοξάρι,
στὴν τάπια μάτι ξάγρυπνο, στὸ μπράτσ’ ὀρθὸ σκουτάρι.

Σὲ φιλῶ
ὁ ἀδελφός σου