ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἀχάρακτον ἐπιτύμβιον

σιζ΄

«Μιὰν ἡμέρα στὴν χαρὰ * καὶ τρεῖς στὴν θλῖψι.
Ἀπλέρωτ’ ἡ τιμὴ * κι’ ἡ προσφορὰ φτηνή.
Βίος ὁ ἔρωτας * κι’ ὁ ᾅδης ἄληστος.
Ἄνεμος ἡ σάρξ, * βράχος στεῤῥὸς ὁ λόγος.
Ἡ καρδιὰ στοῦ νοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ χορεύῃ.
Ὁ νοῦς τ’ οὐρανοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ γυρεύῃ.
Στὴν ψυχὴ φωτιὰ * τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγῶνος…»,
μ’ εἶπε καὶ σφιχτὰ * μ’ ἐφούχτωνε τὸ μπράτσο
κι’ αἷμαν ἔβηξε… * κι’ ἀνάδωνεν ἡ πλάσις,
κι’ὡς τά ’χεν εἰπεῖ * κι’ ἀτός του τά ’χε φτειάσει.

Advertisements
ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων

σιε΄

Μῦθος, ποίησις: * Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων·
ἔτσι, λέω, νογᾷ * ἡ θειοτέρα πλάσις.
Ποιός ἐκ τὰ θνητὰ * ξεύρει τοὺς δαιμονίους;
Οἱ μάγισσες ξεύρουν * κι’ οἱ ἅγιοι ξεύρουν
κι’ οἱ λαφρόσκιωτοι * κι’ οἱ τριστυραγνισμένοι
καὶ τ’ ἁγνὰ παιδιὰ * κι’ οἱ, ἀλιά, χαροκαμμένοι
κι’ οἱ ἐν ὄρεσιν * κι’ οἱ ἐπὶ τῆς θαλάσσης
κι’ οἱ ἁλίπλαγκτοι * σ’ ὠκεανοὺς σκοτίους
κι’ οἱ ἐν ἐρήμοις * ποὺ χάνοντ’ ὧρες στ’ ἄστρη,
κι’ ὅλ’ οἱ ξωμάχοι * στοῦ νοῦ τὲς μεθορίους.
Καλοξεύρει το * κι’ ὁ ἀγαπᾷ καὶ κρύβει
καὶ ὁ ῥεμβάζων * στὰ ἡλιάχτιδα ποὺ σβένουν,
κάθε βαρδιᾶνος * ποὺ μὲ δοξάρι φρύδι
ἄγρυπνος θωρεῖ * τῆς ἄβυσσος τὸ χέρι.
Ὅτι οἱ τέτοιοι * νοερῶς, κι’ εἰς τ’ ἄνω μέρη,
μετὰ δαιμόνων * πολλάκις συντυχαίνουν.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ Δροῦζος πρίγκηπας

σϚ΄

Στὴν Κωνσταντῖνα

Λέγει ὁ Δροῦζος πρίγκηπας σὰν φίλευε τὸν Διγενῆ
«Ἂν ἠμποροῦσαν, Διγενή, τ’ ἀνθρωπινὰ ὀμμάτια
νὰ ἰδοῦν βαθιὰ ὥσμε τὴν πηγή, τὴν ὕλη τὴν ἀγέννητη,
θά ’σβηναν ὕδατα, στερηές, ἄστρη, χωριά, παλάτια.
Σκοτάδι ἀτόφυο θ’ ἄστραφτεν, εἷς ζοφερὸς ὠκεανός,
κι’ ἐντὸς νὰ ῥέουν τὰ κύματα, τῆς Ῥέας Κυβέλης ὁ χορός.
Τοῦτα παλαιόθ’ ἐκήρυτταν τοῦ γένους σου ἄνδρες σοφοί».

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὅμοιον ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει

σα΄

Θαύμασε, φίλε, * τῶν γυναικῶν τὸ σμάρι,
ψευτοδιάσημον * πῶς ἔχουν τριπλοζώσει,
στρατὸς Δαναῶν * στοῦ Ἰλίου τ’ ἅγια τείχη!
Αἴαντος ἐγώ, * πανουργιὰ Ὀδυσσέως,
γλῶσσα Θερσίτου * καὶ πεῖσμα Ἀχιλλέως,
Ἀγαμέμνονος * οἴησις· μέσα κούφιες
σὰν τὸ εἴδωλο * ποὺ ἐπλάγιαζεν ὁ Πάρις.
Ξερογλείφονται * γιὰ πλούτη ὡς τοῦ Πριάμου,
κι’ ἀπὸ κάλλη, ἂν πῇς, * οὔτε γρηᾶς Ἑλένης.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἷς οὐρανὸς

ρϞστ΄

«Διὰ ταῦτα οὔτε δύο οὔτ’ ἀπείρους ἐποίησεν ὁ ποιῶν
κόσμους, ἄλλ’ εἷς ὅδε μονογενὴς οὐρανὸς γεγονὼς
ἔστι τε καὶ ἔτ’ ἔσται».
Πλάτων

Ὁ βαρδιάτωρ προσπερνᾷ, νύχτα, στοὺς προμαχῶνας,
τὸν κόσμον συλλογίζεται κι’ ἀναμετρᾷ τὴν πλάσιν,
ἂν εἷς πυργώθη οὐρανός, ἂν μιὰ ποιήθη κτίσις,
ἢ τάχα πλῆθος σύμπαντα θεμέλιωσεν ὁ πλάστης.
Τὰ βήματά του προχωροῦν καὶ φτερουγίζει ὁ νοῦς του,
τοὺς στοχασμοὺς γεωμετρεῖ, τὸν λόγον καστροχτίζει,
μὲ δυναμάρια τὸν κρατεῖ, τ’ ἄστρα θωρεῖ καὶ λέγει.
«Θεὸς ἂν ἔργον στοχασθῇ μία φορὰ ἐστοχάσθη,
σὰν τὸ ἀναστοχάζεται ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν λάβ’ εἰκόνα τὸ ἔργον του τὴν ἑαυτοῦ θὰ λάβῃ,
ἂν λάβῃ ἄλλην, πλὴν ἑαυτοῦ, ἄριστος δὲν λογιέται.
Ὑπὸ θεοῦ ποὺ καμωθῇ καλῶς κι’ ἅπαξ καμώθη,
κι’ ἀνὲ ξανακαμώνεται ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν κόσμον τάξῃ ὁ θεὸς τ’ ὅλον θέλει κοσμήσει,
εἰς κόσμους χώρια ἂν μεριστῇ ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν ὁ θεὸς ἔνι θεὸς καὶ ἄριστος λογιέται,
τὸ πᾶν ἔκαμε δεύτερον θεὸν γεγεννημένον.
Ὅθεν, ἀστέρια μου χρυσᾶ ὁποὺ σᾶς συντυχαίνω,
εἷς ἐπυργώθη οὐρανός, μιὰ ἐποιήθη κτίσις,
ὑπὸ τοῦ πλάστου κόσμος εἷς καὶ ἅπαξ ἐγεννήθη,
μήτε ποτὲ θὰ χαλαστῇ κι’ ἐν δόξῃ ἀεὶ θ’ αὐγάζῃ».

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸν κύρην λαὸν

ρϞδ΄

Δὲν ξαποσταίνει ὁ ποντικὸς μὲς στοῦ ὀφιδιοῦ τὴν ζῶσι,
νὰ εἰπῇ τὴν σφίξιν ἀγκαλιά, φάρμακο τὸ φαρμάκι.
Κι’ ἀπ’ τὸν ἡσκιόγυρον τοῦ ἀητοῦ ἀντιδρομεῖ τ’ ὀφίδι,
φιλὶ δὲν λέει τὸ ῥάμφισμα, χάδι τὸ γράπωμά του.
Τὸν τύραγνον ὀφιδαητό, κύρη λαέ, προσμένεις.
Τὸν σουριγμό του ὅντες γροικᾷς θὰ εἰπῇς «Βρίσκετ’ ἐλπίδα!»
κι’ εἰς τ’ ὀνυχοσπαρτάρισμα «Βαστᾶτε, θὰ περάσῃ»,
στὸ ῥάμφος τὸ φαρμακερὸν «Ἄχου ὑστερνή μου γνῶσι».