ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἷς οὐρανὸς

ρϞστ΄

«Διὰ ταῦτα οὔτε δύο οὔτ’ ἀπείρους ἐποίησεν ὁ ποιῶν
κόσμους, ἄλλ’ εἷς ὅδε μονογενὴς οὐρανὸς γεγονὼς
ἔστι τε καὶ ἔτ’ ἔσται».
Πλάτων

Ὁ βαρδιάτωρ προσπερνᾷ, νύχτα, στοὺς προμαχῶνας,
τὸν κόσμον συλλογίζεται κι’ ἀναμετρᾷ τὴν πλάσιν,
ἂν εἷς πυργώθη οὐρανός, ἂν μιὰ ποιήθη κτίσις,
ἢ τάχα πλῆθος σύμπαντα θεμέλιωσεν ὁ πλάστης.
Τὰ βήματά του προχωροῦν καὶ φτερουγίζει ὁ νοῦς του,
τοὺς στοχασμοὺς γεωμετρεῖ, τὸν λόγον καστροχτίζει,
μὲ δυναμάρια τὸν κρατεῖ, τ’ ἄστρα θωρεῖ καὶ λέγει.
«Θεὸς ἂν ἔργον στοχασθῇ μία φορὰ ἐστοχάσθη,
σὰν τὸ ἀναστοχάζεται ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν λάβ’ εἰκόνα τὸ ἔργον του τὴν ἑαυτοῦ θὰ λάβῃ,
ἂν λάβῃ ἄλλην, πλὴν ἑαυτοῦ, ἄριστος δὲν λογιέται.
Ὑπὸ θεοῦ ποὺ καμωθῇ καλῶς κι’ ἅπαξ καμώθη,
κι’ ἀνὲ ξανακαμώνεται ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν κόσμον τάξῃ ὁ θεὸς τ’ ὅλον θέλει κοσμήσει,
εἰς κόσμους χώρια ἂν μεριστῇ ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν ὁ θεὸς ἔνι θεὸς καὶ ἄριστος λογιέται,
τὸ πᾶν ἔκαμε δεύτερον θεὸν γεγεννημένον.
Ὅθεν, ἀστέρια μου χρυσᾶ ὁποὺ σᾶς συντυχαίνω,
εἷς ἐπυργώθη οὐρανός, μιὰ ἐποιήθη κτίσις,
ὑπὸ τοῦ πλάστου κόσμος εἷς καὶ ἅπαξ ἐγεννήθη,
μήτε ποτὲ θὰ χαλαστῇ κι’ ἐν δόξῃ ἀεὶ θ’ αὐγάζῃ».

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸν κύρην λαὸν

ρϞδ΄

Δὲν ξαποσταίνει ὁ ποντικὸς μὲς στοῦ ὀφιδιοῦ τὴν ζῶσι,
νὰ εἰπῇ τὴν σφίξιν ἀγκαλιά, φάρμακο τὸ φαρμάκι.
Κι’ ἀπ’ τὸν ἡσκιόγυρον τοῦ ἀητοῦ ἀντιδρομεῖ τ’ ὀφίδι,
φιλὶ δὲν λέει τὸ ῥάμφισμα, χάδι τὸ γράπωμά του.
Τὸν τύραγνον ὀφιδαητό, κύρη λαέ, προσμένεις.
Τὸν σουριγμό του ὅντες γροικᾷς θὰ εἰπῇς «Βρίσκετ’ ἐλπίδα!»
κι’ εἰς τ’ ὀνυχοσπαρτάρισμα «Βαστᾶτε, θὰ περάσῃ»,
στὸ ῥάμφος τὸ φαρμακερὸν «Ἄχου ὑστερνή μου γνῶσι».

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς ἀλήθειαν ΙΙ

ρϞα΄

Κάστρον ἐθεμελίωναν οἱ ψεῦτες μὲ ἀγῶνα,
ἄπαρτον κι’ ἀπολέμητον καὶ νὰ μὴν καταλυέται,
νὰ διαυθεντεύῃ εἰς τὸν καιρὸν καὶ ν’ ἄρχῃ εἰς τὸν αἰῶνα.
Γιὰ τείχη χτίζουν ψέμματα, πυργιὰ ψέμματα ὀρθώνουν,
ψέμματα πόρτες ἔφραξαν, ψέμματα ταφροζώνουν,
καὶ φλάμπουρα, ὁλοτρόγυρα, ψέμματα μύρια ἁπλώνουν.
Ἀγέριν ἀντιφύσηξεν, ἄνεμος ἐσηκώθη.
Τὰ φλάμπουρα ἐσκίστηκαν, ἡ τάφρος ἐπλακώθη,
χαμαὶ οἱ πόρτες βρόντηξαν, οἱ πύργοι ἐσωριαστῆκαν,
καὶ τὰ καλάρμοστα τειχιὰ πλάτωμα ἐγινῆκαν.
«Πόθεν φυσᾷ ὁ ἄνεμος ὁ ἐχάλασε τὸ κάστρον;
Μὴν φύσηξεν ὁ ζέφυρος; Μὴν φύσηξεν ὁ λίβας;
Μὴν φύσηξεν ὁ κὺρ βοριᾶς κι’ ὁμοῦ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι;»
Κοράσιν ἀποκρίθη τους, τοὺς ψεύτας ἀναμπαίζει.
«Ψεῦτες δὲν ἦτον ζέφυρος, ψεῦτες δὲν ἦτον λίβας,
ψεῦτες δὲν ἦτον κὺρ βοριᾶς κι’ ὁμοῦ ὅλ’ οἱ ἀνέμοι.
Μὸν ἡ ἀλήθεια ἤμουνα, ποὺ στέρηα καστροχτίζω,
κι’ ὅπου μαθαίνω ψέμματα, φυσῶ καὶ τὰ σκορπίζω».

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ ἀστροθώρητος

ρπθ΄

Στὸν παρασταίνει τὸν τρανό, στὸν κάμει τὸν καμπόσο,
ἀφήνω τόπο καὶ περνᾷ, μιὰ ὁρμήνεια θὰ τὸν δώσω.
Τὴν κεφαλὴ νὰ στρέψῃ την καὶ νὰ βιγλίσῃ τ’ ἄστρη
κι’ ὕστερ’ ἀτὸς νὰ μετρηθῇ μπρὸς στοῦ πυρὸς τὰ κάστρη.
Κι’ ἅμα εὑρεθῇ στὰ σκότη φῶς κι’ ἀδάμας ποὺ γυαλίζει
καὶ ἥλιος ἀβασίλευτος ποὺ σπιθολαμπυρίζει,
θαῤῥούμενα νὰ διαλαλῇ κι’ εἰς ὅλους νὰ μηνύσῃ
πὼς τ’ ἄστρη τὸν ἐθώρησαν ὡς ἔχει τα θωρήσει.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Γῆ 2017 μ.Χ.

ρπη΄

Σὰν περμαζώνωνται θεργιά, μοβόρα ὡς τρογυρνοῦσι,
βουτᾶν στὸ χῶμα οἱ σέρπονται κι’ οἱ φτερουγᾶν πετοῦσι.
Χάνοντ’ οἱ γοργοπόδαροι, κροῦν οἱ κερατωμένοι,
οἱ ξύπνοι μηχανεύονται, κρύβονται οἱ διαβασμένοι.
Ἀλιὰ εἰς τυφλοὺς κι’ ἀνόητους, μίσταρνους κι’ ἀλαζόνες,
γιομᾶτοι ἐλπίδα θ’ ἀλεστοῦν στὲς κοφτερὲς σιαγόνες.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ θυσία τῆς μύγας

ρο΄

Μῦγα σοφὴ σ’ ἐφόνευσαν κι’ ἀτσάλως σ’ ἐσκοτῶσαν
καὶ τὰ λειωμένα σου φτερὰ τὸ ἄλφα ἐθαμπῶσαν.
Τοῦ ποιητοῦ τὸ «ἀθάνατος» «θάνατος» πλέον ὁμοιάζει,
θανὴ σημάδι κι’ οἰωνός, τὸ νόημα ὅλο ἀλλάζει.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ ἄμπελος τῆς συλλογῆς

ρξθ΄

Ἰδοὺ οἱ λόφοι τῆς σιωπῆς, οἱ ἀγροὶ τῆς ἐρημίας·
κεῖ λιόγερμα δίχως νυχτιά, κεῖ δύσις δίχως σκότος,
μπροστάθε τοῦ ᾍδου οἱ κρημνοί, πίσω τοῦ κόσμου οἱ κάμποι
καὶ γύραθε περίσπαρτα τοῦ χρόνου τὰ γκρεμίδια.
Ἐκεῖ μοχθεῖ κι’ ὁ ποιητὴς τῆς συλλογῆς τ’ ἀμπέλιν,
ὁποὺ τρυγᾶται στὸν καιρό, παληώνει στὸν αἰῶνα,
καὶ βγάζει δυὸ λογιῶν κρασί, χρυσοῦν καὶ πορφυρᾶτον,
τὸ πορφυρᾶτον ἡ ἐμμορφιὰ καὶ τὸ χρυσοῦν τὸ πνεῦμα.
Καὶ τρέχει ἀπάνω στὲς ὁδοὺς καὶ σμείγει τοὺς δοιπόρους,
τοὺς ἐκ τῶν κάμπων περπατοῦν καὶ τοὺς κρημνοὺς γυρεύουν,
τὰ δυὸ εἰς ἕνα τὰ κερνᾷ, φιλεύει τους νὰ πιῶσιν,
νὰ εὐφρανθῶσιν, ν’ ἀντρειωθοῦν, τὸν δρόμον νὰ βαστάξουν.