ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκβ΄

Ο ΚΥΩΝ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Στὴ ῥούγαν, καταντίπερην, σὰν σαματὰς βροντάει,
σάμπως κλέφτες νὰ κλέφτουσιν; Κακοῦργοι κακουργοῦσιν;
Γέρθην καὶ κρυφαγνάντεψα π’ τὸ πάνω πανωθύριν.
Μήτε κλέφτες καὶ κλέφτουσιν, κακοῦργοι κακουργοῦσιν,
μὸν ἔνι γέρων κουρελὴς ποὺ ταραχὴν ἀσκώνει,
μὲς στὸν σωρὸ ἐψαχούλευεν, βρωμιὲς ἀνακατώνει,
πράγματα χρείας διάλεγεν στὸ ὑπαίθριον τὸ ἑρμάριν.
Οἱ παρωρίτες φαίνονται, στὰ σκότη ἀποτραβιέται,
κι ὡς εἰς τὰ σκότη προσπερνοῦν, δειλὰ δειλὰ θωριέται.
Κάμω νὰ ἰδῶ ἂν ξεύρω τον, κάλλιον νὰ μὴν ἠξεύρω.
Νὰ κοιμηθῶ ξανάπεσα, γαλήνη δὲν ζυγώνει,
σάστισα, ἐβρυκολάκιασα κ’ ἑώρων τὸ ταβάνι,
κ’ ἤλεγα λιανοτράγουδον γιὰ νὰ μὲ νανουρίσει:
«Μίσος, μοβόρικο σκυλί, δάγκωνε τὴν καρδιά μου,
κομμάτιαζέ την, σκίζε την, νὰ μὴν τοὺς λησμονάει,
κι ὡς ξημερώσει ὁ γδικιωμός, πάνω τους σὲ μολνάει».

Διαφημίσεις
ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκα΄

ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ

Τὸν χρόνο τόπο ἐδιάλεξα, τοὺς στοχασμοὺς γιὰ χρόνο,
μετὰ τῶν στοχασμῶν γερνῶ καὶ στέκομαι εἰς τὸν χρόνο.
Καὶ διάγω εἰς τὰ μελλούμενα καὶ τὰ παληὰ μαντεύω,
τὰ τωρεσνὰ ὅλο νοσταλγῶ, τοὺς κύκλους προφητεύω.
Μπρὸς στ’ ὁλοφάνερον τυφλός, στὸν ἴσκιο ἀητὸς κοιτάζω,
στὸ θαῦμα πονηρεύομαι καὶ τὰ κοινὰ θαυμάζω.
Κουφὸς στὰ περιλάλητα, μὰ τὰ βουβὰ γροικάω,
κι ὡς τὸ λαλεῖν ἀρχεύουσιν, γὼ τὸ σιωπᾶν τιμάω.
Ἥλιον γυρεύουν οἱ πολλοί, σκάβω στὴ γῆς λαγούμια,
πελάγου ἁπλάδα πεθυμοῦν, δρομῶ εἰς τὰ κορφοβούνια.
Γλυκὺν παινεῦαν τὸ κρασί; Γευόμην ξινισμένο,
δασκάλεψές με, μάνα μου, πὸ ξένα νὰ μὴν παίρνω.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκ΄

ΣΚΟΥΡΙΕΣ
(Η ΠΕΙΝΑ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΣ)

Ἡ γῆ μας εἶν πανίερη, τὰ δάση ἁγιασμένα,
κι ὁποὺ κρατοῦν τὰ σπλάχνα τους ἂς μένουσιν κρυμμένα.
Μὸν στὲς ψυχὲς ποὺ ἐσβήσασιν τὸ μάλαμα γυαλίζει,
χωμάτινοι τὸ λαχταροῦν, τοὺς πήλινους πλουμίζει.
Τῶν μονοφθάλμων ὁρμαθός, ἥλιον, τὸ καμαρώνει,
μὰ καίγουν οἱ ἀχτίδες του σὰν παγωμένο χιόνι.

Κι ὁ Ἐρυσίχθων κάποτες, βλάστημος καὶ μὲ θράσος,
τὰ δέντρη ἐπελέκησεν κ’ ἐσώριασεν τὸ δάσος.
Κ’ ἤθελε λεύκα τῶν ξωθιῶν γιὰ τάβλα καὶ καδρόνι,
νὰ κάμει οἶκο καλόφτιαστον, φίλους νὰ τραπεζώνει.
Πείνα τοῦ θέργιεψ’ ἡ θεά, ποτὲς νὰ μὴν χορτάσει,
τὴν πλάσι καταβρόχθισεν κι ὀρέγοταν τὴν πλάσι.
Κι ἀφοῦ τὰ πάντα ἐμάσησεν κι οὐδὲν ηὗρε νὰ φάει,
μὲ δάκρυα κι οὐρλιαχτὰ φριχτὰ τὸ κρέας του μασάει.
Σεῖς ποὺ πεινᾶτε γιὰ χρυσὸν καὶ δάση χερσοτόπους,
λογιάστε τ’ ἀντιγύρισμα στοὺς ἄφρονες ἀνθρώπους.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριδ΄

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑ ΛΑΓΩΝΙΚΑ

Βούκινο νά ’χω μαγικό, σὰν τὸ φυσῶ, σιμά μου,
δώδεκα νά ’ρχονται στοιχειά, πιστὰ λαγωνικά μου.
Νὰ ξαμολνιοῦνται, ν’ ἀλυχτοῦν, ν’ ἀγρεύουσιν εἰς τόπους
ποὺ φυόνται εἰς ἄφιλες ψυχὲς καὶ χαλαστὲς ἀνθρώπους.
Νὰ ξετρυπώνουν στὲς μονιὲς κακὲς βουλὲς καὶ σκέψεις,
καὶ νὰ ξεσκίζουν τὰ θεργιὰ ποὺ κρύβου οἱ δόλιες λέξεις.

Δοξάρι νά ’χω μαγικό, σαγίτες νὰ σκαλίζω,
στοῦ ἥλιου τὸ φῶς νὰ τὶς βουτῶ, μὲ φῶς νὰ τὶς ποτίζω.
Νὰ σαγιτεύω στὴν χωσιὰ τοῦ μάταιου τ’ ἄγρια σμήνη,
δρακόντους, ὄρνεα κ’ ὕαινες, τῶν πεθυμιῶν τὰ κτήνη.
Μὲ φῶς νὰ φαρμακώνονται, νὰ τρέχουν τὰ ζαγάρια,
νὰ φέρνουσι στὰ πόδια μου στερφῶν παθῶν κουφάρια.

Νά ’χω καὶ κάστρο νὰ κρεμῶ, τοιχοβαλσαμωμένες,
λογιῶ δαιμονοκεφαλές, καρδιὲς ξεστρατισμένες.
Νὰ βλέπω, νὰ θιαμαίνομαι τὸ πῶς κατέντησάν τη
τὴν ἀνθρωπότη ὡς τύλιξαν σ’ ἀβύσσου τὸ πλεμάτι.
Νά ’χω καὶ τοὺς συντρόφους μου, στὴν στιὰ ἀποκαρωμένους,
παγάνες νὰ ὀνειρεύονται καὶ ῥόγχους ματωμένους.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριβ΄

ΝΟΜΟΣ ΓΡΑΦΤΟΣ

Χρείαν δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος τοῦ νόμου τοῦ γραμμένου,
σὰν βουρκοτόπι βρωμεροῦ καὶ τρισαποσταμένου.
Κίτρινη λάσπη, καλαμιὲς κι ὀφίδια ὅλον φαρμάκι,
δίκιον δὲν καθρεφτίζεται μὲς στὸ θολὸ νεράκι.
Δίκιον δὲν καθρεφτίζεται, καρδιὲς δὲν ξεδιψοῦσιν,
κρίματα δὲν ξεπλένονται κείνων ὁποὺ θὰ πιοῦσιν.
Κολλᾶ ὁ λαὸς στὶς ὄχθες του, βουλιάζει, τυραγνιέται,
βδέλλες ῥουφοῦν τὸ γαῖμα του κι ἀνήμπορος κυλιέται.
Μὰ οἱ χαραμίτες ἄρχοντες στὴ λάσπην δὲν κολλοῦσιν,
μαρκάρουν ξέρες καὶ πατοῦν καὶ πόρους καὶ περνοῦσιν.
Γενιὰν ἀνθρώπων ἄριστων νόμος γραφτὸς δὲν σώνει,
στὸν βράχον στέκ’ ἡ ἀρετή, στοῦ ἕλους τὴν γῆ βαλτώνει.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ργ΄

ΤΟΥ ΓΔΙΚΙΩΜΟΥ Η ΣΤΡΑΤΑ

Ἔνι τοῦ αἰώνα ἡ δύναμις κοντάριν
ποὺ μηδεμιὰ λυγᾶ το ἀρματωσία.
Σὰν τὸ ἄνομο σκουριάζ’ ἡ ματαιότης
τροχᾶν τὸ δίκιον, πόνος, καρτερία.
Κι ὡς ἡ ἀλαζόνεια τὸ κακὸ στραβώνει,
τοῦ γδικιωμοῦ τὴν στράτα ὁ χρόνος στρώνει.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ϟη΄

ΣΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ Τ’ ΑΓΑΜΕΜΝΟΥ

Καβουροπένσες καὶ σφυριά, κλειδιά, διαολοκλείδια,
ἀπ’ τὸ ταχὺ παιδεύομουν, τελεύω μεσημέριν.
Τὰ τέτοια δὲν πλερώνονται μὸν τὴν ψυχὴ σὲ τρώγουν,
μὲ ἀβαριὲς νὰ πολεμᾶς, χειμώνα στ’ ἀγριοκαίριν.

Πόσ’ ἤθελά το νά ’μουν νηὸς στοὺς χρόνους τ’ Ἀγαμέμνου,
νά ’χα, ποὺ λέγαν, κτίμενα καὶ φυταλιὲς κι ἀροῦρες,
νά ’σαν γιομάτα ληόδεντρα, στάρια, συκιὲς κι ἀμπέλια.
Νά ’χα κοπάδια πρόβατα, χοιρομαντριὰ καὶ βόδια.
Νά ’μενα σ’ ἀρχοντόσπιτον, νὰ συγκερνῶ τοὺς φίλους,
νά ’χω ζευγάριν ἄλογα, νὰ σεργιανίζω στ’ ἅρμα.
Νὰ πηαίνω κ’ εἰς τὸν πόλεμον, τοῦ πρωτορήγ’ ἀκράνης,
νὰ κάνω μάνες δίχως γιούς, γυναῖκες δίχως ἄντρες…