ΔΙΑΛΟΓΟΙ

Ἀγαθὸς ἦν

ρπζ΄

Πρόσωπα:

Ἄνδρας 40 ἐτῶν
Γυναῖκα 25 ἐτῶν

Πρῶτες ἡμέρες τοῦ Ὀκτώβρη, νύχτα. Μιὰ ξύλινη ἀποθήκη. Μπροστά της ἁπλώνεται ἡ ἄμμος καὶ παραπέρα ἡ θάλασσα. Πίσω της κεῖται μιὰ ἐξοχικὴ κατοικία, κρυμμένη μέσα στὰ πεῦκα. Ἐντὸς διάφορα σύνεργα καὶ παληὰ ἐργαλεῖα. Ἕνας ἄνδρας, γενειοφόρος, κάθεται δίπλα στὸ τραπέζι, γυμνὸς ἀπὸ τὴν μέσι κι’ ἐπάνω. Ἀπέναντί του, στὸ κρεββάτι, κάθεται ὀκλαδὸν μία γυναῖκα μακρομαλλοῦσα. Εἶναι ὁλόγυμνη κι’ ἔχει τυλιγμένη τὴν πλάτη μ’ ἐλαφρὺ σκέπασμα.

Α: Κόπηκε τὸ ῥεῦμα πάλι (ἀνάβει ἕνα κερί).
Γ: Μὴν ἀλλάζῃς συζήτησι (ἀνάβει τσιγάρο), μὲ φῶς ἢ μὲ σκοτάδι, ἐγὼ φοβᾶμαι.
Α: … (Τὴν κοιτᾷ κάποιες στιγμὲς σιωπηλὸς)
Γ: Τί…
Α: Θὰ σοῦ πῶ τὸν λόγο ποὺ ὁ θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο.
Γ: Γιατί, τὸν γνωρίζεις; (Χαμογελᾷ)
Α: Τὸν εἶχα διαβάσει κάποτε στὸν «Τίμαιο» τοῦ Πλάτωνα. Καὶ εἶπα: αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο.
Γ: Καὶ ποιός εἶναι λοιπὸν ὁ λόγος ποὺ τὸν δημιούργησε;
Α: Ἦταν ἀγαθός.
Γ: Ἦταν ἀγαθός (φυσᾷ τὸν καπνὸ νωχελικά).
Α: Ὁ ἀγαθός, μᾶς λέει, δὲν ἔχει μέσα του κανέναν ἀπολύτως φθόνο, δὲν φθονεῖ κανέναν καὶ τίποτα. Ἑπομένως ἐπιθυμεῖ γιὰ ὅλα τὸ καλύτερο. Καὶ τὸ καλύτερο εἶναι ὁ ἴδιος, καὶ μὲ τὸν ἑαυτό του θέλησε νὰ μοιάσουν τὰ πάντα· «παραπλήσια ἑαυτῷ» ἔλεγε τὸ ἀρχαῖο κείμενο, μοῦ ’χει μείνει. Καὶ λίγο παρακάτω ἔλεγε ὅτι στὸν ἄριστο δὲν ἁρμόζει νὰ κάνῃ τίποτε κατώτερο ἀπὸ τὸ ὡραιότερο. Σκέψι ἁπλῆ κι’ ἀκλόνητη.
Γ: Καὶ πῶς εἶσαι βέβαιος ὅτι ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθός, καὶ ὁ Πλάτωνας ποῦ τὸ ξέρει; Ἴσως καὶ νὰ εἶναι κακὸς ἢ μὴ ἀγαθὸς ἢ ὅλα τὰ ἐνδιάμεσα ἀπὸ τὸ ἀγαθὸς ὣς τὸ κακός. Ἴσως καὶ τίποτ’ ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ μὰ κάτι ποὺ τὸ μυαλό μας δὲν μπορεῖ νὰ νιώσῃ, οὔτε νὰ περιγράψῃ. Καὶ μπορεῖ νὰ δημιούργησε τὸν κόσμο γιὰ ἄλλους δικούς του λόγους ποὺ οὔτε κἂν φανταζόμαστε, ἂν ἕνα τέτοιο ὄν χρειάζεται λόγους δηλαδὴ γιὰ νὰ φτειάξῃ τὸ ὁτιδήποτε. Ἀπορία ἐπίσης ἁπλῆ.
Α: Καὶ τί εἶναι τὸ κακό; Δὲν εἶναι μήπως κάποιο εἶδος φθορᾶς καὶ ἀταξίας καὶ διαλύσεως; Κάποιο εἶδος ἀγεωμέτρητης δράσεως καὶ παρεκτροπῆς καὶ δυσαρμονίας;
Γ: Κι’ αὐτὰ κι’ ἄλλα πολλά, ἄσε, ξέρω (φυσᾷ τὸν καπνό).
Α: Ὅμως ὅλ’ αὐτὰ καὶ πλῆθος ἄλλα παρόμοια, δὲν ἐκδηλώνονται μέσα στὸν κόσμο τῆς γενέσεως, τῆς μεταβολῆς καὶ τοῦ χρόνου; Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ γένεσι καὶ ἡ μεταβολὴ καὶ ὁ χρόνος; Καὶ ὅλα τὰ ἐνδιάμεσα, ποὺ εἶπες, ἀπὸ τὸ ἀγαθὸ ὣς τὸ κακό, πάλι δὲν εἶναι καταστάσεις ἀνάμεικτες, ἄσχετα πόση ἀναλογία κακοῦ καὶ ἀγαθοῦ ἔχουν; Μὰ καὶ κάθε πρᾶγμα ποὺ ὑπάρχει, κάθε γνώρισμα καὶ ἰδιότητα, ὅλ’ ἡ φθορὰ κι’ ἡ ἀνακύκλωσι καὶ ὁ αἰώνιος στροβιλισμὸς τῶν πάντων, τὴν ἴδια αἰτία δὲν ἔχει; Ὅμως τὸ ἀγέννητο, τὸ ἄναρχο καὶ ἄχρονο εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὁποιοδήποτε γνώρισμα ἢ τὴν ὅποια ἰδιότητα ποὺ ἐκδηλώνεται ἀποκλειστικὰ μέσα στὴν γένεσι καὶ στὸν χρόνο καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν; Ὄχι φυσικά. Εἶν’ ἐντελῶς καὶ ἀμετάκλητα ἀδύνατο νὰ πιστεύουμε τὸν θεὸ ὡς ὁτιδήποτε ἄλλο παρὰ ἀγαθό. Ἂν κάνῃς ἀνάλογους συλλογισμοὺς καὶ πάρῃς μύριους δρόμους, ὅλοι θὰ σὲ βγάλουν μπροστὰ στὴν ἴδια πόρτα. Ὁ θεὸς εἶναι ἀγαθός. Κι’ ἀφοῦ εἶναι ἀγαθὸς ἡ ἀγαθότητά του ἀρκεῖ ὡς ἡ αἰτία τῆς δημιουργίας. Κάθε ἄλλος λόγος θὰ ἦταν περιττός, ἀκυρώνεται ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα.
Γ: Ἴσως νὰ ἔχῃς δίκηο, δὲν ξέρω… δὲν μπορῶ νὰ σκεφτῶ τώρα… μπλέξαμε ἄσχημα κι’ ἔχει μουδιάσει τὸ μυαλό μου.
Α: Γνωρίζω πὼς εἶσαι ἀπέραντα θλιμμένη. Ἐδῶ περνοῦσες τὰ καλοκαίρια σου ἀπ’ τὸν καιρὸ ποὺ ἤσουν μικρὸ παιδί. Ἐδῶ ἔχεις τὶς ὡραιότερες ἀναμνήσεις.
Γ: Δὲν θέλω μὲ τίποτα νὰ χαθῇ αὐτὸ τὸ μέρος, θέλω νὰ ἔρχωμαι γιὰ πάντα ἐδῶ.
Α: Δὲν χάνεται αὐτὸ τὸ μέρος, ἀκόμα κι’ ἂν χαθῇ ἔτσι ὅπως τὸ ἐννοεῖς ἐσύ. Τὸ πῆρες μέσα στὴν ψυχή σου, πάει, τελείωσε, τυπώθηκε, θὰ τὸ κρατᾷς γιὰ πάντα.

Ἡ γυναῖκα σβήνει τὸ τσιγάρο καὶ μένει σιωπηλὴ καὶ ἀφῃρημένη, ἐνῷ ὁ ἄνδρας στρίβει ἕνα τσιγάρο καὶ τὸ ἀνάβει.

Α: Ἐγὼ νομίζω πὼς ὅποιος πιστεύει στὸν θεὸ δὲν νιώθει ποτέ του μόνος καὶ ἀντέχει τὴν ἀνάγκη, ἀντέχει καὶ τὴν φθορὰ καὶ γεμίζει μ’ ἐλπίδα καὶ τυλίγεται μέσα του μὲ ζεστασιά, ἀφοῦ πειὰ γνωρίζει ὅτι κι’ αὐτὸς καὶ οἱ δικοί του καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἔχει τέτοιον πατέρα καὶ σύμμαχο, ποὺ ἐπιθυμεῖ γιὰ ὅλους τὸ ἄριστο. Ποῦ θὰ βρῇς καλύτερον; (Χαμογελᾷ)
Γ: Φυσικά, ἀποκλείεται νὰ βρῶ (χαμογελᾷ ἐπίσης).
Α: Ξέρεις, τὸ νὰ μετέχουμε στὴν φύσι τοῦ θείου δὲν ἦταν δική μας ἐπιθυμία, κάποιο τρελὸ ὄνειρο ὅλων τῶν ἀποκάτω ὅτι τάχα κάποτε… ἦταν δική του, τοῦ ἀποπάνω. Αὐτὸ πάει νὰ πῇ τὸ «παραπλήσια ἑαυτῷ», καὶ ὄχι ἁπλῶς ἐπιλογή του κι’ ἐπιθυμία του μὰ ὁ σκοπὸς ὁ ἴδιος τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου. Νὰ μποῦν τὰ πάντα σὲ τάξι, νὰ γίνουν στολίδι καὶ νὰ μοιάσουν τοῦ θεοῦ.
Γ: Εὐγενεῖς σκέψεις μὰ δύσκολο νὰ τὶς κατεβάσῃς στὴν γῆ. Τὰ προβλήματα τρέχουν καὶ θὰ μὲ τσακίσουν. Μακάρι νὰ μπορούσαμε νὰ φυτεύουμε γενναῖες σκέψεις σὲ δειλὲς καρδιὲς νὰ μὴ φοβοῦνται, μὰ καὶ πάλι δὲν γίνεται νὰ σταματήσουν τὸ κακὸ ποὺ ἔρχεται. Ὁπότε σὲ τί θὰ μ’ ὠφελήσουν ὅλ’ αὐτά; Φοβᾶμαι.
Α: Θὰ γεμίσῃς μὲ αὐτοπεποίθησι καὶ θὰ πάψῃς νὰ φοβᾶσαι.
Γ: Κι’ ἅμα πάψω;
Α: Τότε κάτι θαυμάσιο θὰ σοῦ συμβῇ. Θ’ ἀρχίσῃς νὰ βλέπῃς καὶ νὰ σκέφτεσαι καὶ νὰ σχεδιάζῃς καὶ νὰ παίρνῃς ἀποφάσεις καὶ νὰ δρᾷς…
Γ: Ἦρθε τὸ ῥεῦμα!
Α: Ἄσε τὸ ῥεῦμα. Ντύσου καὶ πᾶμ’ ἔξω, νὰ περπατήσουμε στὴν ἄμμο, ἡ βραδιὰ εἶναι ζεστή, λές αὐγουστιάτικη. Παραπέρα, στὸ τέρμα, εἶν’ ἡ ἀρχὴ τῶν κυμάτων, ξεκινᾷ ἡ θάλασσα τῶν ὑδάτων, καὶ ἀπὸ πάνω μας ἁπλώνεται ἡ αἰώνια φωτεινὴ θάλασσα τῶν ἄστρων. Ὅλ’ αὐτὰ εἶναι δικά σου, σοῦ ἀνήκουν, καὶ σὺ εἶσαι δική τους, τοὺς ἀνήκεις. Δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς χωρίσῃ ποτὲ κανείς, δὲν μπορεῖ νὰ σ’ ἐξορίσῃ ἀπὸ τὴν γῆ τοῦ θεοῦ ποτὲ κανείς. Τὴν γῆ σου μπορεῖ νὰ σοῦ τὴν ἁρπάξουν οἱ νεκροί, τὰ κράτη τῶν νεκρῶν, οἱ ἐφορεῖες τῶν νεκρῶν, οἱ τράπεζες τῶν νεκρῶν. Οἱ νεκροί, ἐξόριστοι ἀπ’ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ζεστασιὰ τοῦ κόσμου, τριγυρνοῦν στὸ παγωμένο κι’ ἔρημο τίποτα καὶ προσπαθοῦν ν’ ἁρπάζουν, ὥστε νὰ ἰσχυρίζωνται τὸ ψέμμα πὼς κατέχουν κάτι. Καὶ παλεύουν νὰ πείσουν τὸν ἑαυτό τους ὅτι, ἀφοῦ κατέχουν, τάχα δὲν εἶναι νεκροὶ κι’ ἄρα ζοῦν. Ὅμως ὅποιος κατέχει ἀγαθὰ ποὺ τὰ τρώει ὁ χρόνος κι’ ἡ φθορά, πράγματα θνητὰ καὶ πεθαμένα, μόνο νεράκι σὲ κόσκινο κατέχει, δὲν ζῇ. Ἥσκιος εἶναι καὶ περιφέρεται στὸν κάτω κόσμο, καὶ μόνο σὰν πίνῃ λίγο αἷμα θυμᾶται. Εἶναι βρυκόλακες, μὴ τοὺς μιλᾷς κἄν, ἀκόμα κι’ ὅταν τοὺς μιλᾷς· ποτὲ μὴ τοὺς καταδεχτῇς. Πᾶμε;
Γ: Πᾶμε (σηκώνεται ὄρθια γοργά). Σ’ ἀγαπῶ!