ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τετραχρωμία

σιβ΄

Ἔρωτας γυμνὸς * δίπλα στὸ ἀνθογυάλι.
Κόκκινο τῶν ῥόδων, * λευκὸ τοῦ κορμιοῦ της,
μαῦρο τῶν μαλλιῶν, * πράσινο μισχοφύλλων.
Ζωὴ κι’ ἁγνότης * καὶ θάνατος κι’ ἐλπίδα.

Advertisements
ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ λέων τοῦ πόθου

σι΄

Μύρισε, φυλάξου, * βίγλισ’, ἀκουρμάσου,
φωτοθάλασσα * τὰ σκότη κουκουλώνει
ἐλαφῖνα μου· * μὰ κεῖ στὸ σπηληοστόμα
ληόντας ὁ πόθος, * κερί, παραμονεύει.
Φλέγετ’ ὁλόκορμος, * πυρών’ ὁλόγυμνος,
σ’ ὀνειρεύεται, * πεῖνα σαρκὸς τὸν λειώνει,
κι’ ὅμως, νά, βαστᾷ, * καρτερεῖ νὰ ζυγώσῃς.
Κι’ ἂν δὲν σὲ γευτῇ * κατάφλογος πεθαίνει
κι’ ἀνασταίνεται * κατάφλογος καὶ πάλι.
Πάλι πεῖνα τὸν δέρνει * ἂν σὲ σπαράξῃ
καὶ σπαράζεται * καὶ πάλι ἀργολειώνει.
Πύρινον κτῆνος * νεκροζώντανο, πάντα
καταραμένος * κι’ ὁλοτελῶς θλιμμένος.
Ὕδωρ τὸ κορμί, * φωτιὰ βρέχει, τὴν σβήνει.
Φωτιὰ τὸ κορμί, * βουτᾷ στὸ ὕδωρ, σβήνει.
Ἀνὴρ καὶ γυνὴ * γυμνοὶ στὴν πρώτη κλίνη,
στὴν στερνὴ καὶ σ’ ὅλες * ὕδωρ καὶ πῦρ, γυμνοί.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸν ἐρχομό της

σζ΄

Τὴν ἀνιμένω * στεῤῥός, γαλήνιος, πρᾶος,
λιαχτιδάγγιχτον * πέλαγος ἡ ψυχή μου·
ἀμὴ στὸ κέντρο * νέφια, τυφῶν ἀγέρθη,
κι’ ὅσον ζυγώνει * ἀκέρηον μὲ σαρώνει.
Πῶς τὴν θεότη, * φτωχὸς πιστός, ν’ ἀδράξω;
Χείλη σπαρταροῦν, * χέρι’ ἀχαμνὰ καὶ τρέμουν·
λατρεῖες, τιμὲς * στὸ ζάλευκο κορμί της,
τέμενος σεπτό, * πῶς τάχα ν’ ἁγιοπράξουν;
Καὶ πῶς τὸ θαῦμα * λόγος νὰ ψαλμουδήσῃ;
Κύπρι μου βόηθα! * Ὦ Ἀφροδίτη σῶσον!

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν πρώτη νύκτα

σδ΄

«Ἐδῶ… τὰ μάτια σφάλισε, βουβὴ στητὴ ν’ ἀκινητῇς.»
κι’ ἥλιο τὴν κυκλοδρόμησεν, ἔψαυεν, ἔγδυνε, μετροῦσε·
– στὸ κανδηλέρι ἄστρο κερὶ λούζει τὸν κῆπο τῆς σαρκός –
κι’ ἀκέρηα ὡς τὴν ἐγύμνωσε, τυφλήν, ἀκέρηα τὴν φιλοῦσε,
φωτιὰ ποὺ δέντρο ἐφλόγωνε, μέχρι νὰ σωριαστῇ μ’ ἀχό.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν λουομένην

σγ΄

Πήλινη ἀφροκυλᾷ φωτιά, σκίζει τὸ λαγαρὸ νερό,
πλέει σπαθὶ στραφταλιστὸ στ’ ἄσπιλο φῶς τοῦ ἡλίου.
Κῦμα σαρκὸς στὰ κύματα, χορεύει ἀναγερτὴ ξωθιά·
γυμνὸ κορίτσι κολυμπᾷ σ’ ὕδωρ τῆς Μεσογείου.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Δρολάπι

ρϞη΄

Στὴν κλίνη κεῖμαι ἀναγερτός, ῥεμβάζει ὀρθὴ στὸ τζάμι,
μὲ τὸ δρολάπι χαίρεται, βλέπει τ’ ἀνεμοβρόχι,
μὲ τὸ κορμί της χαίρομαι, τὸ ἐρωτικὸ δρολάπι,
κι’ ὥρα πολλὴν ἔξω θωρεῖ κι’ ὅσο θωρεῖ θωρῶ την.
Κείνη θωρεῖ νεροσυρμές, γὼ αὐλάκια τοῦ κορμιοῦ της,
κείνη τὲς στάλες στὸ γυαλί, τοῦ ἱδρῶτος γὼ τὲς στάλες,
κείνη τὸ δάσος τὸ κρουστό, γὼ τῶν μαλλιῶν τὸ δάσος,
κείνη τὸν κόσμο τὸν ὑγρό, γὼ τὸν ὑγρό της κόσμο,
κείνη μυρίζει τὴν βροχὴ κι’ ἐγὼ σάρκα γυναίκεια,
γὼ καίγομαι καὶ τὴν καλῶ, βουβὴ στυλώνει κείνη.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν γυμνωθεῖσαν

ρϞζ΄

Εἰς κεῖνο τ’ ἀρχοντόσπιτο, τὸ μανδρογυρισμένο,
τὸ κεραμιδοσκέπαγο, τὸ λιθοστυλωμένο,
τ’ ἀνθοκηποπερίκλειστο καὶ δεντρονησκιωμένο,
ἔμμορφη βγαίνει τὴν αὐγὴ καὶ πίνει τὸν καφέ της.
Κάποιαν αὐγὴ σὰν ἔτυχεν ἀπ’ ἔξω κι’ ἐπερνοῦσα,
βγῆκε στὸ μπαλκονάκι της δρόσο αὐγινὸ νὰ πάρῃ,
νὰ πιῇ τ’ ἄγουρα ἡλιάχτιδα, γυμνὴ στὸ φῶς νὰ παίξῃ.
Γυμνὴ γεύτη ἀπ’ τὴν κοῦπα της, γυμνὴ κορμοτεντώθη,
γυμνὴ τριγύρω ἀγνάντεψε, γυμνὴ στ’ ὁσπίτι ἐμπῆκε,
γυμνὴ ἐγλυκογέλασε, τὸ παραθύρι κλείνει.
Κι’ ὅλες θωρῶ τὲς χάρες της, τ’ ἀπόκρυφά της ὅλα,
τ’ ἀγγελικὸ καμάρι της, τὴν τρίσχαρη ἑλικιά της,
κι’ ἄλαλος τ’ ὡμολόγησα καὶ λαγγεμμένος εἶπα.
«Λούστη τὸ κάλλος τὸ θνητὸ στὸ κάλλος τὸ ἀρχῆθεν
κι’ ὁ ἔρωτας ὁ σάρκινος τὸν ἄσαρκο ἐτυλίχτη,
κι’ ἐμὲ λαβῶσαν βέλεμνα καὶ σαγιτοξιφάρια.
Ἂς πάω στὴν καγκελλόθυρα νὰ μάθω τ’ ὄνομά της».
Στάθην στὴν καγκελλόθυρα καὶ τ’ ὄνομα γυρεύω,
κι’ ἔλεγε χρυσολαξευτά: Πλάτωνος Ἀρετοῦλα.