ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν πρώτη νύκτα

σδ΄

«Ἐδῶ… τὰ μάτια σφάλισε, βουβὴ στητὴ ν’ ἀκινητῇς.»
κι’ ἥλιο τὴν κυκλοδρόμησεν, ἔψαυεν, ἔγδυνε, μετροῦσε·
– στὸ κανδηλέρι ἄστρο κερὶ λούζει τὸν κῆπο τῆς σαρκός –
κι’ ἀκέρηα ὡς τὴν ἐγύμνωσε, τυφλήν, ἀκέρηα τὴν φιλοῦσε,
φωτιὰ ποὺ δέντρο ἐφλόγωνε, μέχρι νὰ σωριαστῇ μ’ ἀχό.

Advertisements
ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν λουομένην

σγ΄

Πήλινη ἀφροκυλᾷ φωτιά, σκίζει τὸ λαγαρὸ νερό,
πλέει σπαθὶ στραφταλιστὸ στ’ ἄσπιλο φῶς τοῦ ἡλίου.
Κῦμα σαρκὸς στὰ κύματα, χορεύει ἀναγερτὴ ξωθιά·
γυμνὸ κορίτσι κολυμπᾷ σ’ ὕδωρ τῆς Μεσογείου.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Δρολάπι

ρϞη΄

Στὴν κλίνη κεῖμαι ἀναγερτός, ῥεμβάζει ὀρθὴ στὸ τζάμι,
μὲ τὸ δρολάπι χαίρεται, βλέπει τ’ ἀνεμοβρόχι,
μὲ τὸ κορμί της χαίρομαι, τὸ ἐρωτικὸ δρολάπι,
κι’ ὥρα πολλὴν ἔξω θωρεῖ κι’ ὅσο θωρεῖ θωρῶ την.
Κείνη θωρεῖ νεροσυρμές, γὼ αὐλάκια τοῦ κορμιοῦ της,
κείνη τὲς στάλες στὸ γυαλί, τοῦ ἱδρῶτος γὼ τὲς στάλες,
κείνη τὸ δάσος τὸ κρουστό, γὼ τῶν μαλλιῶν τὸ δάσος,
κείνη τὸν κόσμο τὸν ὑγρό, γὼ τὸν ὑγρό της κόσμο,
κείνη μυρίζει τὴν βροχὴ κι’ ἐγὼ σάρκα γυναίκεια,
γὼ καίγομαι καὶ τὴν καλῶ, βουβὴ στυλώνει κείνη.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν γυμνωθεῖσαν

ρϞζ΄

Εἰς κεῖνο τ’ ἀρχοντόσπιτο, τὸ μανδρογυρισμένο,
τὸ κεραμιδοσκέπαγο, τὸ λιθοστυλωμένο,
τ’ ἀνθοκηποπερίκλειστο καὶ δεντρονησκιωμένο,
ἔμμορφη βγαίνει τὴν αὐγὴ καὶ πίνει τὸν καφέ της.
Κάποιαν αὐγὴ σὰν ἔτυχεν ἀπ’ ἔξω κι’ ἐπερνοῦσα,
βγῆκε στὸ μπαλκονάκι της δρόσο αὐγινὸ νὰ πάρῃ,
νὰ πιῇ τ’ ἄγουρα ἡλιάχτιδα, γυμνὴ στὸ φῶς νὰ παίξῃ.
Γυμνὴ γεύτη ἀπ’ τὴν κοῦπα της, γυμνὴ κορμοτεντώθη,
γυμνὴ τριγύρω ἀγνάντεψε, γυμνὴ στ’ ὁσπίτι ἐμπῆκε,
γυμνὴ ἐγλυκογέλασε, τὸ παραθύρι κλείνει.
Κι’ ὅλες θωρῶ τὲς χάρες της, τ’ ἀπόκρυφά της ὅλα,
τ’ ἀγγελικὸ καμάρι της, τὴν τρίσχαρη ἑλικιά της,
κι’ ἄλαλος τ’ ὡμολόγησα καὶ λαγγεμμένος εἶπα.
«Λούστη τὸ κάλλος τὸ θνητὸ στὸ κάλλος τὸ ἀρχῆθεν
κι’ ὁ ἔρωτας ὁ σάρκινος τὸν ἄσαρκο ἐτυλίχτη,
κι’ ἐμὲ λαβῶσαν βέλεμνα καὶ σαγιτοξιφάρια.
Ἂς πάω στὴν καγκελλόθυρα νὰ μάθω τ’ ὄνομά της».
Στάθην στὴν καγκελλόθυρα καὶ τ’ ὄνομα γυρεύω,
κι’ ἔλεγε χρυσολαξευτά: Πλάτωνος Ἀρετοῦλα.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Κοῦπα χρυσῆ

ρογ΄

Πῶς κοῦπα χρυσῆν ἀγάπης σὰν ὑψώνῃς
πίνουν καὶ φτύνουν ἢ προσπερνοῦν μ’ αὐθάδεια;
«Μοῖρα» μὴν εἰπῇς, «βουλὴ» μὴν πῇς καὶ «ἀνάγκη».
«Ἄδικο» νὰ εἰπῇς καὶ «ἀνήλεο» καὶ «κομμάτια…».
Ἀμὴ τὴν χρυσῆν τὴν κοῦπα σὺ νὰ ὑψώνῃς
πάλι καὶ ξανὰ καὶ συνεχῶς καὶ πάλι.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὀρφικὸν ἐρωτικὸν

ρξη΄

Δεξιά ’χω κόρην ἐγδυμνή, ζερβὰ τὸ κρυὸν σπαθί μου,
κάτω μου ὁγρὴ ἁπλών’ ἡ γῆς κι’ ἀπάνωθέ μου τ’ ἄστρη
κι’ ἄγρυπνος συλλογίζομαι καὶ λογισμοὶ ἀγρυπνοῦν με:
Πὼς κεῖμαι, λέει, κορφομεσίς, στοῦ κόσμου τὸ γιοφύρι,
κι’ εἰς τό ’να στόμα ὁ θάνατος κι’ εἰς τ’ ἀντικρὺ ἡ ἀγάπη,
κι’ ὁ χρόνος κάτω ἀφροκυλᾷ κι’ ὁ αἰῶνας πανωφέγγει,
καὶ μ’ ἀνακράζουν, μὲ καλοῦν κι’ «ἄνθρωπο» μ’ ὀνομάζουν
κι’ ἐγὼ εἰς αὐτοὺς ποκρίνομαι κάθε ποὺ ἐμὲ φωνάζουν.
«Εἶμαι ὑγιὸς τῆς μάννας γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ βλαστάρι,
κι’ ἂν εἶστε οἱ τρεῖς ἡ μοῖρα μου, ἡ ἀγάπη εἶν’ ὁ ἀγών μου,
ἡ τελευτὴ κι’ ὁ χρόνος μου, μήτρα μου, πατρικόν μου».
Κι’ ὁρμὴν ὁ χρόνος μ’ ἔδωκεν κι’ ὁ θάνατος νηὰ χάρι·
τοὺς λογισμοὺς ἀπόδιωξα κι’ ὁλόκορμος πυρώνω
κι’ ἐστράφην στὸ ἐγδυμνὸ κορμὶ κι’ ἀγκάλιασα τὴν κόρη
κι’ εἰς τὸν ἀγρὸν ἐχώθηκα τὰ οὐράνια νὰ τρυγήσω.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ ῥήγισσα τῶν λευκῶν

ρξστ΄

Ῥῆγας, σπαθίου ἀρχόντοι, πύργοι κι’ ἄλογα
καὶ σὺ στοὺς πρώτους, τῶν λευκῶν ἡ ῥήγισσα,
λιόφωτο χιόνι ἀστράφτεις στὸ φουσσᾶτο μας.
Κι’ ἂν πιόνι ἐγὼ γιὰ ἐσέ, λογιέμαι, ἀχαμνό,
γιὰ ἐσὲ βαστῶ τοὺς μαύρους καὶ τὸν πόλεμο,
καρτέρια, μπλόκα τῶν ὀχτρῶν στὸν ἄβακα.
Κι’ ἂν ποτορμήσω ἆθλον καὶ ἀποκοτιάν,
ἴσως νὰ μ’ ὀρεχτῇς καὶ ν’ ἀγαπήσῃς με.
Δὲν πλέει τὸ δοιάκι τῶν μοιρῶν ἀκλόνητο,
δὲν πάει κι’ ὁ Κόσμος ἀνελεημόνητος.