ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμζ΄

ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ

Σὰν τὸ δρολάπι ὁ ἔρωτας ξάφνου ξεσπᾶ μακρόθε
κι ὅλον, τειχιὸ τρισκότεινο, μὲ δέος κοντοζυγώνει.
Ἀστραποβρόντια τὸν φωτᾶν καὶ νέφια τόνε κρύβουν,
κι ἀγέρας σέρνει τὰ ξερὰ καὶ τὰ δεντρὰ μανίζει.
Μυρίζ’ ἡ νοτισμένη γῆς καὶ τοῦ νεροῦ τὸ δρόσος,
τὰ πορτοθύρια τῆς καρδιᾶς ἀνοιγοκλειοῦν καὶ κροῦνε.
Κι ἀνάριες στάλες σὲ κεντοῦν καὶ τὸ κορμὶ ῥιγάει,
κι ὁλόγδυτη, δόλια ψυχή, σὲ καμτσικώνει ἡ μπόρα.
Μήτ’ ἀγροικᾶς, μήτε νογᾶς, μήτε κι ἀλάργα βλέπεις,
βουτιέσαι στὰ φαντάσματα κ’ εἰς τοὺς νερένιους κόσμους.
Κ’ ἡ ἐντὸς φουρτούνα σκιάζει σε, μὰ μὲ καιρὸ ἀρμενίζεις,
κι ἂν σὲ τρομάζει ὁ τύραγνος τὸ θαῦμα σὲ καρδιώνει.
Καὶ σὲ βαφτίζει ὁ οὐρανὸς κι ὁ οὐρανὸς σὲ λούζει,
ὣς νὰ στραγγίσουν οἱ βροχές, κατράμια καὶ καθούρια.
Κ’ ὕστερα οἱ φωτοσαγιτιὲς σαρώνουν τὸ μπουρίνι
κι ὅλα θωρεῖς τα κρούσταλλο, στραφταλιστὸ μπακίρι.
Καὶ τότε λὲς τοῦ ἔρου ἡ θανὴ φώτισε τὴν ἀγάπη,
καὶ δίνεσ’ ἀσυγνέφιαστη, ψυχή, τοῦ μοναυθέντη.
Κι ἄλλοτε πρὶν τ’ ἀστράχτιδα λύσουν τὴν σκοτεινάγρα,
πρώτ’ ἡ μελανοφτέρουγη, τὴν κουκουλώνει, νύχτα.
Καὶ τότε λὲς δὲν ἔθρεψεν ὁ ἔρως τὴν ἀγάπη,
κι ἀδάμαστη σὲ καίει, ψυχή, τῆς μοναξιᾶς ἡ πείνα.

Διαφημίσεις
ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρλη΄

ΦΛΟΓΕΡΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΑΤΟΥ

Σπάν’ ἡ καρδιά, στὸ γαῖμ’ ἀτή της πνίγεται,
κοχλάζουν σωθικά, βαριοπλακώνουνται,
δάκρυ ἀναβρύζει κρύο σὰν τοὺς βαρδάρηδες,
τῶν ὀματιῶν, θολώνει, ἀντάρα στυγερή,
καὶ ἡ ψυχὴ παγώνει, τοῦ χιονιοῦ ἐρμιά,
κορμὶ ῥημάδι, πύργος κ’ ἐφαγώθηκεν,
καὶ ἡ θλίψις, δασοβοῦρκος, κατατρώγει το,
κ’ εἰς τ’ ἄντρο τοῦ μυαλοῦ τὸ σκότος ἄναστρον.
Ἱκέτης σου Ἥλιε, σῶσον καὶ ἐλέησον…
Κύπριδα μπρὸς στὰ πόδια σου ὀλοφύρομαι…
φλογέρα τοῦ ὀνειράτου, πάει, ἐσίγασες…
τραγούδι τοῦ ὀνειράτου, πάει, βουβάθηκες…

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρλδ΄

ΤΟ ΣΟΝΕΤΟ ΤΗΣ ΕΛΙΖΑΜΠΕΤΤΑΣ

Γιατί καλή μου Ἐλιζαμπέττα μου ἡ καρδιά σου
παλάτι ἀκούρσευτο ἀπ’ τὸν ἔρωτα βαστιέται;
Μ’ ἴσκιους, γητειὲς ἂν μένει ἀθώρητ’ ἡ ἑλικιά σου
πῶς νὰ κυριεύεται, πῶς καστροπολεμιέται

νὰ τήνε πάρω; Φανερώσου… ἡ ἀρχοντιά σου
καιρὸ ἀπ’ τὰ στέκια οὐδὲ περνᾶ, οὐδὲ ἀπαντιέται·
στὰ πρῶτα κρύα μὲ τί γλυκάδα ὁποὺ ζητιέται,
λιόγερμ’ Αὐγούστου ἀργυρωμένο, ἡ ἐμορφιά σου

καὶ πάχνες λειώνει… λειώνω! Ἐλέησόν με, δῶς μοι
δυὸ μέτρα ἐλπίδας νὰ σταθῶ, νὰ σοῦ κινήσω
ἀγάπης σέντζιο. – Δὲν ξημέρωσεν ἀκόμη.-

Κι ὅταν, κυρά, τὰ πυργοθύρια σου, ἄχ, γκρεμίσω,
παῖξε εἰς τὸ θέατρο τοῦ νοῦ, παράσταινέ τα,
τὸ πῶς δαμάζω σε, πανώρια Ἐλιζαμπέττα.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρλβ΄

ΞΩΘΙΑ ΗΤΟΝ Η ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ

Ξωθιὰ ἦτον ἡ ἀγάπη σου καὶ δάσος ἡ ψυχή μου
κ’ εἶχε τὸ δάσος σπιτικὸ κι ὁλόγυμνη ἐζοῦσε.
Στὰ σπήλια του ἐτραγούδαγε, στὲς λίμνες του ἐλουζότουν,
στὰ ξέφωτά του ἐχόρευε κ’ εἰς τὰ δεντρὰ ἐκοιμότουν.
Καὶ μιὰν ἡμέρ’ ἀλάργεψε, τὸ δάσος ἐρημώθη,
κ’ ἐστράφ’ εἰς ἀγριοσκότεινο κι ἀνήλιαγον ὁρμάνι.
Λόγος γροικήθη, στοίχειωσε κ’ ἔνι κατηραμένον,
κ’ οἱ ἀνεράϊδες σκιάζονται, ξωθιὲς δὲν τὸ ζυγώνουν.
Ἐντός του ὀφίδι αὐξαίνεται, δράκος κρυφοθεργιεύει,
ὁποὺ τὸ θρέφει ὁ πόνος μου κ’ ἡ πίκρα τὸ τρανεύει.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριθ΄

ΑΚΟΝΤΙΟΣ ΚΑΙ ΚΥΔΙΠΠΗ

Ὁ Ἀκόντιος τὸν ἔκλεψε τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης
πρὸς τὴν Κυδίππη ὡς ἔριξεν ὁλόχρυσο κυδώνι.
Στὰ πόδια της ἐκύλησεν, στὰ πόδια της ἐστάθη,
κι ἄδολα ἐκείνη ἔσκυψεν κι ἄδολα βάστηξέν το,
κι ἄδολ’ ἀνέγνωσεν γραφὴ στὴ φλούδα χαραγμένην,
κι ἄδολα λόγια πέταξαν καὶ τῆς θεᾶς ἀμώνει:
«Μὲς στὰ ἱερά σου δώματα, Ἄρτεμι, σοῦ τ’ ἀμώνω
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενῶ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρω».
Τὸν δόλο ἡ δόλια νόγησε, πέταξε τὸ κυδώνι,
κι ἀπ’ ἐντροπὴ κοκκίνησεν κι ἀπ’ ὄργητα κορώνει,
κι ἀπ’ τὴν ῥωτοκατεργαριὰν ἔτρεξε δακρυσμένη…

Ἡ κόρη ἀρραβωνίζεται, χλωμὴ στὴν κλίνη ἐστρώθη,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, τριαντάφυλλο σηκώθη.
Δεύτερη ἀρραβωνίζεται κι ὁ πυρετὸς τὴν καίει,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, δροσίζει καὶ ῥοδίζει.
Τρίτην ἀρραβωνίζεται, χτικιὸ τὴν κατατρώγει,
κι ὁ ἀρραβώνας λύνεται, ἥλιος Μαγιοῦ καὶ λάμπει.
Ἐσάστισεν ὁ κύρης της κ’ εἰς τοὺς Δελφοὺς μηνάει,
καὶ οἱ Δελφοὶ τοῦ κύρη της ἀντιμηνύουσίν του:
«Ἀπὸ τὴν Κέα κάλεσε γαμπρό σου τὸν Ἀκόντιο».
Ὅτι ἡ θεὰ τὸν ἔστρεξε τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης,
τ’ Ἀκόντιου ταίρι νὰ γενεῖ καὶ γι’ ἄντρα νὰ τὸν πάρει.

Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ἀστόχαστα κι ἂν μίλησεν, ἄκριτα κι ἂν ἐλάλει,
μὲς στὸν ναὸ σὰν ἄμωσεν, ὁ ὅρκος δὲν ξεστρέχει.
-Μὰ σεῖς οἱ παντελήμονες, σεῖς καὶ οἱ παντογνῶστες,
καὶ δὲν ξεσυνερίζεστε ἀστόχαστα κοράσια.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Τοῦ νηοῦ ἡ ἀγάπη ξόβεργα, κόλλησ’ ἡ καρδερίνα,
κι ὅταν γι’ ἀλλοῦ φτεροκοπᾶ, λαβώνει καὶ πονεῖ την.
-Τὴν λευτεριὰ κι ἂν ἀψηφᾶ, τ’ αὐτόβουλο ἂν δαμάζει,
δὲν εἶναι ἀγάπη μὰ γητειὰ ποὺ δοῦλον ἐξουσιάζει.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Μοίρα, γραφτὸ καὶ ῥιζικό, τύχη καὶ πεπρωμένο,
τοῦτα τὴν ἐπροξένεψαν, τοῦτα τὴν ὑπαντρέψαν.
– Τὸ πεπρωμένο τρίστρατα κ’ ἡ μοίρα σταυροδρόμια,
μὰ ὁ δοιπόρος τὰ περνᾶ, διαβαίνει τα ἀπατός του.
Θεὰ γιατὶ τὸν ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς Κυδίππης;
-Ψυχὲς συνταξιδιώτισσες, ψυχὲς ἀστροπεράτες,
κλῆρο καὶ βιὸν ἐδιάλεξαν ζευγάριν νὰ γενοῦσιν,
πρὶν εἰς τὴν γῆ κατέβουσιν καὶ πρὶν νὰ γεννηθοῦσιν.
-Θεά, γιὰ τοῦτο ἔστρεξες τὸν ὅρκον τῆς ἀγάπης!

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ϟστ΄

ΠΟΛΥΜΝΙΑ

Πῶς ξάφνου κύματα θεριὰ σηκώνει τὸ μπουρίνι
μ’ ὁρμὴν καὶ λύσσα ὅπου θαρρεῖς τὴ γῆς θὰ καταπιοῦνε,
μὰ ἐκεῖ βράχος ἀκλόνητος τὴν ἀντρειγιά των παύει
κ’ εὐθὺς πάλε στὸ πέλαγον τραβιοῦνται ντροπιασμένα;
Ὅμοια μπουρίνι στὲς καρδιὲς σὰν περπατεῖς σηκώνεις
κι ὅλοι τὸ κρυφορέγονται δίπλα σου νὰ σταθοῦνε,
μὰ βράχον ἔχεις τὴν ματιὰν κ’ εὐθὺς πισωπατοῦνε.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ϟε΄

ΙΝΩ

Στὸ περιγιάλι κάθομουν, στὸν ἄμμον καὶ δειπνοῦσα,
εἶχα φωτιὰ νὰ ζεσταθῶ, κρασὶν ποὺ μὲ κερνοῦσα,
εἶχα καὶ κόρην ἔμορφη γιὰ νὰ γλυκοφιλήσω.
Τὸ μαῦρο δάσος πίσω μου, σεντόνι νὰ μᾶς κρύψει,
τὸ πήγαιν’ ἔλα τοῦ γιαλοῦ γιὰ νὰ μᾶς ποκοιμήσει.