ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὲς Θερμοπύλες

σια΄

Ἀνάβρυσαν κρηνοπηγὲς κι’ ὡρμῆσαν στὰ ποτάμια,
κι’ ὁ ποταμὸς τῆς ἀρετῆς τρανοφουσκονεριάζει,
κι’ οἱ Θερμοπύλες τρίστενες καὶ τὸ νερὸν ὑψώθη,
καὶ μετρημένο χύνεται κι’ ὀλιγοστὸ κυλάει,
κι’ ἐκ τὸν καιρὸ παραπερνᾷ κι’ ὅλον παρκάτω ῥέει,
κι’ ἄλλ’ ἤπιαν κι’ ἐσηκώθησαν κι’ ἄλλοι σκυμμένοι πίνουν
κι’ ἄλλοι σκυφτοὶ προσμένουν το, νὰ πιοῦν νὰ σηκωθοῦνε.

Advertisements
ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ Διγενὴς καὶ ὁ Μανδαῖος

σθ΄

Μανδαῖος τὶς προσεύχετον εἰς ποταμιοῦ τὴν ὄχθη
κι’ εἶδε περνᾷ ὁ Διγενὴς καὶ καλημέρισέ τον.
«Σὰν ποῦ ὑπάγεις, Διγενή, μέσα στοὺς Σαρακήνους;»
«Ὑπάγω εἰς τοῦ ἀμηρᾶ νὰ εἰποῦμε γιὰ τ’ ἀλλάγιον,
οἱ σκλάβοι νὰ λευτερωθοῦν, τέκνα νὰ ἰδοῦν γονέους,
γερόντοι κόρες καὶ ὑγιοὺς κι’ ἀντρόγυνα νὰ σμείξουν.
Μολόγησον, Μανδαῖε μου, τὸν ἀμηρᾶν ἠξεύρεις,
νὰ τόνε πάρω μὲ καλὸν ἢ νὰ τὸν φοβερίσω;»
«Ὡσὰν τὴ νύχτα, Διγενή, ἔνι κι’ ἡ ἀνθρωπότη.
Ὀλίγ’ οἱ ἀγαθόκαρδοι κι’ ὡς ἥλιοι στραφτολάμπουν,
οἱ ξύπνιοι κι’ ὀλιγόκαρδοι ὡς τ’ ἄστρη ἀχνοφέγγουν,
κι’ οἱ ἄκαρδοι καὶ πονηροὶ κρύβονται εἰς τὸ σκοτάδι.
Τὸν ἥλιον ὅλοι βλέπουσι, τ’ ἄστρη πολλοὶ ξεκρίνουν,
ἀμὴ ὁ παίζει τὸ σπαθὶ καὶ τὰ σκοτάδια νιώθει.
Ἥλιος λαμπρός, ἀστέρι ἀχνὸν ἢ βράχος στὸ σκοτάδι,
θὰ τόνε νιώσῃς, ἄρχοντα, τὸ φῶς του θὰ ζυγιάσῃς».

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ Διγενὴς καὶ ἡ φωτιὰ

ση΄

Ὁ Διγενὴς ἐπέζεψε τὴ νύχτα νὰ περάσῃ,
κι’ ἄναψεν ἀχαμνὴ φωτιὰ κι’ ὁλονυχτὶς καθότουν,
κι’ ἀμίλητος τὴν σκάλιζε κι’ ἄλαλος τῆς φηγιότουν.
Φηγήθη τοὺς πολέμους του, φηγήθη τὲς ἀντρειές του,
φηγήθη κάστρη καὶ λαούς, ἀρχόντους καὶ κοσμάκη,
φηγήθ’ ὡρηὲς κι’ εὐγενικὲς κι’ ἀκριβοφιλημένες,
φηγήθη καὶ μιὰ μήρισσα, τὴν κρυφοφιλημένη,
φηγήθη κι’ εἰς τὰ φωναχτὰ τ’ ὄνομα τῆς ἀγάπης.
Μὲ τὴν αὐγὴ τὴν ἔσβησε, μὴ τόνε μαρτυρήσῃ,
σελήνη τὸν παράκουσε, θὰ τῆς τὸ ψιθυρίσῃ.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ γεωργὸς πειρατὴς

σε΄

Ἀγροῖκος χεροδύναμος ἔχασε τὴν σοδειά του
καὶ τώρ’ ἀπάνω δυὸ φορὲς τοῦ ἄρχοντος χρεωστεῖ.
Τ’ ἀλέτρι ἀλλάζει πέλεκυ, τὸ σκαλιστήρι λόγχη,
τὰ βόδια δρακοκάτεργο, τὴν γῆν ἁρμύρα ὁγρή.
Κι’ ὡς ἀναδυοβυθίζετον κι’ αὐλάκωνε τ’ ἀλέτρι,
ὅμοι’ ἀναδυοβυθίζεται ματόβρεχτ’ ἡ αἰχμή.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς Φίλιππον

ροδ΄

Σκιάζεται ὁ μέγας βασιλεὺς κι’ οἱ πόλεις σὲ φοβοῦνται,
κι’ ἀνέμυαλοι σὲ μάχονται, τυφλοὶ καταλαλοῦν σε,
κύρης τοῦ κόσμου μὴ γενῇς καὶ πρωτοβασιλέας.
Μὰ ἐσὺ πλεμμάτιν ῥίχνεις τους, δίχτυ κρουστὸ τοὺς πλέκεις,
κι’ ἥσκιους γεννᾷς καὶ κυνηγοῦν, στοιχειὰ καὶ πολεμοῦν τα,
κι’ ὅλα ποὺ ἀνάντια σου ἐνεργοῦν, κατά των ἐνεργοῦν τα.
Κόσμον, θαῤῥοῦν, φυλάττουσιν, στὰ κάστρη του βαστιῶνται,
κι’ ἐσὺ τὰ κάστρη προσπερνᾷς καὶ χτίζεις νέον κόσμον.
Δάση, γυρεύουν, κονταριῶν καὶ κουρνιαχτοὺς ἀλόγων,
τὴν Οἰκουμένην δὲν νογᾶν, ποὺ ὑφαίνει την ὁ νοῦς σου,
τῆς τέχνης σου ὁ ἀργαλειός, στημόνι μὲ τὸ ὑφάδι.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρνβ΄

ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΡΕΠΑΝΙ

Στὴν Iolia

Κάλεσε τὸν ὑγιόκαν του ὁ Διγενὴς σιμά του
κ’ ἐχούφτωνε βαρὺ σπαθὶ κι ἄδραχνε καὶ δρεπάνι,
κι ὁλόρθα τὰ ἐσήκωνεν καὶ τά ’δειχνεν τοῦ ἀγούρου.
Ἀτσάλινο ἦτον τὸ σπαθί, σίδερο τὸ δρεπάνι,
κι ἀστραφτερὸ ἦτον τὸ σπαθὶ καὶ γκρίζο τὸ δρεπάνι,
κ’ ἔμορφον κ’ ἴσιον τὸ σπαθί, γαμψὸ ἦτον τὸ δρεπάνι,
καὶ σκαλισμένο τὸ σπαθί, γδυμνὸ ἦτον τὸ δρεπάνι.
Κι ὁ Διγενὴς ἠρώτησεν μετὰ πονηροσύνης:
«Ὑγιέ μ’ ποιός ἔν’ ὁ δέσποτας; Ποιός ἔν’ ὁ ὑπηρέτης;»
Καλοστοχάστη ὁ ἄγουρος νὰ δαχτυλοδιαλέξει:
«Δρεπάνι νὰ ἔν’ ὁ δέσποτας, σπαθίον ὁ ὑπηρέτης;
Σπαθίον τάχα ὁ δέσποτας, δρεπάνι ὁ ὑπηρέτης;
Οὐδείς, κύρη μου, ὁ δέσποτας, οὐδεὶς κι ὁ ὑπηρέτης,
μόνε συντρόφοι, ξύμμαχοι, τῆς προκοπῆς ἀργάτες.
Τό ’να κερδίζει τὴν ζωήν, τ’ ἄλλο τοῦ ὀχτροῦ χαλνάει.
Τό ’να αὐγαταίνει πλούτια, βιὸν καὶ τ’ ἄλλο τὰ φυλάει.
Τό ’να θερίζει τοὺς καρπούς, τ’ ἄλλο θερίζει δάκρυ.
Τό ’να χαρίζει τὴν τιμή, τ’ ἄλλο τήνε βλεπίζει…»
Ἐσταύρωσεν ὁ Διγενὴς σπαθὶ μὲ τὸ δρεπάνι.
«…κι ὅσον ὁμοῦ παλεύουσιν, ἡ λευτεριὰ γεννιέται…»
Ἐχώρισεν ὁ Διγενὴς σπαθὶν ἀπ’ τὸ δρεπάνι.
«…κι ὅντες ἀνάντια περπατοῦν ἡ ἀσκήμια βασιλεύει…»
Βροντογελᾶ ὁ Διγενὴς καὶ ὁ πέργερος τραντάχτη
καὶ θηκαρώνει τὸ σπαθὶ κ’ ἐζώστη τὸ δρεπάνι
κ’ ἔπαιξε κι ἀνεκάτωσε τὴν κεφαλὴ τοῦ ὑγιοῦ του.
«Θύρα, κλινάριν καὶ σκεπὴν ὄνομα ἔχουν σπίτιν,
τὸν γεωργὸν πολεμιστὴν γνωρίζουν τον ἀκρίτην.
Σὰν τὸν Ἀνταῖον ὁποὺ ἡ γῆς ἄτρωτο τόνε φτειάνει,
ἀκαταγώνιστα σπαθιὰ μᾶς θρέφει τὸ δρεπάνι.
Τὸ σύντροφοι δοξάζει τα, τὸ χώρια τ’ ἀτιμάζει,
τό ’να εἰς τὸ κοῦρσος καταντᾶ, τ’ ἄλλο ἡ σκλαβιὰ ῥημάζει».

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρνα΄

ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΕΡΡΙΚΟ ΣΚΑΡΦΙΛΝΤ

Γδέρνει ἀπόψε ὁ ἄνεμος, φραγγέλι ξεσαρκώνει,
μὲς στὸ θαμπὸ πυργοκελὶ τάβλα καὶ καντηλέρι·
πάνω σὲ φύλλο κίτρινον ἄλικους στίχους στρώνει
τοῦ ἀστραπομάτη γέροντα τὸ σκεβρωμένο χέρι…

«Σήμερον ηὗρε ὁ Χάροντας τὸν μικροκωνσταντῖνο.
Κελτογραικὸς γεννήθηκεν, φιλόχριστος βαπτίστη·
καλῶς στὴν βίγλα ἐβίγλισε καὶ ἄξιον τόνε κρίνω,
δὲν βρέθη στ’ ἄρματ’ ἀχαμνός, μήτε λειψὸς στὴν πίστι.

Τὴν πράξι ἐγὼ βεβαίωσα, ὁ κήνσωρας τοῦ αἰώνα,
μὲ τὴν μελάνη τοῦ αἵματος, μὲ τῆς φωτιᾶς τὴν πένα·
στ’ ἀρχαῖο βιβλίο τῆς ἀντρειγιᾶς ποὺ ἀλλάζω μύρια χρόνια
τοῦ λάβρου ἀντρὸς τὸν πεθαμὸ μὲ τοῦ ἥρωα τὴν γέννα».

Κ’ ἔπειτα ἡ βίβλος ἔκλεισε καὶ ὁ γέρων ξεθωριάζει,
σπιλιάδα πνέει μὲ σουριγμόν, σὰν βέλος παγωμένο·
τὸ καντηλέρι ἐκάπνισε καὶ ὁ πύργος σκοτεινιάζει
καὶ τὸ δρολάπι «Ἀθάνατος!» δέρνεται λυπημένο.