ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς Φίλιππον

ροδ΄

Σκιάζεται ὁ μέγας βασιλεὺς κι’ οἱ πόλεις σὲ φοβοῦνται,
κι’ ἀνέμυαλοι σὲ μάχονται, τυφλοὶ καταλαλοῦν σε,
κύρης τοῦ κόσμου μὴ γενῇς καὶ πρωτοβασιλέας.
Μὰ ἐσὺ πλεμμάτιν ῥίχνεις τους, δίχτυ κρουστὸ τοὺς πλέκεις,
κι’ ἥσκιους γεννᾷς καὶ κυνηγοῦν, στοιχειὰ καὶ πολεμοῦν τα,
κι’ ὅλα ποὺ ἀνάντια σου ἐνεργοῦν, κατά των ἐνεργοῦν τα.
Κόσμον, θαῤῥοῦν, φυλάττουσιν, στὰ κάστρη του βαστιῶνται,
κι’ ἐσὺ τὰ κάστρη προσπερνᾷς καὶ χτίζεις νέον κόσμον.
Δάση, γυρεύουν, κονταριῶν καὶ κουρνιαχτοὺς ἀλόγων,
τὴν Οἰκουμένην δὲν νογᾶν, ποὺ ὑφαίνει την ὁ νοῦς σου,
τῆς τέχνης σου ὁ ἀργαλειός, στημόνι μὲ τὸ ὑφάδι.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρνβ΄

ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΡΕΠΑΝΙ

Στὴν Iolia

Κάλεσε τὸν ὑγιόκαν του ὁ Διγενὴς σιμά του
κ’ ἐχούφτωνε βαρὺ σπαθὶ κι ἄδραχνε καὶ δρεπάνι,
κι ὁλόρθα τὰ ἐσήκωνεν καὶ τά ’δειχνεν τοῦ ἀγούρου.
Ἀτσάλινο ἦτον τὸ σπαθί, σίδερο τὸ δρεπάνι,
κι ἀστραφτερὸ ἦτον τὸ σπαθὶ καὶ γκρίζο τὸ δρεπάνι,
κ’ ἔμορφον κ’ ἴσιον τὸ σπαθί, γαμψὸ ἦτον τὸ δρεπάνι,
καὶ σκαλισμένο τὸ σπαθί, γδυμνὸ ἦτον τὸ δρεπάνι.
Κι ὁ Διγενὴς ἠρώτησεν μετὰ πονηροσύνης:
«Ὑγιέ μ’ ποιός ἔν’ ὁ δέσποτας; Ποιός ἔν’ ὁ ὑπηρέτης;»
Καλοστοχάστη ὁ ἄγουρος νὰ δαχτυλοδιαλέξει:
«Δρεπάνι νὰ ἔν’ ὁ δέσποτας, σπαθίον ὁ ὑπηρέτης;
Σπαθίον τάχα ὁ δέσποτας, δρεπάνι ὁ ὑπηρέτης;
Οὐδείς, κύρη μου, ὁ δέσποτας, οὐδεὶς κι ὁ ὑπηρέτης,
μόνε συντρόφοι, ξύμμαχοι, τῆς προκοπῆς ἀργάτες.
Τό ’να κερδίζει τὴν ζωήν, τ’ ἄλλο τοῦ ὀχτροῦ χαλνάει.
Τό ’να αὐγαταίνει πλούτια, βιὸν καὶ τ’ ἄλλο τὰ φυλάει.
Τό ’να θερίζει τοὺς καρπούς, τ’ ἄλλο θερίζει δάκρυ.
Τό ’να χαρίζει τὴν τιμή, τ’ ἄλλο τήνε βλεπίζει…»
Ἐσταύρωσεν ὁ Διγενὴς σπαθὶ μὲ τὸ δρεπάνι.
«…κι ὅσον ὁμοῦ παλεύουσιν, ἡ λευτεριὰ γεννιέται…»
Ἐχώρισεν ὁ Διγενὴς σπαθὶν ἀπ’ τὸ δρεπάνι.
«…κι ὅντες ἀνάντια περπατοῦν ἡ ἀσκήμια βασιλεύει…»
Βροντογελᾶ ὁ Διγενὴς καὶ ὁ πέργερος τραντάχτη
καὶ θηκαρώνει τὸ σπαθὶ κ’ ἐζώστη τὸ δρεπάνι
κ’ ἔπαιξε κι ἀνεκάτωσε τὴν κεφαλὴ τοῦ ὑγιοῦ του.
«Θύρα, κλινάριν καὶ σκεπὴν ὄνομα ἔχουν σπίτιν,
τὸν γεωργὸν πολεμιστὴν γνωρίζουν τον ἀκρίτην.
Σὰν τὸν Ἀνταῖον ὁποὺ ἡ γῆς ἄτρωτο τόνε φτειάνει,
ἀκαταγώνιστα σπαθιὰ μᾶς θρέφει τὸ δρεπάνι.
Τὸ σύντροφοι δοξάζει τα, τὸ χώρια τ’ ἀτιμάζει,
τό ’να εἰς τὸ κοῦρσος καταντᾶ, τ’ ἄλλο ἡ σκλαβιὰ ῥημάζει».

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρνα΄

ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΕΡΡΙΚΟ ΣΚΑΡΦΙΛΝΤ

Γδέρνει ἀπόψε ὁ ἄνεμος, φραγγέλι ξεσαρκώνει,
μὲς στὸ θαμπὸ πυργοκελὶ τάβλα καὶ καντηλέρι·
πάνω σὲ φύλλο κίτρινον ἄλικους στίχους στρώνει
τοῦ ἀστραπομάτη γέροντα τὸ σκεβρωμένο χέρι…

«Σήμερον ηὗρε ὁ Χάροντας τὸν μικροκωνσταντῖνο.
Κελτογραικὸς γεννήθηκεν, φιλόχριστος βαπτίστη·
καλῶς στὴν βίγλα ἐβίγλισε καὶ ἄξιον τόνε κρίνω,
δὲν βρέθη στ’ ἄρματ’ ἀχαμνός, μήτε λειψὸς στὴν πίστι.

Τὴν πράξι ἐγὼ βεβαίωσα, ὁ κήνσωρας τοῦ αἰώνα,
μὲ τὴν μελάνη τοῦ αἵματος, μὲ τῆς φωτιᾶς τὴν πένα·
στ’ ἀρχαῖο βιβλίο τῆς ἀντρειγιᾶς ποὺ ἀλλάζω μύρια χρόνια
τοῦ λάβρου ἀντρὸς τὸν πεθαμὸ μὲ τοῦ ἥρωα τὴν γέννα».

Κ’ ἔπειτα ἡ βίβλος ἔκλεισε καὶ ὁ γέρων ξεθωριάζει,
σπιλιάδα πνέει μὲ σουριγμόν, σὰν βέλος παγωμένο·
τὸ καντηλέρι ἐκάπνισε καὶ ὁ πύργος σκοτεινιάζει
καὶ τὸ δρολάπι «Ἀθάνατος!» δέρνεται λυπημένο.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρν΄

ΣΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΙΚΑΚΗ

Ὁ Διγενὴς ψυχομαχεῖ καὶ τρέμει τὸ βασίλειο,
στὴ δύσιν ἀγροικήθηκεν, σ’ ἀνατολὴ θρυλλήθη.
Μισοπιστεύουν το οἱ ὀχτροὶ καὶ καρτεροῦν το οἱ φίλοι,
φυλάγουν τὴ χαρὰν οἱ ὀχτροί, κρατοῦν τὴν λύπη οἱ φίλοι,
δοιάζουν, μὴν εἶν ψευδαγγελιά, μετροῦν μὴν εἶναι ψεῦμα
κι ὁμοῦ ἅπαντες ἔδρεμαν στοῦ Διγενῆ τὸ κάστρον.

Σπάνια, Φραγκιὰ καὶ Βενετιά, δόγηδες καὶ ῥηγάδες,
Σύρα, Μισίρι καὶ Τουρκιά, σουλτάνοι κι ἀμηράδες,
κι ἀπὸ τὴν πόλι ὁ βασιλιὰς κ’ οἱ ἀρχοντοκεφαλάδες.
Τὰ πυργοθύρια του βροντᾶν, τὸν ἄρρωστον ζητοῦνε,
στὴν κάμαρή του δὲν χωροῦν, γιομίζουν καὶ τὶς σκάλες,
δὲν φτάνουν τὰ σκαλοστασιὰ κ’ ἔφραξεν ἡ αὐλή του,
ξεχείλισαν τὰ πέργερα, μαυρολογᾶν κ’ οἱ ἀγροί του.
Σκύβουν δεξιὰ οἱ φίλοι του, γέρνουν ζερβὰ οἱ ὀχτροί του,
κ’ οἱ φίλοι τὸν παρηγοροῦν κ’ οἱ ὀχτροί του τὸν παινεύουν,
κι ὁ Διγενὴς γυμνόστερνος στὴν πέτρινή του κλίνη.

Πρωτορωτᾶ τὸν Διγενὴ τῆς δύσεως ὁ ῥήγας:
«Ποιά θλίψι σὲ καρδιόφαγεν καὶ σὲ θανατοσέρνει;
Μὴν ἔτυχες κ’ ἐσκότωσες τὸ στοιχειωμένο ἐλάφι
πού ’χε σταυροὺς στὰ κέρατα, στὸ κούτελό του ἀστέρι
κι ἀναμεσὶς στὰ δίπλατα εἶχε τὴν Παναγία;
Τοὺς μενεστρέλους ἄκουσα ποὺ τέτοια τραγουδοῦσαν».
Κ’ εἰς τὸν ῥηγάρχη τῆς Φραγκιᾶς ὁ ἀκρίτης ἀποκρίθη:
«Ψέμματα οἱ βάρδοι τραγουδοῦν, ψέμμα κ’ οἱ μενεστρέλοι».
Δεύτερος, τῆς ἀνατολῆς, ῥωτᾶ ὁ πατισάχης:
«Ποιανῆς σεβντὰς σ’ ἀπόθανε, ποιάν ἔχασες κ’ ἐχάθης;
Κάτω στὰ ῥούσια χώματα μὴν τὴν καλὴ σοῦ ἐκλέψαν
καὶ μ’ ἄλλονε τὴν εὐλογοῦν, μ’ ἄλλον τὴν στεφανώνουν,
παντρευαρραβωνιάζουν την καὶ σένα σ’ ἀστοχοῦνε;
Κι ἄκουσα τὶς χανούμισσες ποὺ τέτοια τραγουδοῦσαν».
Στὸν σάχη τῆς ἀνατολῆς ὁ ἀκρίτης ἀποκρίθη:
«Τῆς Χαλιμᾶς μωρολογιές, τοῦ χαρεμιοῦ παιγνίδια».
Τρίτος τὸν στερνορώτησεν ὁ κύρης τῶν Ῥωμαίων:
«Γιατί τὸν ἥλιο ἐντράπηκες, πισωπατεῖς στὸν Ἅδην;
Ὁ Χάρος σ’ ἀντροκάλεσεν στὸ μαρμαρένιο ἁλώνι
κ’ ἑφτὰ φορὲς τὸν πλάγιασες, τὴν ὄγδοη σὲ ξαπλώνει
καὶ δὲν τὴν θέλεις τὴν ζωὴν εἰς τὸν ἀπάνω κόσμον;
Στὰ πανηγύρια τ’ ἄκουσα ποὺ τέτοια τραγουδοῦσαν».
Κ’ εἰς τὸν Ῥωμαῖο βασιλιὰ ὁ ἀκρίτης ἀποκρίθη:
«Κρασόπιαν, κρασομέθυσαν καὶ κρασοανιστοροῦσαν».
Θωρεῖ ὁ Φράγκος τὸν Ῥωμηὸ καὶ ὁ Ῥωμηὸς τὸν σάχη
κι ὁμάδιν λοξοθώραγαν τὸν Διγενὴν ἀκρίτην,
κι ὁ ἀκρίτης ἀχνογέλασε καὶ τῶν ῥηγάδων εἶπε:

«Στοὺς Ταύρους, στοὺς Ἀντίταυρους γιὰ μῆνες κυνηγοῦσα,
λεοντὲς κι ἀρκουδοτόμαρα ἐφόρτωνα τοῦ μαύρου,
σὰν εἶδα γραίαν ἐκύκλωναν ἑξήντα χαραμίτες.
Παιδεῦαν την, χορεῦαν την, νὰ κουτσοπάει γελοῦσαν,
καὶ ν’ ἀσκωθεῖ, σὰν ἔπεφτε, τὴν κονταροκεντοῦσαν.
Βρουχήθην τοῦ πρωτοληστῆ κι ἀνταρτοκαπετάνιου:
-Πωλεῖς την τὴν γερόντισσα; -Κι ἂν τὴν πωλῶ πλερώνεις;
-Ξήντα ζωὲς πλερώνω την, ἐσὲ καὶ τοὺς ληστές σου.
-Τὴν γλώσσαν ἔχεις κοφτερή, τὸ λέγει ἡ καρδιά σου,
ἀμὴ πριχοῦ σ’ τὴν κόψω την, μολόγα τ’ ὄνομά σου.
-Στὸ γένος εἶμαι διγενὴς κ’ εἰς τ’ ἄκρα εἶμαι ἀκρίτης.
Λαγοὶ στοὺς θάμνους τρούπωσαν, πέρδικες στὰ πουρνάρια.
-Εὐγνωμονῶ σε ἄρχοντα, σχόλασες τὸ μαρτύριον
κι ὅπως καλὸν μοὶ ἔκαμες, καλὸν νὰ σ’ τὸ γυρίσω,
κ’ εἶμαι εἰς τὴν τέχνη μάγισσα, Σμυρναία χαρτορίχτρα,
τσιγγάνα χερομάντισσα κι Ἀσσυροβαβυλώνια,
κι ἂν θέλεις το κι ἂν φέρεις το, τὸ πλιὸν ποθεῖς σ’ τὸ βρίσκω.
Δεύτερον δίχως νὰ σκεφτῶ καὶ νὰ καλοζυγιάσω,
λαλιὰ γροικήθ’ ἡ στοχασιὰ καὶ γλίστρησε ἀπ’ τὰ χείλη:
-Τάχα εἰς τούτηνε τὴν γῆν στέκει ἀντρειότερός μου;
-Καρτέρα, ν’ ἁπλωθεῖ ἡ νυχτιά, μένε, νὰ λάμψουν τ’ ἄστρη.
Τὴν νύχταν ἄναψα φωτιά, κείνη στὴν νύχτα ἐχώθη,
μὲ τὸ ταχὺ ξεπρόβαλε, στὸ φῶς νὰ μὲ φωτίσει.
-Εἰς τὸν καιρὸν ποὺ περπατεῖς δὲν ἒν ἀντρειότερός σου,
ἂμ εἶδα τὰ μελλούμενα, κεῖ ἒν ὁ ἀντρειότερός σου.
Στοὺς λόφους, εἶδα, πρόσμενε καὶ μοναχὸς κρυβότουν
κ’ εἶχε δοξάρι ἀλλόκοτο κι ὀχτὼ βαρειὲς σαγίτες.
Ἕξι φανῆκαν σερπετά, δρακόντοι ἀτσαλένιοι
ὁπ’ εἶχαν πυργοκεφαλὲς κ’ ἐδῶ κ’ ἐκεῖ θωροῦσαν
καὶ προβοσκίδες σίδερον κι ὅλον φωτιὰ ξερνοῦσαν,
γιὰ πόδια τους τροχάλυσες κι ἀχνάριαζαν τὴν πέτρα
καὶ πίσωθέ των ἤφερναν πλῆθος Τουρκιὰ πεζούρα.
Δὲν σκιάχτη νὰ πισωσυρθεῖ, δὲν κιότεψε νὰ φύγει,
γιομίζει τὸ δοξάριν του νὰ δρακοπολεμήσει,
Ἀπόλλωνας κι ἅη Γιώργιος, πολλὰ νὰ τὸν θαυμάσεις!
Γιόμιζε καὶ λευτέρωνε καὶ θανατοκερνοῦσε,
πὸ τάπια εἰς τάπια πήδαγε καὶ μυρωδιὰ δὲν παῖρναν,
φλόγες νὰ φτύσου ἀνάντια του, τὸν ἄγουρον νὰ κάψουν.
Σαγίτες ἕξι ἀμόληκεν καὶ ψένει τοὺς δρακόντους
καὶ μὲ τὶς δυό του τὶς στερνὲς ψένει καὶ τὴν πεζούρα.
-Μὴν τ’ ὄνομά του νέγνωσες, τὸν τόπο ποὺ κρατιέται;
-Μανώλη τὸν ἐλέγασι κ’ ἦτον ἀπὸ τὴν Κρήτη…
Φράγκε ὁπ’ ἄρχεις στὴν Φραγκιὰ καὶ σάχη στὴν Ἀσία
καὶ σύ, Ῥωμαῖε βασιλιά, πρῶτε στὴν Ῥωμανία,
τοῦτα, στὸ φῶς τὸ αὐγινό, ἡ μάϊσσα μ’ ἀφηγήθη.
Μὲς στὴν καρδιὰ τ’ ἀργάστηκα κ’ εἰς τὸ μυαλὸ τὰ κλώθω
καὶ λέω, σὰ γεννηθεῖ καὶ ζῶ καὶ ζήσει πρὶ ἀποθάνω,
τάχατες τ’ ἄχθος τῆς ἀντρειᾶς ἡ γῆς ἤθελ’ ἀντέξει;
Κ’ ἔκαμα τὴν ἀπόφασιν κ’ ἐμήνυσα τοῦ Χάρο,
πρὶν ὁ Μανώλης γεννηθεῖ, στὸν Ἅδην νὰ βουλίσω,
κι ὅντες ποθάνει νά ’μαι κεῖ, νὰ τὸν καλωσορίσω».

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμστ΄

Ο ΣΗΚΩΜΟΣ ΤΟΥ ΜΥΤΖΗΘΡΑ

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
στὸ παλάτιον κρυφοκλείστης, στ’ ὥριον δυναμάριν σου·
μ’ αὐλικοὺς δὲν συντυχαίνεις, μὲ τοὺς ἄρχοντας σιωπᾶς,
συλλογιέσαι καὶ λυπιέσαι καὶ ἀναστοχάζεσαι:
«Ἀμμουδιὰ χρυσὴ Ῥωμαίϊκο, κῦμα ἐφούσκωσ’ ἡ Τουρκιὰ
κ’ εἰς καιρὸν σ’ ἀφροκατάπιεν, σὲ θαλασσοσκέπασεν,
καὶ δυὸ ξέρες σοῦ ἀπομεῖναν ὄξω ἀπ’ τ’ ἁλμυρὸ νερόν,
τοῦ Μορηᾶ τὸ δεσποτάτον κ’ ἡ Κωνσταντινόπολις.
Πῶς νὰ σὲ κρατῶ Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον;
Διὰ φουσσάτα νὰ ῥογέψω θησαυροὶ ποῦ εὑρίσκονται;
Νὰ καλέσω ἀπ’ τοὺς ῥηγάδες, τίς θέλει παρασταθεῖ;
Κάλλιον ἔνε νὰ Φραγκέψεις, κάλλιον νὰ πωλήσω σε».

Μὲ τὸ κάτεργο ἀρμενίζεις κ’ εἰς τὴν Ῥόδον ἔδεσες,
στοὺς ἱππότας καλογέρους παζαρέματα κινᾶς:
«Πρῶτον Κόρινθο ἔδωκά σας, δίδω σας καὶ Μυτζηθρὰν
καὶ γιὰ ἐλόγου μου ἀπ’ τὰ κάστρα νά ’χω τὴν Μονεμβασιάν.
Σεῖς λαβαίνετε χαράτζια, προσφορές, δοσίματα,
καὶ ῥογεύετε στρατιῶτες καὶ πολέμους δύνεστε,
καὶ βαστᾶτε τὸν Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον».
Τ’ ἀδελφάτο τοῦ Ἰωάννου ποὺ πωλεῖς ἠγόρασαν
καὶ σεντούκιν σὲ χρυσώνουν μὲ δουκάτα καὶ φλωριά.
Πέμπουν κι ἀπ’ τοὺς κεφαλάδες κατὰ Πελλοπόνησον,
κεῖ ποὺ δεσποτοκρατιόσουν κ’ ἡ γενιά σου αὐθέντευε,
κεῖνοι δεσποτάδες ν’ ἄρχουν, κεῖνοι ν’ αὐθεντεύουσιν.

Καὶ μιὰ μολυβένια ἡμέρα, πικρομέλανην αὐγήν,
οἱ πολεμιστάδες φλάροι χῶμα κάστρου ἐπάτησαν.
Μὲς στὰ καλντερίμια πηαίνουν, σὰν παγώνια προχωροῦν,
βλέπουν, δείχνουν, καμαρώνουν, φωναχτὰ μεγαλαυχοῦν.
Κι ὡς μικρόσαρκη φλογίτσα πυρκαϊὰ τρανὴ γεννᾶ
καὶ τρισλαίμαργη φουντώνει, τρώει καὶ πλιὸν δὲν σβήνεται,
ὅμοια ὁ λόγος ὡς γροικήθη τὸν λαὸ πυρπόλησεν
σὰν τὰ κάγκανα τὰ δάση στοῦ Ἁλωνάρη τὸν καιρόν,
«Ὁ κὺρ Θόδωρος πωλεῖ μας! Φράγκεψεν ὁ Μυτζηθράς!»
κι ἄνω χώρα, κάτω χώρα, χύθηκαν ἀγεληδὸν
ξυλομάτζουκα βαστῶντες, πέτρες, λιθαρόπουλα
καὶ τοὺς ἀζυμίτες ζῶσαν γιὰ νὰ τοὺς σκοτώσουσιν.

Ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου λαφιασμένος πρόκαμεν,
πλάτη μπαίνει στοὺς ἱππότες κ’ εἰς τὸν ὄχλον πρόσωπο:
«Γαληνάρετε ἀδελφοί μου κι ἄσχημα μὴν κάμετε».
«Πισωπάτησε παπά μου κ’ ὕπαγε κι ἄι στὴν εὐχή».
«Πταίσιμον δὲν παίρνουν τοῦτοι, ὁ κὺρ Θόδωρος τὰ πταίει».
«Πταίσιμον παίρνουν κ’ οἱ δυό τους κι ὁ ἀγοράζει κι ὁ πωλεῖ».
«Κ’ εἶναι εἰς δύσιν φουμισμένοι, γδικιωμὸν δὲν σκιάζεστε;»
«Μεῖς τί εἴμεθα; Γομάρια; Στὰ παζάρια νὰ τραβοῦν;»
«Κ’ ἡ Τουρκιὰ χείμαρρος, ῥέμμα καὶ οἱ Φράγκοι τὸ κλαδί».
«Δοῦλοι ἑνὸς νὰ μὴν γενοῦμε, σ’ ἄλλον νὰ δουλεύουμε;»
«Αἷμα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας κι ἁμαρτία ἀπ’ τὸν θεόν».
«Τρεῖς ἡμέρες… φίλοι ἂν φύγουν. Μεῖναν; Πᾶν στὸν διάολον».

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
νύχτωσεν ἡ τρίτ’ ἡμέρα, νύχτωσε κ’ ἡ ἐλπίδα σου,
καὶ φλωριὰ καὶ σταυροφόρους τ’ ἀκριβοχαιρέτησες,
στὸ παλάτιον δὲν εἰσέβης κι ὁ λαὸς ἀρνήθη σε.
Ψευδοδέσποτα σὲ ὑβρίζουν καὶ ἀνάξιον σὲ καλοῦν,
καὶ φιλάργυρο προδότη, κλώζουν καὶ καταλαλοῦν.
Κι ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου πάλιν ἐμεσίτεψεν,
καὶ τοὺς ἄπιστους γυρίζει, πείθει τοὺς ἀγύριστους
κι ἀλλαξοπροσωπισμένος ταπεινώθης στὸν λαό,
καὶ ὁρκίστης στὰ βαγγέλια κι ἄμωσες εἰς τὰ ἱερὰ
ἀϊδίως ν’ ἀνταγαπιέστε, στ’ ὄνομά του νὰ ἐνεργεῖς
κι ἀπὸ τὸν λαὸ κρυφάδην μὴν κρυφοστοχάζεσαι.

Κ’ εἷς ἐκ τῶν λογιωτάτων τῶν ἀνθρώπων τῶν σοφῶν,
τὴν γενειάδα του χαϊδεύει καὶ τὸ πράγμα μέτραγε:
«Τῆς Φραγκιᾶς ἡ ὁδὸς εἰς δύσιν, τῆς Τουρκιᾶς σ’ ἀνατολὴν…
τέτοιους δρόμους οἱ πρωτάρχοι, Γένος, σοῦ ἀπεργάζονται.
Ἀλλὰ ἐσὺ ἀναγυρεύεις τὴν ὁδὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
δὲν γιγνώσκεις ἀμὴ νιώθεις, κεῖ χτυπᾶ ἡ καρδία σου,
δὲν ἠξεύρεις, κεῖ τὰ πόδια μοναχὰ σὲ περπατοῦν,
δὲν θυμᾶσαι, σ’ ὁρμηνεύει τῆς λαλιᾶς σου ἡ φωνή».

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμδ΄

Η ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΚΑΒΑΛΑΡΗ

Χαλκάστραφτεν ὁ μαῦρος του σὰ δράκος χρυσαφένιος,
χαλκάστραφτε κι ὁ κύρης μου, ῥήγας παραμυθένιος,
καλλιάρματος, τετράξανθος καὶ δρακοκαβαλάρης!

Φόρειε ζωστάρι κόκκινο, φολιδωτὸ λωρίκι,
στὰ πόδια του ἁψηλὰ τζεγκιά, γλαυκὸ πανωλωρίκι,
κῦμα μαντὺ στὶς πλάτες του, βλαττὶ ἀκριβὸ φλογάτο.

Στὸ πλάϊ τὸ παραμήριν του κ’ ἡ σπάθα στὸ θηκάριν,
κυκλοσιδεροστέφανο κι ἀμφαλωτὸ σκουτάριν,
τὸ φλαμπουράκι ἀνέμιζε στοῦ κονταριοῦ τὴν λόγχη.

Κ’ ἐθώρας τον κατάφραχτον κι ὁλόγυρα κλεισμένον,
μπρούτζους, πετσιὰ καὶ σίδερα ὁλοῦθε σκεπασμένον,
στὴν κεφαλή του ἀσκέπαγος, κασσίδι δὲν ἐφόρει.

Ἡ λευκοχέρα ἡ μάνα μου βαστοῦσε τὸ κασσίδιν,
ποὺ εἶχε τουφίον ἄλικο κι ἁλυσωτὸ τραχήλιν,
κι ἀτσάλινο στραφτάλιζε σὰν τ’ ἀργυρὸ φεγγάριν.

Στὴν ἀγκαλιά μου τό ’σφιξεν, ψηλὰ ψηλὰ μ’ ἀσκώνει,
τ’ ἄγουρα χέρια τέντωσα κι ὁ κύρης χαμηλώνει,
κ’ ἔστεψα μ’ ἡλιοστέφανο τὸν δρακοκαβαλάρην.

«Σὰν μ’ ἔστεψεν ὁ ὑγιόκας μου, κύριος εἰμὶ τοῦ κόσμου!
Τὸν ἀμηρὰ ἔχω δοῦλο μου, τὸν Φράγκο λίζιό μου,
καὶ τὸν Ῥωμαῖο βασιλιὰ τρία σκαλιὰ πιὸ κάτω».

Τέτοια ποὺ στερνομίλησες στὸν γιόκα σου πατέρα,
κ’ εἴκοσι χρόνοι ἂς κύλησαν… δὲν λησμονῶ τὴν μέρα,
κι ὡς στὶς ὀχιὲς πορεύομαι, θυμοῦμαι σε κι ἀντρειεύομαι.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμβ΄

ΗΕΡΙΗ – Η ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΜΑΝΑ

Σ’ ἀνήλιου σπήλιου τὸν βυθό, πέτρας ὁγρῆς κουφάλα
τὸν Τέκταφο ἐφυλάκισαν, τὸν ῥήγα τῶν Βωλίγγων.
Κι ὁ Δεριάδης πρόσταξεν κεῖ ἔρμος ν’ ἀργολειώσει,
νὰ τρώει ἀέραν πρόγευμα κι ἀέραν γιὰ τὸ δεῖπνο,
νά ’χει τὸν βράχο κούπα του, νὰ γλείφει τὸ πιοτό του,
νὰ τὸν θερίζ’ ἡ πείνα του, στὰ σκότη νὰ λιμάσσει.

Λαφίνα ἐπερπάτησε στοῦ σπήλιου τ’ ἄγριον στόμα,
στὴν Ἠερίην ὅμοιαζε, στοῦ αἰχμάλωτου τὴν κόρη.
Τοὺς ἀχαμνοὺς ἐσίμωσεν, τοὺς σερνικοὺς ζυγώνει,
ξέπνοη κλαίει καὶ δέεται, στὸ χῶμα μετανοιάζει.
Στοὺς φύλακας μονολογεῖ, μιλεῖ τῶν βλεπατόρων,
τὸν κύρη της πονεῖ νὰ ἰδεῖ, τὸν μισοπεθαμένο.

Σπλαχνίζονται οἱ φύλακες, λυγᾶνε οἱ βλεπατόροι
καὶ μεταξύ των ἔγνεψαν στὸ σπήλιο νὰ τρυπώσει.
Ἀμὴ πριχοῦ καὶ τραβηχτοῦν κι ὁ δρόμος λευτερώσει,
νυχόκορφα τὴν ἔψαξαν, τριπλοπασπάτεψάν την,
φαγὶν μὴ κρυφοκουβαλεῖ, κρασὶν μὴ κρυφοφέρνει,
κι ὡς κάμαν τόπον ἔδωσαν, στὸ λιθοκλούβι νά ’μπει.

Τὸ ἡμίφως εἰς τὴν πλάτη της, τὸ ἀπόφως ἐμπροστά της,
τὴν κεφαλὴ τοῦ κύρη της ἔστρωσε στὴν ποδιά της,
κι οὐδεὶς ἐμάθε ποὺ ἤτονε πέντε ἡμερῶ λεχώνα.
Κατέβασε τὸ ῥοῦχον της καὶ τὸ βυζὶ γυμνώνει,
κι ἀπόθεσε τὴν ῥώγα της στοῦ αἰχμάλωτου τὸ στόμα.
«Πατέρα τὸ σπολλάτη σου, γεννήθη σου τ’ ἀγγόνι».

Κ’ ἡ θυγατέρα γίνηκεν ἡ μάνα τοῦ κυροῦ της,
καὶ ὁ πατέρας γίνηκεν ὑγιὸς τῆς θυγατρός του.
Καὶ λίξουρος ἐβύζαινε κι ἀχόρταγος τραβοῦσε,
στὸ ἰσόνεκρό του τὸ κορμὶ πότιζε τὸ πιοτό της,
κι ἀντρείωνέ του τὴν καρδιά, τὰ μέλη ἀναζωγροῦσε,
κ’ ἔμπλεκ’ ἡ ἁλμύρα τῶν δακρυῶν γάλα γλυκὸ στ’ ἀχείλι.

Γεῖς τῶν φυλάκων τήραξεν, ὁ πλιὸν πονηρεμένος,
καὶ πρῶτ’ ἄλαλος σάστισε, τσιμπιότουν νὰ ἐξυπνήσει,
κ’ ὕστερις γοργοχούμηξε στὸ φῶς νὰ τήνε σύρει,
κι ἀπὸ τὴ βιάν, ὡς τράβηξεν, ἡ ῥώγα της ματώθη.
Νὰ κρύβουν το γὴ νὰ τὸ εἰποῦν; Κι ἂν τὶς τὸ μαρτυρήσει;
Ὁ ἥλιος γιά ὁ ἄνεμος γιά τῶν πουλιῶ ἡ φωνούλα;

Στὸν Δεριάδη στάθηκαν κι ὅλα τ’ ἀνιστορῆσαν,
κ’ ἐσκύβαν κ’ ἐγονάτιζαν καὶ τιμωριὰ προσμέναν,
ἂμ ὁ σκληρὸς μαλάκωσεν κι ὁ ἀγκρέμιστος γκρεμίστη,
κι ὁ ἀδάκρυτος ἐδάκρυσεν κ’ ἐτοῦτα παραγγέλει:
«Λάβετ’ ἀπ’ τὸ τραπέζι μου, τοῦ ὀχτροῦ μου δεῖπνο στρῶστε,
τέτοιο παιδὶ ποὺ ἀνάθρεψεν ἀξὸς ἔνι νὰ ζήσει!»