ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρν΄

ΣΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΙΚΑΚΗ

Ὁ Διγενὴς ψυχομαχεῖ καὶ τρέμει τὸ βασίλειο,
στὴ δύσιν ἀγροικήθηκεν, σ’ ἀνατολὴ θρυλλήθη.
Μισοπιστεύουν το οἱ ὀχτροὶ καὶ καρτεροῦν το οἱ φίλοι,
φυλάγουν τὴ χαρὰν οἱ ὀχτροί, κρατοῦν τὴν λύπη οἱ φίλοι,
δοιάζουν, μὴν εἶν ψευδαγγελιά, μετροῦν μὴν εἶναι ψεῦμα
κι ὁμοῦ ἅπαντες ἔδρεμαν στοῦ Διγενῆ τὸ κάστρον.

Σπάνια, Φραγκιὰ καὶ Βενετιά, δόγηδες καὶ ῥηγάδες,
Σύρα, Μισίρι καὶ Τουρκιά, σουλτάνοι κι ἀμηράδες,
κι ἀπὸ τὴν πόλι ὁ βασιλιὰς κ’ οἱ ἀρχοντοκεφαλάδες.
Τὰ πυργοθύρια του βροντᾶν, τὸν ἄρρωστον ζητοῦνε,
στὴν κάμαρή του δὲν χωροῦν, γιομίζουν καὶ τὶς σκάλες,
δὲν φτάνουν τὰ σκαλοστασιὰ κ’ ἔφραξεν ἡ αὐλή του,
ξεχείλισαν τὰ πέργερα, μαυρολογᾶν κ’ οἱ ἀγροί του.
Σκύβουν δεξιὰ οἱ φίλοι του, γέρνουν ζερβὰ οἱ ὀχτροί του,
κ’ οἱ φίλοι τὸν παρηγοροῦν κ’ οἱ ὀχτροί του τὸν παινεύουν,
κι ὁ Διγενὴς γυμνόστερνος στὴν πέτρινή του κλίνη.

Πρωτορωτᾶ τὸν Διγενὴ τῆς δύσεως ὁ ῥήγας:
«Ποιά θλίψι σὲ καρδιόφαγεν καὶ σὲ θανατοσέρνει;
Μὴν ἔτυχες κ’ ἐσκότωσες τὸ στοιχειωμένο ἐλάφι
πού ’χε σταυροὺς στὰ κέρατα, στὸ κούτελό του ἀστέρι
κι ἀναμεσὶς στὰ δίπλατα εἶχε τὴν Παναγία;
Τοὺς μενεστρέλους ἄκουσα ποὺ τέτοια τραγουδοῦσαν».
Κ’ εἰς τὸν ῥηγάρχη τῆς Φραγκιᾶς ὁ ἀκρίτης ἀποκρίθη:
«Ψέμματα οἱ βάρδοι τραγουδοῦν, ψέμμα κ’ οἱ μενεστρέλοι».
Δεύτερος, τῆς ἀνατολῆς, ῥωτᾶ ὁ πατισάχης:
«Ποιανῆς σεβντὰς σ’ ἀπόθανε, ποιάν ἔχασες κ’ ἐχάθης;
Κάτω στὰ ῥούσια χώματα μὴν τὴν καλὴ σοῦ ἐκλέψαν
καὶ μ’ ἄλλονε τὴν εὐλογοῦν, μ’ ἄλλον τὴν στεφανώνουν,
παντρευαρραβωνιάζουν την καὶ σένα σ’ ἀστοχοῦνε;
Κι ἄκουσα τὶς χανούμισσες ποὺ τέτοια τραγουδοῦσαν».
Στὸν σάχη τῆς ἀνατολῆς ὁ ἀκρίτης ἀποκρίθη:
«Τῆς Χαλιμᾶς μωρολογιές, τοῦ χαρεμιοῦ παιγνίδια».
Τρίτος τὸν στερνορώτησεν ὁ κύρης τῶν Ῥωμαίων:
«Γιατί τὸν ἥλιο ἐντράπηκες, πισωπατεῖς στὸν Ἅδην;
Ὁ Χάρος σ’ ἀντροκάλεσεν στὸ μαρμαρένιο ἁλώνι
κ’ ἑφτὰ φορὲς τὸν πλάγιασες, τὴν ὄγδοη σὲ ξαπλώνει
καὶ δὲν τὴν θέλεις τὴν ζωὴν εἰς τὸν ἀπάνω κόσμον;
Στὰ πανηγύρια τ’ ἄκουσα ποὺ τέτοια τραγουδοῦσαν».
Κ’ εἰς τὸν Ῥωμαῖο βασιλιὰ ὁ ἀκρίτης ἀποκρίθη:
«Κρασόπιαν, κρασομέθυσαν καὶ κρασοανιστοροῦσαν».
Θωρεῖ ὁ Φράγκος τὸν Ῥωμηὸ καὶ ὁ Ῥωμηὸς τὸν σάχη
κι ὁμάδιν λοξοθώραγαν τὸν Διγενὴν ἀκρίτην,
κι ὁ ἀκρίτης ἀχνογέλασε καὶ τῶν ῥηγάδων εἶπε:

«Στοὺς Ταύρους, στοὺς Ἀντίταυρους γιὰ μῆνες κυνηγοῦσα,
λεοντὲς κι ἀρκουδοτόμαρα ἐφόρτωνα τοῦ μαύρου,
σὰν εἶδα γραίαν ἐκύκλωναν ἑξήντα χαραμίτες.
Παιδεῦαν την, χορεῦαν την, νὰ κουτσοπάει γελοῦσαν,
καὶ ν’ ἀσκωθεῖ, σὰν ἔπεφτε, τὴν κονταροκεντοῦσαν.
Βρουχήθην τοῦ πρωτοληστῆ κι ἀνταρτοκαπετάνιου:
-Πωλεῖς την τὴν γερόντισσα; -Κι ἂν τὴν πωλῶ πλερώνεις;
-Ξήντα ζωὲς πλερώνω την, ἐσὲ καὶ τοὺς ληστές σου.
-Τὴν γλώσσαν ἔχεις κοφτερή, τὸ λέγει ἡ καρδιά σου,
ἀμὴ πριχοῦ σ’ τὴν κόψω την, μολόγα τ’ ὄνομά σου.
-Στὸ γένος εἶμαι διγενὴς κ’ εἰς τ’ ἄκρα εἶμαι ἀκρίτης.
Λαγοὶ στοὺς θάμνους τρούπωσαν, πέρδικες στὰ πουρνάρια.
-Εὐγνωμονῶ σε ἄρχοντα, σχόλασες τὸ μαρτύριον
κι ὅπως καλὸν μοὶ ἔκαμες, καλὸν νὰ σ’ τὸ γυρίσω,
κ’ εἶμαι εἰς τὴν τέχνη μάγισσα, Σμυρναία χαρτορίχτρα,
τσιγγάνα χερομάντισσα κι Ἀσσυροβαβυλώνια,
κι ἂν θέλεις το κι ἂν φέρεις το, τὸ πλιὸν ποθεῖς σ’ τὸ βρίσκω.
Δεύτερον δίχως νὰ σκεφτῶ καὶ νὰ καλοζυγιάσω,
λαλιὰ γροικήθ’ ἡ στοχασιὰ καὶ γλίστρησε ἀπ’ τὰ χείλη:
-Τάχα εἰς τούτηνε τὴν γῆν στέκει ἀντρειότερός μου;
-Καρτέρα, ν’ ἁπλωθεῖ ἡ νυχτιά, μένε, νὰ λάμψουν τ’ ἄστρη.
Τὴν νύχταν ἄναψα φωτιά, κείνη στὴν νύχτα ἐχώθη,
μὲ τὸ ταχὺ ξεπρόβαλε, στὸ φῶς νὰ μὲ φωτίσει.
-Εἰς τὸν καιρὸν ποὺ περπατεῖς δὲν ἒν ἀντρειότερός σου,
ἂμ εἶδα τὰ μελλούμενα, κεῖ ἒν ὁ ἀντρειότερός σου.
Στοὺς λόφους, εἶδα, πρόσμενε καὶ μοναχὸς κρυβότουν
κ’ εἶχε δοξάρι ἀλλόκοτο κι ὀχτὼ βαρειὲς σαγίτες.
Ἕξι φανῆκαν σερπετά, δρακόντοι ἀτσαλένιοι
ὁπ’ εἶχαν πυργοκεφαλὲς κ’ ἐδῶ κ’ ἐκεῖ θωροῦσαν
καὶ προβοσκίδες σίδερον κι ὅλον φωτιὰ ξερνοῦσαν,
γιὰ πόδια τους τροχάλυσες κι ἀχνάριαζαν τὴν πέτρα
καὶ πίσωθέ των ἤφερναν πλῆθος Τουρκιὰ πεζούρα.
Δὲν σκιάχτη νὰ πισωσυρθεῖ, δὲν κιότεψε νὰ φύγει,
γιομίζει τὸ δοξάριν του νὰ δρακοπολεμήσει,
Ἀπόλλωνας κι ἅη Γιώργιος, πολλὰ νὰ τὸν θαυμάσεις!
Γιόμιζε καὶ λευτέρωνε καὶ θανατοκερνοῦσε,
πὸ τάπια εἰς τάπια πήδαγε καὶ μυρωδιὰ δὲν παῖρναν,
φλόγες νὰ φτύσου ἀνάντια του, τὸν ἄγουρον νὰ κάψουν.
Σαγίτες ἕξι ἀμόληκεν καὶ ψένει τοὺς δρακόντους
καὶ μὲ τὶς δυό του τὶς στερνὲς ψένει καὶ τὴν πεζούρα.
-Μὴν τ’ ὄνομά του νέγνωσες, τὸν τόπο ποὺ κρατιέται;
-Μανώλη τὸν ἐλέγασι κ’ ἦτον ἀπὸ τὴν Κρήτη…
Φράγκε ὁπ’ ἄρχεις στὴν Φραγκιὰ καὶ σάχη στὴν Ἀσία
καὶ σύ, Ῥωμαῖε βασιλιά, πρῶτε στὴν Ῥωμανία,
τοῦτα, στὸ φῶς τὸ αὐγινό, ἡ μάϊσσα μ’ ἀφηγήθη.
Μὲς στὴν καρδιὰ τ’ ἀργάστηκα κ’ εἰς τὸ μυαλὸ τὰ κλώθω
καὶ λέω, σὰ γεννηθεῖ καὶ ζῶ καὶ ζήσει πρὶ ἀποθάνω,
τάχατες τ’ ἄχθος τῆς ἀντρειᾶς ἡ γῆς ἤθελ’ ἀντέξει;
Κ’ ἔκαμα τὴν ἀπόφασιν κ’ ἐμήνυσα τοῦ Χάρο,
πρὶν ὁ Μανώλης γεννηθεῖ, στὸν Ἅδην νὰ βουλίσω,
κι ὅντες ποθάνει νά ’μαι κεῖ, νὰ τὸν καλωσορίσω».

Advertisements
ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμστ΄

Ο ΣΗΚΩΜΟΣ ΤΟΥ ΜΥΤΖΗΘΡΑ

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
στὸ παλάτιον κρυφοκλείστης, στ’ ὥριον δυναμάριν σου·
μ’ αὐλικοὺς δὲν συντυχαίνεις, μὲ τοὺς ἄρχοντας σιωπᾶς,
συλλογιέσαι καὶ λυπιέσαι καὶ ἀναστοχάζεσαι:
«Ἀμμουδιὰ χρυσὴ Ῥωμαίϊκο, κῦμα ἐφούσκωσ’ ἡ Τουρκιὰ
κ’ εἰς καιρὸν σ’ ἀφροκατάπιεν, σὲ θαλασσοσκέπασεν,
καὶ δυὸ ξέρες σοῦ ἀπομεῖναν ὄξω ἀπ’ τ’ ἁλμυρὸ νερόν,
τοῦ Μορηᾶ τὸ δεσποτάτον κ’ ἡ Κωνσταντινόπολις.
Πῶς νὰ σὲ κρατῶ Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον;
Διὰ φουσσάτα νὰ ῥογέψω θησαυροὶ ποῦ εὑρίσκονται;
Νὰ καλέσω ἀπ’ τοὺς ῥηγάδες, τίς θέλει παρασταθεῖ;
Κάλλιον ἔνε νὰ Φραγκέψεις, κάλλιον νὰ πωλήσω σε».

Μὲ τὸ κάτεργο ἀρμενίζεις κ’ εἰς τὴν Ῥόδον ἔδεσες,
στοὺς ἱππότας καλογέρους παζαρέματα κινᾶς:
«Πρῶτον Κόρινθο ἔδωκά σας, δίδω σας καὶ Μυτζηθρὰν
καὶ γιὰ ἐλόγου μου ἀπ’ τὰ κάστρα νά ’χω τὴν Μονεμβασιάν.
Σεῖς λαβαίνετε χαράτζια, προσφορές, δοσίματα,
καὶ ῥογεύετε στρατιῶτες καὶ πολέμους δύνεστε,
καὶ βαστᾶτε τὸν Μορέα λεύτερον κι ἀτούρκευτον».
Τ’ ἀδελφάτο τοῦ Ἰωάννου ποὺ πωλεῖς ἠγόρασαν
καὶ σεντούκιν σὲ χρυσώνουν μὲ δουκάτα καὶ φλωριά.
Πέμπουν κι ἀπ’ τοὺς κεφαλάδες κατὰ Πελλοπόνησον,
κεῖ ποὺ δεσποτοκρατιόσουν κ’ ἡ γενιά σου αὐθέντευε,
κεῖνοι δεσποτάδες ν’ ἄρχουν, κεῖνοι ν’ αὐθεντεύουσιν.

Καὶ μιὰ μολυβένια ἡμέρα, πικρομέλανην αὐγήν,
οἱ πολεμιστάδες φλάροι χῶμα κάστρου ἐπάτησαν.
Μὲς στὰ καλντερίμια πηαίνουν, σὰν παγώνια προχωροῦν,
βλέπουν, δείχνουν, καμαρώνουν, φωναχτὰ μεγαλαυχοῦν.
Κι ὡς μικρόσαρκη φλογίτσα πυρκαϊὰ τρανὴ γεννᾶ
καὶ τρισλαίμαργη φουντώνει, τρώει καὶ πλιὸν δὲν σβήνεται,
ὅμοια ὁ λόγος ὡς γροικήθη τὸν λαὸ πυρπόλησεν
σὰν τὰ κάγκανα τὰ δάση στοῦ Ἁλωνάρη τὸν καιρόν,
«Ὁ κὺρ Θόδωρος πωλεῖ μας! Φράγκεψεν ὁ Μυτζηθράς!»
κι ἄνω χώρα, κάτω χώρα, χύθηκαν ἀγεληδὸν
ξυλομάτζουκα βαστῶντες, πέτρες, λιθαρόπουλα
καὶ τοὺς ἀζυμίτες ζῶσαν γιὰ νὰ τοὺς σκοτώσουσιν.

Ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου λαφιασμένος πρόκαμεν,
πλάτη μπαίνει στοὺς ἱππότες κ’ εἰς τὸν ὄχλον πρόσωπο:
«Γαληνάρετε ἀδελφοί μου κι ἄσχημα μὴν κάμετε».
«Πισωπάτησε παπά μου κ’ ὕπαγε κι ἄι στὴν εὐχή».
«Πταίσιμον δὲν παίρνουν τοῦτοι, ὁ κὺρ Θόδωρος τὰ πταίει».
«Πταίσιμον παίρνουν κ’ οἱ δυό τους κι ὁ ἀγοράζει κι ὁ πωλεῖ».
«Κ’ εἶναι εἰς δύσιν φουμισμένοι, γδικιωμὸν δὲν σκιάζεστε;»
«Μεῖς τί εἴμεθα; Γομάρια; Στὰ παζάρια νὰ τραβοῦν;»
«Κ’ ἡ Τουρκιὰ χείμαρρος, ῥέμμα καὶ οἱ Φράγκοι τὸ κλαδί».
«Δοῦλοι ἑνὸς νὰ μὴν γενοῦμε, σ’ ἄλλον νὰ δουλεύουμε;»
«Αἷμα ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας κι ἁμαρτία ἀπ’ τὸν θεόν».
«Τρεῖς ἡμέρες… φίλοι ἂν φύγουν. Μεῖναν; Πᾶν στὸν διάολον».

Θόδωρε Παλαιολόγε, δέσποτα τοῦ Μυτζηθρᾶ,
νύχτωσεν ἡ τρίτ’ ἡμέρα, νύχτωσε κ’ ἡ ἐλπίδα σου,
καὶ φλωριὰ καὶ σταυροφόρους τ’ ἀκριβοχαιρέτησες,
στὸ παλάτιον δὲν εἰσέβης κι ὁ λαὸς ἀρνήθη σε.
Ψευδοδέσποτα σὲ ὑβρίζουν καὶ ἀνάξιον σὲ καλοῦν,
καὶ φιλάργυρο προδότη, κλώζουν καὶ καταλαλοῦν.
Κι ὁ πρωτόπαπας τοῦ τόπου πάλιν ἐμεσίτεψεν,
καὶ τοὺς ἄπιστους γυρίζει, πείθει τοὺς ἀγύριστους
κι ἀλλαξοπροσωπισμένος ταπεινώθης στὸν λαό,
καὶ ὁρκίστης στὰ βαγγέλια κι ἄμωσες εἰς τὰ ἱερὰ
ἀϊδίως ν’ ἀνταγαπιέστε, στ’ ὄνομά του νὰ ἐνεργεῖς
κι ἀπὸ τὸν λαὸ κρυφάδην μὴν κρυφοστοχάζεσαι.

Κ’ εἷς ἐκ τῶν λογιωτάτων τῶν ἀνθρώπων τῶν σοφῶν,
τὴν γενειάδα του χαϊδεύει καὶ τὸ πράγμα μέτραγε:
«Τῆς Φραγκιᾶς ἡ ὁδὸς εἰς δύσιν, τῆς Τουρκιᾶς σ’ ἀνατολὴν…
τέτοιους δρόμους οἱ πρωτάρχοι, Γένος, σοῦ ἀπεργάζονται.
Ἀλλὰ ἐσὺ ἀναγυρεύεις τὴν ὁδὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ,
δὲν γιγνώσκεις ἀμὴ νιώθεις, κεῖ χτυπᾶ ἡ καρδία σου,
δὲν ἠξεύρεις, κεῖ τὰ πόδια μοναχὰ σὲ περπατοῦν,
δὲν θυμᾶσαι, σ’ ὁρμηνεύει τῆς λαλιᾶς σου ἡ φωνή».

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμδ΄

Η ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΚΑΒΑΛΑΡΗ

Χαλκάστραφτεν ὁ μαῦρος του σὰ δράκος χρυσαφένιος,
χαλκάστραφτε κι ὁ κύρης μου, ῥήγας παραμυθένιος,
καλλιάρματος, τετράξανθος καὶ δρακοκαβαλάρης!

Φόρειε ζωστάρι κόκκινο, φολιδωτὸ λωρίκι,
στὰ πόδια του ἁψηλὰ τζεγκιά, γλαυκὸ πανωλωρίκι,
κῦμα μαντὺ στὶς πλάτες του, βλαττὶ ἀκριβὸ φλογάτο.

Στὸ πλάϊ τὸ παραμήριν του κ’ ἡ σπάθα στὸ θηκάριν,
κυκλοσιδεροστέφανο κι ἀμφαλωτὸ σκουτάριν,
τὸ φλαμπουράκι ἀνέμιζε στοῦ κονταριοῦ τὴν λόγχη.

Κ’ ἐθώρας τον κατάφραχτον κι ὁλόγυρα κλεισμένον,
μπρούτζους, πετσιὰ καὶ σίδερα ὁλοῦθε σκεπασμένον,
στὴν κεφαλή του ἀσκέπαγος, κασσίδι δὲν ἐφόρει.

Ἡ λευκοχέρα ἡ μάνα μου βαστοῦσε τὸ κασσίδιν,
ποὺ εἶχε τουφίον ἄλικο κι ἁλυσωτὸ τραχήλιν,
κι ἀτσάλινο στραφτάλιζε σὰν τ’ ἀργυρὸ φεγγάριν.

Στὴν ἀγκαλιά μου τό ’σφιξεν, ψηλὰ ψηλὰ μ’ ἀσκώνει,
τ’ ἄγουρα χέρια τέντωσα κι ὁ κύρης χαμηλώνει,
κ’ ἔστεψα μ’ ἡλιοστέφανο τὸν δρακοκαβαλάρην.

«Σὰν μ’ ἔστεψεν ὁ ὑγιόκας μου, κύριος εἰμὶ τοῦ κόσμου!
Τὸν ἀμηρὰ ἔχω δοῦλο μου, τὸν Φράγκο λίζιό μου,
καὶ τὸν Ῥωμαῖο βασιλιὰ τρία σκαλιὰ πιὸ κάτω».

Τέτοια ποὺ στερνομίλησες στὸν γιόκα σου πατέρα,
κ’ εἴκοσι χρόνοι ἂς κύλησαν… δὲν λησμονῶ τὴν μέρα,
κι ὡς στὶς ὀχιὲς πορεύομαι, θυμοῦμαι σε κι ἀντρειεύομαι.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρμβ΄

ΗΕΡΙΗ – Η ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΜΑΝΑ

Σ’ ἀνήλιου σπήλιου τὸν βυθό, πέτρας ὁγρῆς κουφάλα
τὸν Τέκταφο ἐφυλάκισαν, τὸν ῥήγα τῶν Βωλίγγων.
Κι ὁ Δεριάδης πρόσταξεν κεῖ ἔρμος ν’ ἀργολειώσει,
νὰ τρώει ἀέραν πρόγευμα κι ἀέραν γιὰ τὸ δεῖπνο,
νά ’χει τὸν βράχο κούπα του, νὰ γλείφει τὸ πιοτό του,
νὰ τὸν θερίζ’ ἡ πείνα του, στὰ σκότη νὰ λιμάσσει.

Λαφίνα ἐπερπάτησε στοῦ σπήλιου τ’ ἄγριον στόμα,
στὴν Ἠερίην ὅμοιαζε, στοῦ αἰχμάλωτου τὴν κόρη.
Τοὺς ἀχαμνοὺς ἐσίμωσεν, τοὺς σερνικοὺς ζυγώνει,
ξέπνοη κλαίει καὶ δέεται, στὸ χῶμα μετανοιάζει.
Στοὺς φύλακας μονολογεῖ, μιλεῖ τῶν βλεπατόρων,
τὸν κύρη της πονεῖ νὰ ἰδεῖ, τὸν μισοπεθαμένο.

Σπλαχνίζονται οἱ φύλακες, λυγᾶνε οἱ βλεπατόροι
καὶ μεταξύ των ἔγνεψαν στὸ σπήλιο νὰ τρυπώσει.
Ἀμὴ πριχοῦ καὶ τραβηχτοῦν κι ὁ δρόμος λευτερώσει,
νυχόκορφα τὴν ἔψαξαν, τριπλοπασπάτεψάν την,
φαγὶν μὴ κρυφοκουβαλεῖ, κρασὶν μὴ κρυφοφέρνει,
κι ὡς κάμαν τόπον ἔδωσαν, στὸ λιθοκλούβι νά ’μπει.

Τὸ ἡμίφως εἰς τὴν πλάτη της, τὸ ἀπόφως ἐμπροστά της,
τὴν κεφαλὴ τοῦ κύρη της ἔστρωσε στὴν ποδιά της,
κι οὐδεὶς ἐμάθε ποὺ ἤτονε πέντε ἡμερῶ λεχώνα.
Κατέβασε τὸ ῥοῦχον της καὶ τὸ βυζὶ γυμνώνει,
κι ἀπόθεσε τὴν ῥώγα της στοῦ αἰχμάλωτου τὸ στόμα.
«Πατέρα τὸ σπολλάτη σου, γεννήθη σου τ’ ἀγγόνι».

Κ’ ἡ θυγατέρα γίνηκεν ἡ μάνα τοῦ κυροῦ της,
καὶ ὁ πατέρας γίνηκεν ὑγιὸς τῆς θυγατρός του.
Καὶ λίξουρος ἐβύζαινε κι ἀχόρταγος τραβοῦσε,
στὸ ἰσόνεκρό του τὸ κορμὶ πότιζε τὸ πιοτό της,
κι ἀντρείωνέ του τὴν καρδιά, τὰ μέλη ἀναζωγροῦσε,
κ’ ἔμπλεκ’ ἡ ἁλμύρα τῶν δακρυῶν γάλα γλυκὸ στ’ ἀχείλι.

Γεῖς τῶν φυλάκων τήραξεν, ὁ πλιὸν πονηρεμένος,
καὶ πρῶτ’ ἄλαλος σάστισε, τσιμπιότουν νὰ ἐξυπνήσει,
κ’ ὕστερις γοργοχούμηξε στὸ φῶς νὰ τήνε σύρει,
κι ἀπὸ τὴ βιάν, ὡς τράβηξεν, ἡ ῥώγα της ματώθη.
Νὰ κρύβουν το γὴ νὰ τὸ εἰποῦν; Κι ἂν τὶς τὸ μαρτυρήσει;
Ὁ ἥλιος γιά ὁ ἄνεμος γιά τῶν πουλιῶ ἡ φωνούλα;

Στὸν Δεριάδη στάθηκαν κι ὅλα τ’ ἀνιστορῆσαν,
κ’ ἐσκύβαν κ’ ἐγονάτιζαν καὶ τιμωριὰ προσμέναν,
ἂμ ὁ σκληρὸς μαλάκωσεν κι ὁ ἀγκρέμιστος γκρεμίστη,
κι ὁ ἀδάκρυτος ἐδάκρυσεν κ’ ἐτοῦτα παραγγέλει:
«Λάβετ’ ἀπ’ τὸ τραπέζι μου, τοῦ ὀχτροῦ μου δεῖπνο στρῶστε,
τέτοιο παιδὶ ποὺ ἀνάθρεψεν ἀξὸς ἔνι νὰ ζήσει!»

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρλγ΄

ΠΥΔΝΑ

Δυὸ νηὲς Μακεδονίτισσες, δυὸ νηόπανδρες κυράδες,
τοὺς σκοτωμένους περπατοῦν, τοὺς σκοτωμένους βλέπουν.
Κ’ ἦρθεν ὁ ἥλιος κ’ ἔδυσεν μὲς στὴν χρυσὴ πορφύρα,
κ’ ἐβούλισαν οἱ ἀχτίδες του στῶν Μακεδνῶν τὸ γαῖμα.
Κ’ εἶπεν ἡ πρώτη δίχως το ἡ ἄλλη ν’ ἀγροικήσει:
«Τὰ πορφυρὰ ἡλιογέρματα βάφουν χρυσὸ τὸ κῦμα,
μάτωσες ἄστρο Μακεδνὸ κ’ ἐχρύσωσες τὴν Πύδνα».
Κ’ εἶπεν ἡ ἄλλη δίχως το ἡ πρώτη ν’ ἀγροικήσει:
«Σὰν γέρνει ὁ ἥλιος πορφυρὸς χρυσώνεται τὸ κῦμα,
ἔδυσες ἄστρο Μακεδνὸ…
κ’ οἱ αἱμάτινες ἀχτίδες σου χρυσόσταξαν τὴν Πύδνα».
Κ’ ἦτον, Περδίκκα, τ’ ἄστρο σου πού ’χε μοιργιολογήσει!

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρκθ΄

ΠΑΤΡΙΣ, ΘΕΟΙ, ΕΣΤΙΑ

Τῇ φιλτάτῃ μητρὶ

Γλυκὺς ἔνι ὁ θάνατος κι ὁ πηγαιμὸς εἰς Ἅδην,
γλυκὰ τὰ δόντια τῶν Κηρῶν, τὸ πέραμα τοῦ Χάρου,
γλυκύς, μητέρα, ὁ πεθαμός, γλυκὺς κι ὁ ἄγριος φόνος.
Γλυκὺς ὁ κρότος τοῦ ἀτσαλιοῦ, τῶν σκουταριῶν ὁ βρόντος,
γλυκειὰ τοῦ ὀχτροῦ μου ἡ μάχαιρα, τὸ ξίφος τοῦ δοράτου,
καὶ τὸ μυτάριν τ’ ἀκοντιοῦ, τὰ νύχια τῆς σαγίτας,
τῶν μαύρων ὁ χλιμιντρισμὸς κι ὁ ὄχλος τῶν φουσσάτων.
Γλυκὺ καὶ τὸ ὀρδίνιασμα, τὸ ἔμπα τῶν ἀλλάγιων,
τὰ βούκινα κ’ οἱ σάλπιγγες, παραγγελιὲς καὶ διάτες,
τὸ βάλσιμον εἰς ἄρματα, δειλὰ σὰν λυκαυγίσει.
Ὅλα τοῦ Ἄρεως τὰ φριχτά, γλυκὰ θέλει φανοῦσιν
σ’ ἐτοῦτα σὰν δωρίσω την, τὴν ὑστερνὴ ἀναπνοιά μου.

Τὸ πρῶτον στὴν πατρίδα μου, τὴν ἅγια μου πατρίδα·
εἰς ὅσα ἡ φύσις ἔπλασεν κ’ ἐσμίλεψεν κι ἀργάστη
κι ἀνάστησεν κ’ ἐβλέπισεν κ’ ἐφύλαξεν καὶ γνοιάστη,
ὄντας ἡ ἀγήτρα τῶν θνητῶν καὶ τῆς ζωῆς τὸ κάστρον,
μὲ ἀλάθευτους τοὺς λογισμοὺς καὶ μὲ πιδέξιον χέρι.
Κ’ εἰς ὅλα ὅσα τὸ γένος μου ἐποίησεν κι ἀργάστη,
μὲ τῶν χεριῶν τὴν μπόρεση, μὲ τῆς καρδιᾶς τὴν φλόγα,
μὲ τὸν ἱδρώτα τῶν κορμιῶν, τὸν μόχτο τῶν πνευμάτων,
καὶ κυνηγὸς τῆς ἐμορφιᾶς ἀπ’ τοὺς λαοὺς γνωρίστη.

Τὸ δεύτερον εἰς τοὺς θεούς, τῶν οὐρανῶν τὰ γένη.
Πῶς ὁ παντέρμος ναυαγός, ὁ θαλασσοδαρμένος,
μὲς στὴν κρασάτη θάλασσα, χαμένος, ἀρμενίζει,
πότε γιὰ ὀλίγον χαίρεται, ὀκάτι σὰν ψαρεύει,
ἢ ἄμποτες μ’ ὕδωρ βρόχινον ἡ ἁψιά του δίψα σβήνει,
ἢ ὅταν οὔριος ὁ ἄνεμος φουσκώνει τὸ πανί του·
καὶ πότε κλαίει μισότρελος, ζητεῖ τὸ ν’ ἀποθάνει,
τσακίζονται τὰ μέλη του κι ὁ νοῦς του καταλυέται,
σάν, ἄπαυτα μερονυχτίς, τὲς θύελλες παλεύει,
ἢ σὰν τὴν βάρκαν ζώνουσιν ἀνθρωποφάγα ὀψάρια,
καὶ τότες ἔνι ὁποὺ τ’ ἀρκεῖ μιὰ θύμησις μονάχα,
τὸ σπίτι κ’ ἡ συμβία του, τ’ ἀγαπημένα τέκνα,
οἱ φίλοι κ’ οἱ γονέοι του καὶ τῆς στεριᾶς οἱ σκέψες,
κ’ εὐθὺς ὁ νοῦς γιατρεύεται, τὰ μέλη ξανανιώνουν,
καὶ τὴν καρδιὰ ποὺ ἐκιότεψεν, ζέστη γλυκειὰ ἀντρειώνει,
καὶ νηὰ ἐλπίδα τὸν κεντᾶ, λύσσα ζωῆς γιομώνει;
Ὅμοια ἡ ψυχὴ σὰν ναυαγεῖ στὸν πήλινο τὸν πόντο
καὶ ἀρμενίζει στὰ τυφλὰ καὶ αὐτολησμονιέται,
πότε γιὰ ὀλίγον χαίρεται, ὀκάτι σὰν κερδαίνει,
ἢ ὅταν τῆς τύχης οἱ πνοὲς φουσκώνουν τὸ πανί της,
καὶ πότε ἀποκαρδιώνεται, μωραίνεται, κιοτεύει
καὶ τὸν ἀγών’ ἀπαρατᾶ, ζητεῖ το νὰ βουλίσει,
κύματα οἱ πίκρες ὡς χτυποῦν, σπιλιάδες οἱ τυράγνιες,
καὶ τῆς ζωῆς τὰ βάσανα, βουλιάχτρες, σὰν τὴν πνίγουν.
Καὶ τότες ἔνι ὁποὺ ἀρκεῖ μιὰ θύμησις μονάχα,
τῶν ἀθανάτω ἡ δύναμις, τῶν ἀθανάτω ἡ δόξα,
πὼς εἶναι, πὼς εὑρίσκονται καὶ πὼς αἰώνια θάλλουν,
κ’ εὐθὺς νηὰ ἐλπίδα τὴν κεντᾶ, ζωὴν ξαναγιομώνει,
τὰ σπαθισμένα της φτερὰ νηὸς ἔρως τ’ ἀντρειώνει,
καὶ τὸ κορμί της γῆν πατεῖ, μ’ αὐτὴ ξανοίγει τ’ ἄστρο.
Κι ἄλλο ἔρμη δὲν πορεύεται, τυφλὴ δὲν ταξιδεύει
στῆς ἀθεΐας τὸν βοριᾶ, στῆς ἀθεΐας τὸν πάγο,
στῆς ἀθεΐας τὸν χέρσο ἀγρό, τὸν νεκρωμένον κάμπο.
Ὅτι τὸ ἄστρο τῶν θεῶν, ἥλιος εἶν τῶν ἀνθρώπων,
κ’ οἱ ἀχτίδες των ἐλπίδα μας καὶ ἡ θωριά των φῶς μας.

Τὸ τρίτον ἡ ἑστία μας, τὸ σεβαστό μας σπίτι
καὶ ἡ φωτιὰ καταμεσὶς ποὺ ὁλόγυρα φωτίζει,
καὶ φέγγει μας τὰ πρόσωπα, φέγγει κ’ εἰς τὲς καρδιές μας.
Μὰ κ’ ἡ φωτιὰ στὴν τέλειωσι τῆς στράτας ποὺ φωτίζει,
καὶ γύροθεν καθούμενοι νὰ σμείξουμε ἀνιμένουν
ὅσοι ἔζησαν κ’ οἱ τωρεσνοὶ κι ὅσοι νὰ γεννηθοῦσιν,
κι ὅσοι ὁμοῦ πετάξαμεν μὲς στῶν ψυχῶν τὰ σμάρια,
κι ὅσοι ὁμοῦ ἀράξαμεν στῶν κόσμων τοὺς λιμνιῶνες,
κι ἀπὸ τὸ γαῖμα τὸ θνητὸν θεῖος δεσμὸς ἐδέθη.
Πλέον, μητέρα, δὲν θὰ εἰπῶ, καλύτερον τὰ ἠξεύρεις,
ἔστοντας δέσποινα, κυρά, τοῦ οἴκου κυβερνήτρα.

Ταχιά, μητέρα, σὰν γερθῶ νὰ βγῶ νὰ πολεμήσω
τὸ σκοτεινὸ τὸ Ἰμπέριο, τὲς μαῦρες λεγεῶνες,
ὅλα τοῦ Ἄρεως τὰ φριχτά, γλυκὰ θέλει φανοῦσιν.
Τὸ βάλσιμον εἰς ἄρματα, δειλὰ σὰν λυκαυγίσει,
τὰ βούκινα κ’ οἱ σάλπιγγες, παραγγελιὲς καὶ διάτες.
Γλυκὺ καὶ τὸ ὀρδίνιασμα, τὸ ἔμπα τῶν ἀλλάγιων,
τῶν μαύρων ὁ χλιμιντρισμὸς κι ὁ ὄχλος τῶν φουσσάτων,
καὶ τὸ μυτάριν τ’ ἀκοντιοῦ, τὰ νύχια τῆς σαγίτας.
Γλυκειὰ τοῦ ὀχτροῦ μου ἡ μάχαιρα, τὸ ξίφος τοῦ δοράτου,
γλυκὺς ὁ κρότος τοῦ ἀτσαλιοῦ, τῶν σκουταριῶν ὁ βρόντος.
Γλυκύς, μητέρα, ὁ πεθαμός, γλυκὺς κι ὁ ἄγριος φόνος,
γλυκὰ τὰ δόντια τῶν Κηρῶν, τὸ πέραμα τοῦ Χάρου.
Γλυκὺς ἔνι ὁ θάνατος κι ὁ πηγαιμὸς εἰς Ἅδην.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριη΄

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟΝ ΤΟΥ ΠΑΤΙΣΑΧ

Ξημέρωμα, φθινόπωρον καὶ βράδυ τοῦ Σεπτέμβρη
καὶ ἡ Κωνσταντινούπολις σὰν ζωγραφιὰ κοιμᾶται.
Κοιμοῦνται τ’ ἀρχοντόσπιτα κ’ οἱ φτωχομαχαλάδες,
κοιμοῦνται τὰ πολλὰ τζαμιὰ ποὺ οἱ χότζες ντελαλίζουν,
καὶ τοῦ Βοσπόρου τὰ νερὰ τ’ ἀστέρια καθρεφτίζουν.
Κοιμοῦνται κι ὅλοι οἱ αὐλικοὶ μὲς στὸ γενὶ σεράϊ,
μὰ ὁ σουλτάνος ὁ Μεμέτ, στοιχειό, δὲν γαληνεύει.
Τρὶς σφάλισεν τὰ βλέφαρα καὶ τρὶς χλωμὸς πετάχτη·
τὴν μιὰ πετάχτη σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
τὴν τρίτη ἀσκώθη κάτασπρος, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι.
Ξύπνησε ἡ Ῥεθυμνιώτισσα ποὺ ἀγγελικὰ κοιμότουν
κι ἀνασηκώθη πλάϊν του, τὰ στήθη γυμνωμένα:
«Σουλτάνε μου τί τρώγει σε καὶ τί σὲ κατατρέχει;
Ποιοί ὀνειροδαίμονες σκληροὶ τὸν ὕπνο σοῦ ξορίζουν
καὶ μιὰ πετιέσαι σὰν πανί, τὴν ἄλλην σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος τὴν ὑστερνή, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι;
Ξήγα μου ποὺ ὀνειρεύεσαι, κομμάτι ν’ ἀλαφρώσεις».
Καὶ ὁ σουλτάνος ξήγησιν κινάει ἀλαφιασμένος:

«Εἰς τόπον ἄγριο κι ἄξενο μονάχος περπατοῦσα,
κλεισούραν ἀνεγνώριστη, παντέρημον δερβένι,
καὶ μ’ ἔτρωγ’ ἡ κουφόβρασις καὶ τὸ συννεφοκάμμα.
Χορτάρια κεῖ δὲν χλόϊζαν κι ἀνθοὶ δὲν εὐωδοῦσαν,
δέντρη δὲν ἰσκιοδρόσιζαν, αὖρες δὲ κρυοφυσοῦσαν,
γύρω ἁψηλὲς βραχοπλαγιές, τρόχαλοι καὶ στουρνάρια,
κ’ ἐπέρνα φιδογυριστὰ μιὰ φαγωμένη στράτα,
ὅλον μ’ ἀγκάθι στὶς ὀχθιές, λιθόστρωτο στὴ μέσιν.
Δὲν ξεύρω κεῖ ποὺ στέκομουν ὥρα νὰ λογαριάσω,
κι ἀλλιῶς ὁ χρόνος περπατεῖ κ’ εἰς τ’ ὄνειρον κυλάει,
κ’ εἶδα ἱππότη καὶ σπαχὴ καὶ μαῦρον καβαλάρη
κ’ ἦτον ὡσὰν νὰ ἐκέντρισε σκορπιὸς μὲς στὴν καρδιά μου.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
καὶ πλιότερον ποὺ ζύγωνε, κλεφτὰ συχνοτηροῦσα,
κι ὅσο τὸν καλοξέταζα, βαριὰ σεκλετιζόμουν.
Κοντάριν ἐκουβάλαγεν, μαῦρο πανὶ δεμένον,
μαῦρα σκουτιὰ ἐφόραγεν, μαῦρα καὶ τὰ χειρόκτια,
μαῦρο καὶ τὸ ζωνάριν του, μαῦρα καὶ τὰ τζεγκιά του,
κ’ ἡ ζάβα εἰς τὸ στῆθος του δαχτυλιδοϋφασμένη,
μὲ δαχτυλίδια ἀνθρωπινὰ χρυσαλυσοπλεγμένη.
Κ’ ἡ κάπα του πηχτὸς καπνός, διαβολεμένη ἀσβόλη,
σὰν τὴ νυχτιὰν ἐπλάκωνε τοῦ μαύρου τὰ καπούλια,
κ’ εἰς τόπο ἀπάγκιο ἀνέμιζεν καὶ ζωντανὴ ἐκυμάτει.
Κι ὁ μαῦρος του κατάφραγος, χαλκοφολιδωμένος,
χαλκοντυμένο κούτελον, χαλκοντυμένο στέρνο,
μαῦρο τουφὶ στὴν κεφαλή, μαῦρο τουφὶ γιὰ γένι,
τριπόδιζε ἀκαπίστρωτος κι ἀγριωπὸς χλιμίντρα,
κ’ ἐξέρναγεν τὰ χνῶτα του παγοκρουσταλλωμένα,
κι ἀπὸ τὸ πεταλόκρουσμα σειόταν ἡ λιθοστράτα.
Τ’ ἀλλόκοτο κασσίδιν του, στραφταλιστό, χαλκάτον,
μορφὲς θεργιῶν παράσταινε καὶ προτομὲς μιμότουν,
καὶ τὴν μορφὴ ποὺ ἐθώρας μιᾶς, δεύτερη δὲν φαινότουν.
Κ’ ἐτήραες λιοντοκεφαλή, τάχατες ποὺ βρυχᾶται,
καὶ λύκον ὅπου ξάσπριζε τὰ δόντια λυσσιασμένος,
ἀητόν, κυνηγογέρακα, κουφαροβόρο ἀγιούπα,
καὶ τράγο στριφτοκέρατον, κάπρον μὲ χαυλιοδόντες,
ῥῆσον καὶ ταυροκεφαλὴ καὶ δράκο ἀγκαθοχαίτην,
κι ἄλλα λογιῶν ποὺ σ’ ἔφερναν σύγκρυο καὶ κομμάρα.
Κ’ ἦτον ῥιχτὸ εἰς τὴν πλάτη του ξυλόφραγο σκουτάριν,
μαυρόθωρον, μυγδαλωτό, χαλκοστεφανωμένο,
μ’ ὀχιὰν ποὺ πτέρνα ἐδάγκωνε χρυσοζωγραφισμένο.
Κ’ ἐκρέμονταν, παράμηρα, εἰς σκαλιστὸ θηκάριν,
ἡ σπάθα του ἡ φαρμακερὴ καὶ ἡ γερτὴ κοπίδα,
στὴν σέλλα τὸ βαρδούκιν του, τ’ ἀκιδωτὸ ῥαβδίν του,
σαγιτοφόρο κούκουρον κι ἀνέσπλαχνο δοξάριν.
Κ’ ἐχρύσιζεν ἡ ἀρματωσιὰ κι ἀνέμιζαν τὰ μαῦρα,
σὰν μαυρονέρης ποταμὸς μὲ χρυσαφένιο κῦμα.
Ξάφνου τοῦ μαύρου ψιθυρᾶ κι ὁ μαῦρος κοκκαλώνει,
κ’ εἰς τὰ τρογύρα ἐβίγλιζεν κι ἀγνάντευε κ’ ἐρεύνα,
κι ὁμοιάζασιν τὰ μάτια του χρονῶν μύριων μυριάδων,
κι ὡς στράφη καὶ μ’ ἐκάρφωσαν, ῥουφῆξαν τὴν ψυχή μου
καὶ ἡ φωτιά των μ’ ἔκαψε κ’ ἔμειν’ ἀποκαΐδια.
Κι ὡς στάθη καὶ μ’ ὁμίλησεν τὸ θάρρος μου ἐστραγγίστη
κ’ ἦρθεν στὸν νοῦ μου σκοτεινιά, στὸν κόρφο πλακωμάρα.
-Χαῖρε σουλτάνε κυνηγέ, χαλίφη, πατισάχ μου!
Πῶς ξέκοψες τοῦ δρόμου σου, γυρνᾶς στὴν γειτονιά μου;
-Ξένε, σὰν πῶς γνωρίζεις με, καλεῖς τὰ ὀνόματά μου;
Μὴν εἶσαι ῥήγας ἢ ἀμηράς, γιὰ μπέης μὴν περνιέσαι;
-Δὲν εἶμαι ῥήγας κι ἀμηρὰς καὶ μπέης δὲν περνιέμαι,
μὸν σὰν κ’ ἐσένα κυνηγῶ καὶ κυνηγὸς λογιέμαι.
Δὲν κυνηγῶ δασῶν θεργιά, μηδὲ βουνῶν ἀγρίμια,
μὸν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνομαι κι ἀνθρώπους ξολοθρεύω,
κόβω τους, κονταρίζω τους, βαρῶ τους καὶ σαϊτεύω,
νεκρὰ τομάρια παρατῶ καὶ τὶς ψυχὲς ἁρπάχνω,
στὰ ὑπόγεια βιλαέτια μου, κλαιάμενες, τραβῶ τες,
κ’ εἰς τὰ σφερδουκλολείβαδα μολνῶ τες καὶ βοσκοῦσιν,
κι οὐδεὶς ἐσώθη οὐδέποτες, τοῦ κυνηγοῦ νὰ φύγει,
κι ἀπείτις ξεδιαλέξω τον, δὲν δύνεται νὰ γλύσει.
Κι ἐγὼ τότες ἀνέμυαλος, ἀνόγητα τοῦ κρένω:
-Κ’ εἰς ποῖο δάσος ἔτρεχες, εἰς ποιό βουνὸ ἐκυνήγας;
Κι ἂν τῶν ἀνθρώπων ῥίχνεσαι κι ἀνθρώπους ξολοθρεύεις,
θαρρῶ ἐδῶ στὴν ἐρημιὰ κυνήγιν δὲν θὰ εὕρεις,
κι ὥρα πολλὴ περιγυρνῶ κι ἄλλο ἄνθρωπο δὲν εἶδα.
-Σήμερον ἐκυνήγησα τὰ πιὸ καλὰ κυνήγια!
Δὲν ἐκυνήγουν στὰ βουνά, δὲν ἔτρεχα στὰ δάση,
μὸν στὶς ἁπλάδες κάλπαζα, στὸν κάμπον τῆς Βιέννης,
ποὺ ἦτον μιλιούνια ἡ Τουρκιά, Τατάροι κι Ὀθωμάνοι,
ποὺ ἦτον καὶ Καρὰ Μουσταφᾶς, ὁ μέγας σου βεζύρης.
Μὲ τοὺς Ἀψβούργους μάχονταν, τοὺς πολυπαντρεμένους,
καὶ τὸ καστρὶ τοὺς ἔκλειναν καὶ τὸ στενοχωροῦσαν,
κι ἀπάνωθε καὶ κάτωθε τοὺς καστροπολεμοῦσαν,
ἀπάνω ἡ γιανιτσαριά, κάτω οἱ λαγουμιτζῆδες.
Νὰ κουρσευτεῖ ἐκόντευεν, νὰ πέσει δὲν ἀργοῦσεν,
κι Ἀουστριακοὶ μὲ Σάξονες καὶ Βαυαροὺς φανῆκαν,
καὶ ἀντρειωμένοι Πολωνοί, τὴν ζώση νὰ λασκάρουν·
κ’ ἤλεγαν πρωτοστρατηγὸ τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
τὸν λέοντα τοῦ Λεχιστάν, τῶν Πολωνῶν τὸν ῥήγα.
Προτοῦ ῥοδίσει ἐμπλέξασιν φιλόχριστοι καὶ Τοῦρκοι,
κ’ ἔδωνε τὸ ἀσκέριν σου εἰς δυὸ μεριὲς πολέμους,
μπροστὰ τοῦ κάστρου τὴν φρουρὰ πολέμαε νὰ τινάξει,
καὶ τὴν πεζούρα τῶν ὀχτρῶν, στὴν πλάτη, νὰ βαστάξει.
Πορεύτη ὁ ἥλιος τὸ πρωΐν, πορεύτη μεσημέριν,
ἔφτασε καὶ τ’ ἀπόγιομα κι ὁ πόλεμος δὲν κρίθη.
Καὶ τότες ἀπὸ τ’ ἁψηλὰ κι ἀπὸ τοὺς λόφους πάνω,
ἀητοὶ μυριάδες κάλπασαν οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
καὶ τρεῖς χιλιάδες διαλεχτοὶ τὸ ἔμπα ὁδηγοῦσαν
κ’ εἶχαν τὸν ῥήγα κεφαλή, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην.
Κοντάρια, ἀτσάλι κι ἄλογα, φλάμπουρα καὶ φτεροῦγες
σὰν χείμαρρος πλημμύρισαν, σὰν κῦμα ἐσαρῶσαν,
κ’ ἐκομματιάσαν τὶς ζυγιές, σκορπίσαν τὶς ὀρτάδες,
ἐξέβησαν κ’ οἱ καστρινοὶ κι ὁλοῦθε τοὺς χτυποῦσαν,
κι ἂχ νά ’σουν ἀπὸ μιὰ μεριὰ νὰ τήραες τὸ κυνήγιν!
Κεῖνοι κορμιὰ ἐλάβωναν κι ἀνθρώπους ξετελειῶναν,
κ’ ἐγώ ’παιρνα στερνὲς πνοές, μαῦρες ψυχὲς μετροῦσα,
στὸν μαῦρο τὶς ἁλύσωνα, νὰ στερνοταξιδέψουν.
Τώρα τέλεψ’ ὁ πόλεμος, παύτη ὁ πολὺς ὁ φόνος
καὶ σέρνω ἀγώγι τοὺς νεκρούς, καρσὶ στὸν κάτω κόσμο.
Τὴν συμφορὰ ὡς ξιστόρησεν, θλιμμένος δῆθεν σιώπει,
κ’ ἐγὼ μετὰ πολλῆς ὀργῆς τοῦ δαίμονος ποκρίθην:
-Ψέμματα λέγεις ἄρχοντα, κάτι μὲ δοκιμάζεις
μὲ παραμύθια Χαλιμᾶς καὶ φτερωτοὺς χωσιάρους.
Νικιοῦνται οἱ γιανίτσαροι; Χάνοντ’ οἱ σιπαχῆδες;
Κ’ οἱ Βενετσιάνοι ἐμάθαν το, σὰν πάτησα τὴν Κρήτη,
κι ὅλ’ ἡ Εὐρώπ’ ἡ ἄπιστη ἐμὲ θὰ προσκυνήσει.
Δὲν εἶπεν… κ’ ἐμειδίασεν μὲ περισσὴ κακία,
τοῦ ἀλόγου του ψιθύρισεν καὶ τ’ ἄλογον προχώρει,
κ’ εἶδα τον ποὺ ξεμάκραινε κ’ ἔσβηνε καὶ χανότουν.
Ἔπειτα ὅλα ἡσύχασαν κ’ ἡ ἐρημιὰ βουβάθη,
κ’ ἐκράτει ἀλλόκοτη σιγὴ καὶ νεκρικὴ γαλήνη,
λὲς στραγγαλίστη ὁ ἄνεμος κ’ οἱ βράχοι ἐριγῆσαν,
λὲς καὶ τ’ ἀγριοξεράγκαθον πλιότερον ἐξεράθη!

Βουητὸ μακρόθε ἀκούγεται, καθάριον δυναμώνει,
σὰν ἁλυσῶν σουρσίματα, σὰν θρῆνοι ἀπὸ λαρύγγια,
φυσοῦν πνοὲς κατάκρυες, σουρίζουν σὰν ζουρνάδες,
σὰν νὰ βαροῦν οἱ μουσικοὶ καὶ οἱ μεχτὲρ μπασῆδες·
κι ἀπὰν στὴν φιδογύριστη καὶ φαγωμένη στράτα
διάφανο νέφος περπατεῖ καὶ κουρνιαχτὸς ζυγώνει.
Πίσω ἀπὸ βράχον ζάρωσα, λουφάζω φυλαγμένος,
κι ἀπόρουν πότε θὰ διαβεῖ, τὸ θαῦμα ν’ ἀντικρύσω.
Κι ὡς διάβη καὶ τ’ ἀντίκρυσα κι ὡς πρόβαλεν καὶ τό ’δα,
ἐκέρωσα σὰν τὸ κερί, χλώμιασα σὰν λεμόνι,
καὶ κάτασπρος μαρμάρωσα, σὰν τοῦ βουνοῦ τὸ χιόνι,
καὶ τρεῖς φορὲς λαχτάρησα καὶ ἄλλο δὲν κοιμοῦμαι».
«Καὶ τί ’τονε, Σουλτάνε μου, τὸ τρομερὸν ὁπού ’δες;»
«Τῶν ἀσωμάτων τὴν στρατειά, τῶν ἄσαρκων τ’ ἀσκέρι,
τῶν ποθαμένων, τῶν νεκρῶν, τῶν νεκροσκλαβωμένων,
φαντάσματα ὡσὰν καπνιά, φουσσάτο μὲς στὸ πούσι,
ἀτέλειωτοι παρέλαυναν, χιλιάδες καὶ μυριάδες.
Ἄλλοι βογγοῦσαν, σπάραζαν, γοερὰ μοιργιολογοῦσαν,
κι ἄλλοι βουβοὶ ἐβάδιζαν, μὲ μάτια ἀδειασμένα,
καὶ μερικοὶ μ’ ἐγνώρισαν καὶ πονεμένα μ’ εἶπαν:
-Σουλτάνε μου δὲν μᾶς μιλεῖς κι ἀπολησμόνησές μας;
Μεῖς εἴμεθα οἱ στρατιῶτες σου, οἱ κοσμογροικημένοι
ποὺ ἀπὸ τὴν Ἀνδριανούπολιν φύγαμεν στὸ σεφέρι
νὰ πάρουμε, χατήρι σου, τὸ κάστρον τῆς Βιέννης.
Μὰ ἐκεῖ χυθῆκαν πάνω μας οἱ φτερωτοὶ χωσιάροι,
ἀντάμα μὲ τὸν ῥήγα τους, τὸν Γιάννο τὸν Σομπιέσκην,
κι ἀντὶς νὰ πορευόμαστε τοῦ γυρισμοῦ τὸν δρόμο,
πεσκέσι μᾶς ἀπόστειλαν καρσὶ στὸν ἄλλον κόσμο».

(Κ’ ἔτσι ξαγρύπναες πατισὰχ καὶ πλιὸν δὲν ἐκοιμήθης,
κι ἀνίμενες τὴν χαραυγὴν εἴδησες καὶ μαντάτα.
Μορφὲς καὶ γέννες τῆς νυκτὸς τάχατες ποὺ ὀνειρεύτης;
Ἢ ἀληθῶς σ’ τὰ ἐμήνυσεν ὁ μαῦρος καβαλάρης
κι ὁ λέοντας τοῦ Λεχιστὰν κατέφθασεν μιντάτι,
κι ἀφάνισε τ’ ἀσκέριν σου στὴν πόρτα τῆς Βιέννης,
καὶ δὶς εἰς τὰ τειχιά της μπρὸς σουλτάνος ταπεινώθη.)