ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριστ΄

ΤΟ ΣΠΑΘΙ ΤΟΥ ΠΥΡΡΟΥ
(ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΑΤΣΑΛΙ)

Μὲ ποιά δεξιότη ἀλάθευτη, ποιά τέχνη γητεμένη,
ποὺ ἐδούλευαν ἡρώων σπαθιὰ παραμυθένια γένη,
μ’ ἀργάστη καὶ μ’ ἀνέστησεν σφυριοῦ – ἀμονιοῦ ἡ πάλη·
ποιό ξόρκι, σὰν μ’ ἐβάφτιζαν, ἀδιάλυτο εἶχαν ψάλλει;

Λαὸν δάμασ’ ἀρίφνητον, ὀχτροὺς ὅμοιους λιοντάρια,
καὶ ἁρμαθιὲς ἀπόστειλα στὸν Πλοῦτο παλληκάρια·
τοὺς ὀβολοὺς σοῦ αὐγάτισα, Χάρο περαματάρη,
κ’ ἡ δίψα ἐσβήστη τῶν Κηρῶν, μερώθ’ ἡ λύσσα τοῦ Ἄρη.

Στῆς Περσεφόνης τὸν δρυμὸ κάποτε σὰν πατήσεις,
τὸν Μαμερτίνον γίγαντα νὰ βρεῖς, νὰ τὸν ῥωτήσεις,
ποὺ τὸν Ἀητὸ ἀντροκάλεσεν, θρασὺς καὶ φαντασμένος,
κι ὡς ἴσκιος στοὺς ἀσφόδελους πλανιέται χωρισμένος!

Κ’ ἐκεῖνος θέλει ἀποκριθεῖ: «Χέρι, σπαθὶ ὡς κραδαίνει,
κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιον μαγικὸ τρανότερον δὲν δένει,
παρὰ ὡς ἀτσαλωθεῖ ἡ ψυχὴ καὶ ψυχωθεῖ τ’ ἀτσάλι,
κι ὡς σάρκα ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς τὸ μέταλλον θὰ πάλλει».

Διαφημίσεις
ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριε΄

ΡΕΣΑΛΤΟ

Στὴν πόλι μας ἐπλάκωσεν δρολάπι μανιασμένο,
ἐβούρκωσεν ἀποσπερίς, μεσάνυχτα καὶ βρέχει,
σμεῖξαν τ’ ἀγέρι κ’ ἡ βροχὴ κι ἀφηνιασμένα δέρνουν.
Δέρνουν καράβια τρίκροτα καὶ ἀχαμνὰ καΐκια,
δέρνουν τὶς ῥοῦγες τῶν φτωχῶν κι ὁσπίτια τῶν ἀρχόντων,
τῆς κεφαλῆς τὰ μέγαρα, τὸ κάστρο στὸν λιμνιώνα,
δέρνουν τρουλοκαμπαναριά, σταυρούς, ταφομνημούρια.
Τὰ καλντερίμια χείμαρροι καὶ οἱ ἀλάνες βάλτοι,
μήτε φωνὴ στὰ τρίστρατα καὶ φῶς εἰς τὰ χαγιάτια,
μόνε φωτίζουν οἱ ἀστραπὲς καὶ κλαίει τ’ ἀνεμοβρόχι.

Καὶ μέσα εἰς τὸ κρασοπωλειόν, στὴν φουμιστὴ ταβέρνα,
δὲν εἶναι μπόρα καὶ βροχήν, ἡ στιὰ γλυκὰ πυρώνει,
ἔρχονται, πᾶνε οἱ γέμορφες, κερνοῦν τοὺς χαροκόπους,
μὲ μπροῦσκα, μὲ γλυκόπιοτα, παληὰ καὶ γιοματάρια,
γυρνοῦν πανέρια τὰ ψωμνιά, τὰ φουρνιστὰ κοψίδια,
καὶ μυρωδάτος ὁ καπνὸς ἀπ’ τὰ τσιμπούκια βγαίνει.
Κ’ ἕνας ἐπρωτοκίνησεν κι ὅλοι σειριὰ ἀφηγιοῦνται.
Ἄλλος φηγιέται γι’ ἀερικά, γιὰ λάμιες καὶ γιὰ μόρες,
ἄλλος γυρεύει θησαυροὺς κι ἄλλος τοὺς δένει μάγια,
κι ἄλλος ταξίδια ἱστορεῖ καὶ θαύματ’ ἀπ’ ἀλάργου.
Γεῖς τῶν συντρόφων λέγει τους: «Ἐγὼ νὰ τραγουδῶ σας.
Δὲν τραγουδῶ γι’ ἀερικὰ καὶ θαύματ’ ἀπ’ ἀλάργου,
μὸν τὸ ῥεσάλτο τραγουδῶ, ποὺ ἐποῖκαν παλληκάρια,
κλέφτες καὶ πρωταρματολοὶ καὶ πολεμαφεντάδες
ποὺ ἐτρέμαν οἱ κουρσάτορες καὶ οἱ γενιτσὰρ ἀγάδες».
Κι ὅλοι τότες ἐσώπασαν, στὴν τάβλα του γυρίσαν!
Κ’ ἐκεῖνος κούπα γιόμισεν, κρασὶν ὀλίγο ἐγεύτη,
κ’ ἐταίριασεν τὴν λύρα του, τραγουδιστὰ διηγιέται:

– Στῆς Βόνιτσας τὴν ἀμμουδιὰ μιὰ λάντζα περιμένει.
Ποιούς ἔχει γιὰ τὸ πέραμα; Γιὰ μπάρκο ποιούς νὰ πάρει;
Στρατιῶτες κοντοζύγωναν, σολδάτοι Βενετσιάνοι,
μισοὶ δεξιά, μισοὶ ζερβὰ κ’ οἱ αἰχμάλωτοι στὴν μέσι.
Γυμνοὺς τοὺς πᾶνε ἀπ’ τ’ ἄρματα καὶ στὰ σκοινιὰ ντυμένους.
Μήτε γιὰ Τοῦρκοι φαίνονται, μήτε Φραγκολατίνοι,
μὸν ἀπ’ τὸ θώρι φαίνονταν Ἕλληνες ἀντρειωμένοι.
Σύρθηκα κάτω ἀπ’ τὰ κλαδιά, χώθηκα στ’ ἁρμυρίκια,
νὰ τοὺς γνωρίσω σὰν περνοῦν, νὰ ἰδῶ τους σὰν κοντεύουν,
κι ὡς πέρναγαν κι ὡς κόντευαν, εἶδα τοὺς καπετάνιους.
Τὸν βλάχο ἀπὸ τὰ Γιάννενα, τὸν Ἀγγελὴ Σουμίλα,
κι ἀπ’ τὴν Κατούνα ἐγνώρισα τὸν Πάνο τὸν Μεϊντάνη,
καὶ τὸ μικρὸ Χορμόπουλον ἀπ’ τ’ Ἄγραφ’ ἀκλουθάει.
Στὴ λάντζα τοὺς ἐκάθισαν, γιὰ τὴν γαλέρα λάμνουν,
δεμένους τοὺς ἐμπάρκαραν, δεμένους τοὺς συντάξαν,
δεμένους τοὺς κατέβασαν στὰ μουχλιασμέν’ ἀμπάρια,
νὰ ὑπάγουν τους στὴν Βενετιά, τοὺς κλέφτες νὰ δικάσουν.

Τὸ Ἰόνιο ἐβάλαν πρύμνη τους, τὸ Μοντενέγκρο πλώρη,
τὴν Δαλματία ὡς ξάνοιγαν ἐπέσαν σὲ καρτέρι,
τὸν πηγαιμὸ τοὺς ἔφραξεν μιὰ φούστα πὸ τ’ Ἀλγέρι:
«Γαλέρα δῶθε δὲν περνᾶς, πέρα δὲν ἀρμενίζεις,
τὸν Ἅγιο Μάρκο ξέχνα τον, τὴν Βενετιὰ λησμόνα.
Γαλέρα μαϊνάρισε, στὴν μπάντα νὰ πλευρίσω,
νὰ πάρω τοὺς εὐγενικοὺς γιὰ τὰ χρυσὰ τζεκίνια,
νὰ πάρω καὶ τοὺς ταπεινούς, στοὺς πάγκους ν’ ἁλυσώσω».
Καὶ ἡ γαλέρα ἐφρύαξεν, φαρμακερὰ ποκρίθη:
«Φούστα δὲν παραδίνομαι, φούστα δὲν μαϊνάρω,
τὸν Ἅγιο Μάρκο δὲν ξεχνῶ, στὴν Βενετιὰ ἀρμενίζω,
νὰ φύγω παραμέρισε, στάσου καὶ πολεμῶ σε».
Ῥίχν’ ἡ γαλέρα μιὰ φωτιά, τὸ πέλαγο καπνίστη,
κ’ ἡ φούστα δυὸ τῆς ἔριξεν καὶ κρύφτη ἀπὸ τὰ νέφη.
«Κουπιά μου ἄλλο μὴ λάμνετε, λατίνια κατεβεῖτε,
κάλλιον δοῦλοι στὰ κάτεργα, κάλλιον χαλκὰ στὰ πόδια,
παρὰ στὸν ἄμμον τοῦ βυθοῦ, νὰ μᾶς δειπνοῦν τὰ ψάρια».

Οἱ αἰχμάλωτοι ἀκουρμαίνονταν στὰ μουχλιασμέν’ ἀμπάρια,
ναυτόπουλον ἐθώρησαν, στὰ φωναχτὰ ῥωτοῦσιν:
«Πόλεμος ἄναψε, μωρέ, μὲ τόπια καὶ μὲ βόλια;
Τάχα φουρτούνα δέρνει μας, τὸ πλοῖον νὰ βουλιάξει;
Βροντάγει καὶ ταρακουνᾶ κ’ ἡ μπούλμπερη μᾶς πνίγει,
ναυτόπουλε μολόγα μας, χανόμεθα γιά ζοῦμε;»
«Ἀλιά μας, ἐπιαστήκαμεν τῶν μπαρμπαρέσων πρέζα!»
Τότε ὁ Μεϊντάνης μίλησε, στὸν ναύτην ὁρμηνεύει:
«Μήνα τοῦ κυβερνήτη σου νὰ μᾶς ἐλευθερώσει
πριχοῦ σιμώσουν οἱ ὀχτροὶ τ’ ἄρματα νὰ μᾶς δώσει,
στὰ χέρια νὰ τὰ παίξουμε, νὰ τὰ ζωστοῦμε πάλι,
νὰ θαλασσομαχήσουμε τοῦ πέλαου τὸ τσακάλι.
Κι ὅσα τ’ ἀργάστη ὁ διάολος, καλὸς θεὸς δὲν στρέχει,
κι ἂν θέλει το κι ὁμογνωμεῖ, στὸν πόλεμον συντρέχει».
Ἔτρεξε τὸ ναυτόπουλον, τὰ λέει τοῦ κυβερνήτη,
κι ὁ κυβερνήτης ἔστερξεν, τοὺς κλέφτες λευτερώνει
καὶ τ’ ἄρματα, ὁποὺ κράταγεν, μὲ τὸ γοργὸν γυρίζει,
κ’ εὐθὺς στὰ χέρια ὡς τά ’παιξαν κι ὡς τὰ ζωστῆκαν πάλι,
ἀρματωμένοι ἔμορφα στοὺς ἥλιους ἐφανῆκαν,
κι ἀπόμερα ἡσύχαζαν, τὴν φούστα νὰ προσμένουν.

«Σίμωσε φούστα, σίμωσε, στὴν μπάντα νὰ πλευρίσεις».
Κροτάει ξερὴ μιὰ μπαταριά, πλαγιάσαν τρεῖς λεβέντες!
Μ’ ἀλαλαγμοὺς πετάχτηκαν, μὲ πιστολιὲς πηδῆξαν,
καὶ μὲς στὴ φούστα ὡς πάτησαν τὶς σπάθες τους γυμνῶσαν,
τοὺς μυσαροὺς κουρσάρηδες λεπίδι νὰ περάσουν.
Κόβει Ἀραπάδες ὁ Ἀγγελὴς καὶ Τούρκους ὁ Μεϊντάνης,
κόβει καὶ τὸ Χορμόπουλον σωρὸ τοὺς Μαυριτάνους.
Κ’ οἱ Βενετσιάνοι ὡς νόγησαν στὸ φονικὸ λιοντάρια,
τὸν λιόντα στὴν παντιέρα τους, τὸν φτερωτό, ντραπῆκαν
κ’ ἐθάρρεψαν κ’ ἐκάρδιωσαν: «Τ’ ἄρματα στὴν κουβέρτα»,
κ’ εἰς τὸ ῥεσάλτο χύθηκαν, στοὺς κλέφτες καταπόδι.
Σκίζουν τζεκούρια, κροῦν σπαθιά, στιλέτα στιλετώνουν,
γεύονται σάρκα οἱ κονταριές, σφυρᾶ καυτὸ μολύβι,
κ’ οἱ μπαρμπαρέσοι στρώνονται μὲ γένεια ματωμένα.
Καὶ ὁ ῥεῒς ἐσκιάχτηκεν, προστάζει τοὺς λεβέντες:
«Λεβέντες ῥίχτε τὰ σπαθιά, τὸν βιόν σας λυπηθεῖτε,
κάλλιον δοῦλοι στὰ κάτεργα, κάλλιον χαλκὰ στὰ πόδια,
παρὰ στὸν ἄμμον τοῦ βυθοῦ, νὰ μᾶς δειπνοῦν τὰ ψάρια».
Βροντῆξαν χάμω τὰ σπαθιά, τὴν κεφαλὴ κρεμάσαν,
κ’ οἱ Βενετοὶ ὡς ἀλάλαξαν, τὴν ὄψιν τους ἐχάσαν.

«Καράβια δυὸ ἀγνάντεψα κ’ εἰς τὸν λιμνιώνα μπαίνουν,
γαλέρα Βενετσιάνικη σέρνει φούστ’ ἀπ’ τ’ Ἀλγέρι,
θρήνους μακρόθεν ἀγροικῶ, Βερβέρικες κατάρες,
κι ὁ κυβερνήτης συντροφιὰ μὲ τρία παλληκάρια».
Μετὰ ὁποὺ ξεμπάρκαραν καὶ γῆς ὅταν ἐπιάσαν,
ὁ κυβερνήτης ἔπεμψε γραφὴν τῆς γερουσίας.
Μ’ ἔμορφα λόγι’ ἁπλώνει τα, καλλίγραφα ξηγᾶ τα,
τὶς ἀντρειωσύνες ἱστορεῖ, παινέματ’ ἀραδιάζει,
καὶ τοὺς αἰχμάλωτους Γραικοὺς βγάζει πολεμιστάδες.
Τ’ ἀνέγνωσεν ἡ γερουσιά, τ’ ἀνέγνωσεν κι ὁ δόγης,
τὰ κρίματα τοὺς σχώρεσαν, κατηγοριὲς τοὺς σβῆσαν,
κι ἀπ’ τὰ κιτάπια ξέγραψαν τὰ ποὺ καταλαλοῦσαν.
Κτήματα τοὺς ἐχάρισαν κι ὀφίκια ζηλεμένα,
κ’ εἰς ὄχθρητες μελλούμενες βοηθοὺς τοὺς λογαριάζαν.

«Ποιοί ’ναι οἱ Γραικοὶ ποὺ σάλπαραν στ’ ἅη Μάρκου τὴν ἀρμάδα
κ’ εἰς τὰ συμβούλια φαίνονται τ’ ἀρχόντου Μοροζίνι,
κάστρα κ’ ἐνέργειες μελετοῦν καὶ σηκωμοὺς γυρεύουν;»
«Ὁ βλάχος ἀπ’ τὰ Γιάννενα, ὁ Ἀγγελὴς Σουμίλας
καὶ τῆς Κατούνας ὁ ἀητός, ὁ Πάνος ὁ Μεϊντάνης,
καὶ τὸ μικρὸ Χορμόπουλον ἀπ’ τ’ Ἄγραφ’ ἀκλουθάει.
Κλέφτες καὶ πρωταρματολοὶ καὶ πολεμαφεντάδες
ὁποὺ ὁ δόγης τοὺς τιμᾶ καὶ σέβονται οἱ δουκάδες,
ποὺ τρέμουν οἱ ῥεΐζηδες καὶ οἱ γενιτσὰρ ἀγάδες…» –

Τέτοια νὰ λέει δὲν χόρταινε, ὣς νὰ μερώσ’ ἡ μπόρα,
ἡ ὁμήγυρις στὸ καπηλειόν, στὴν φουμιστὴ ταβέρνα.
Κ’ ἡ στιὰ γλυκὰ ἐπύρωνεν κ’ οἱ γέμορφες κερνοῦσαν,
τὰ μπροῦσκα, τὰ γλυκόπιοτα, παληὰ καὶ γιοματάρια,
καὶ μυρωδάτος ὁ καπνὸς ἔβγαιν’ ἀπ’ τὰ τσιμπούκια,
κι ἀπ’ ὄξ’ ὅλα τὰ ἔδερνε δρολάπι μανιασμένο,
κ’ ἦσαν βουβὰ τὰ τρίστρατα κι ἄφωτα τὰ χαγιάτια,
κ’ ἤλαμπαν μόνον οἱ ἀστραπὲς κ’ ἔκλαιε τ’ ἀνεμοβρόχι.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ριγ΄

Ο ΒΙΓΛΑΤΩΡ

Ἀπάνω εἰς τὸ λευκὸ χαρτὶ μαῦρο μελάνι ἁπλώθη,
μελάνι βάφτη ὁ οὐρανὸς κ’ ἡ μέραν ἐνυχτώθη.
Τῶν προμαχώνω ἀναμεσὶς οἱ ἀγέρηδες σουρίζουν,
βροντοῦν πορτοπαράθυρα, φλάμπουρα πλανταγίζουν.
Τὰ δέντρη ἐγυμνώθησαν, φύλλα χρυσὰ σκορποῦσιν,
κ’ οἱ μαῦροι μὲς στοὺς στάβλους των μὲ νεῦρον χλιμιντροῦσιν.
Στάλες ἀριές, στάλες βαρειές, ἐνότισεν τὸ χῶμα,
κι ἀπὸ τ’ ὀλίγον ἄνοιξε τῶν οὐρανῶν τὸ πῶμα.
Αὐλάκια καὶ νεροσυρμές, μὸν χαλασμὸς γροικιέται,
κι ἀπ’ τῆς βροχῆς τὸν σάλαγον ὁ ἀχὸς τοῦ τόπου σβηέται.
Κάτω στὸν κάμπ’ ὁ ποταμὸς φουσκώνει, κατεβάζει,
θεργιὸν στοῦ κάστρου τὴν ποδιὰν ἀφρίζει κι ἀνταριάζει.
Γδέρνει τὲς ἀκροποταμιές, τὲς καλαμιὲς βουρλίζει,
ἐθόλωσέν του τὸ νερὸ κι ὡς δράκοντας μουγκρίζει.
Κι ἀντίπερα κι ἀντίνακρα τῶν ἄπιστων οἱ τόποι,
τῶν Σαρακήνων τὰ χωριά, μωαμέτηδες ἀνθρῶποι.
Κι ὅλα ὁ βιγλάτωρ τὰ τηρᾶ κ’ εἰς τὸ κοντάριν γέρνει,
στὴν κάπα του μαζεύεται, βροχὴ νὰ μὴ τὸν παίρνει.
Πότε τοῦ νοῦ του χάνεται καὶ πότε στ’ ἀγριοκαίρι,
τὸν πόλεμον ἀνιστορεῖ ποὺ ἐκάμαν καλοκαίρι.
Φουσσάτα καὶ μονόκουρσα στὴν χώραν ὅπου ἐμπαῖναν
κ’ οἱ ἀκρίτες, σὰν ἀγερικά, κατόπι τοὺς ἐπαῖρναν.
Κι ἀγέλες ὡς ἐσκόρπιζαν, τὸ κοῦρσος νὰ γυρέψουν,
τῶν χαραμήδων ῥίχνονταν σειριά, νὰ μακελέψουν.
Κ’ ὕστερα ὁμάδι ἐχύνονταν, πού ’σαν τσαντιρωμένοι,
κ’ οἱ ἀμηράδες στὰ φαριὰ ἐφεῦγαν ντροπιασμένοι.
Κ’ οἱ Ἀραβίδες σκιάζονταν τ’ ἀκριτικὰ λεοντάρια
μὲ τετραπίθαμα σπαθιά, μὲ τρεῖς ὀργυιὲς κοντάρια.
Σὲ τέτοια ὁ νοῦς δρασκέλαγεν, στῆς βίγλας τὸ πατάρι,
– καὶ μὲς στὴν μπόρα ἐγυάλιζεν τὸ γκρίζο δυναμάρι –
κ’ ἤλεγεν «Θέλημα θεοῦ ἡ Ῥωμανία νὰ μείνει,
τῆς Πόλης τὸ κηφηναριὸν ἂς τρώγει καὶ ἂς πίνει.
Τὸ μῆλον πέρα ἀπ’ τὴ μηλιὰν καμμιὰ φορὰ κυλάει,
τῶν μισανθρώπων ἡ γενιὰ φιλάνθρωπη γεννάει.
Μόνο ἡ ἐλπίδα μὴν χαθεῖ κι ὁ κόσμος νὰ κρατιέται,
κι ὁ ἀνθὸς ὁ μοσχομύριστος στὴν κοπριὰ βαστιέται».

Ἡ Ῥωμανία ἐπέρασεν, πάρθη καὶ καταλύθη,
τῶν ἀκριτῶν τὸ πάλεμα δὲν ἀπολησμονήθη.
Χρόνοι, καιροὶ κ’ ἔτη πολλὰ κ’ αἰῶνες στοὺς αἰῶνες,
κάστρο ἄπαρτο θ’ ἀντροκαλεῖ τοὺς Ἕλλενους σ’ ἀγῶνες.
Ὅτι καὶ τώρα στὲς καρδιὲς μαῦρο μελάνι ἁπλώθη,
μισάνθρωπο κηφηναριὸν στὸν κόσμον ἐτρανώθη
καὶ χαραμῆδες γιόμισεν κ’ ἡ μέραν ἐνυχτώθη.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρια΄

CHEF D’ ESTRADIOTS

Πέρα, στὶς Φράγκινες αὐλές, στῆς Βενετιᾶς τὶς κοῦρτες,
στρατιώτης διάγει καὶ περνᾶ, τῶν στρατιωτῶν αὐθέντης.
Στὸν πόλεμον ῥογεύεται, σ’ ἀργίαν ἀπολνιέται,
κ’ οἱ πρωτογέροι τὸν τιμοῦν καὶ γι’ ἄρχοντας περνιέται.
Καὶ σὲ μιᾶς σκόλης μάζωξιν ἔσμειξεν μὲ κυράδες,
κι ὡς Διόνυσος, ἐφάνταζεν, μὲ σμάρι ἀπὸ μαινάδες.
Τρισεύγενα γλυκομιλεῖ, φηγιέται ἀντρειγιωσύνες,
κ’ οἱ δοῦλες νηὲς λιγώνονται κ’ οἱ ἀρχοντοποῦλες λειώνουν,
κι ἀνασαλεύουν οἱ καρδιὲς στὰ φουσκωμένα στήθη,
κι ὀπίσω ἀπ’ τὶς βεντάλιες τους γλυκογελοῦν καὶ λέγουν:
«Ἔχει δρολάπι στὴν ματιά». «Μὲ καίει, γυμνὴ λαμπάδα».
«Μνέει ἡ ἐμορφιά του στὶς καρδιὲς ὄνειρα καὶ λιακάδα».
«Μοιάζ’ ἡ ἑλικιά του τὸ σπαθί». «Περπατησιὰ λιοντάρι».
«Τὸ σέντζιο τῆς ἀγάπης του ὡς κάστρον νὰ μὲ πάρει».
Μὰ κεῖνος ἐμαραίνοταν καὶ πικροτυραγνιόταν.

-Στρατιώτη πῶς μαραίνεσαι, σὰν τὸν ἀνθὸ στὴ λάβρα;
Κουρτέσα μὴν ἀγάπησες καὶ στέκει ψηλωμένα;
Πρωτόγερου κόρη ἀκριβὴ καὶ μονοθυγατέρα;
Ποθεῖς κοράσι τρυφερὸ τὴν φλόγα σου κι ἀρνήθη;
Τοῦ ἔρωτα μελιβάπτιστα ξιφάρια σ’ ἐκεντῆσαν;
-Ἡ Ἀμμόχωστος κουρσεύτηκεν, Τοῦρκοι τὴν ἐπατῆσαν!

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρι΄

Ο ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΟΥ

Ποιός ἦτον ὅπου ἐφύτρωσεν τὰ νέφια στὴν λιακάδα,
φυλάκισεν τὰ ἡλιάχτιδα κ’ ἐσκότισαν τὰ οὐράνια,
κατωκλονίστη ὁ Τάρταρος κι ἀπανωσείστη ὁ τόπος,
σάλεψεν κι ἀναδεύτ’ ἡ γῆς καὶ τὸ λειβάδι ἐσχίστη,
κ’ εἰδώθη σπηλιοβάραθρον καὶ χάσμα καὶ κατώγι,
κατέβη τὸ βοσκόπουλον, ὁ Γύγης ὁ τσομπάνος,
κ’ ηὗρε ἄλογο χαλκόχυτον, μέσα κουφαλιασμένον,
κ’ ηὗρε γιγάντου σκελετὸν στὸ κοῦφος σωριασμένον,
μὲ δαχτυλίδι ὁλόχρυσον στὸ κοκκαλένιο χέρι,
καὶ τὸν νεκρὸν ἐγύμνωσε, τὸ δαχτυλίδιν κλέβει,
τὸ μελετᾶ, τὸ χαίρεται, στὸ δάχτυλον περνᾶ το,
κι ὡς φόρησέν το ἐμάζεψε καὶ ταιριαστὸν τοῦ μείνη;

Κι ὡς σώθη ὁ μήνας ὁ παληός, τοῦ νηοῦ τὸ πρῶτο βράδυ,
ποὺ οἱ πιστικοὶ συνάζονται, τὴν στιὰ γυροκυκλώνουν,
μετροῦν τὸ βιὸς τοῦ βασιλιᾶ, κοπάδια λογαριάζουν,
ἂν λείπεται, ἂν αὐγάτισεν, ἂν στέκει ὡσὰν βρισκότουν,
τοῦ Γύγη ποιός μουρμούρισεν, δίχως νὰ νιώσει τοῦ ’πεν,
τῆς πέτρας τοῦ δαχτυλιδιοῦ νὰ στρίψει τὸ καστόνι;
Πρὸς τὴν μεριά του τό ’στριβεν, ἄφαντος ἐπερνιότουν,
κι ἀνάστροφα ὡς τὸ γύριζεν, τὸ πάλιν ἐφαινότουν.
Κι ὡς μάθεν τοῦ δαχτυλιδιοῦ τὴν μαγεμένη χάριν,
τὸν ἄγουρο ποιός φούντωσεν μὲς στῶν φλογῶν τὸ φέγγος
σὲ γέρους κι ἄντρες μπρὸς νὰ βγεῖ, σὰν ἄντρας νὰ ζητήσει;
«Ἐγὼ νὰ πάω στοῦ βασιλιᾶ, τὸ βιός του ν’ ἀναφέρω».

Κ’ εἰς τοῦ Κανδαύλη ὡς φάνηκεν, λογαριασμὸν νὰ φέρει,
κεῖνον σὰν ποιός ἐγήτεψεν, τὸν Γύγη ν’ ἀγαπήσει,
καὶ τὴν ἀγκλίτσ’ ἀπίθωσεν στὴν στάνη νὰ σκεβρώνει
κι ἀμφίστομο κοντόσπαθον στέριωσε στὴν ζωστρή του;
Καλυβιαραῖος ἤτονε, παλατιανὸς ἐγίνη,
κι ἀπὸ προβατοφύλακας ἐχρίστη ῥηγοφύλαξ.
Κ’ ἔπειτα ποιός τὸν τύφλωσε καὶ τά ’χασε ὁ Κανδαύλης,
καὶ τοῦ Δασκύλου τὸ παιδὶ ξεδιάντροπα ὁρμηνεύει;
«Κ’ οἱ λόγοι σὰν δὲν πείθουν σε, τὰ μάτια θὰ πιστέψουν,
σάν, τὴν κυρά σου θὰ χαρεῖς κι ὁλόγυμνη χορτάσεις!
Κι ὁ γδικιωμὸς τῆς ῥήγισσας μὴν σὲ μεταμελήσει,
καὶ σὲ κρυψώναν μπάζω σε κι ἀνείδωτος θωρᾶς την».

Κι ὡς λαίμαργα κατάτρωγεν τῆς ῥήγισσας τὴν γύμνια,
ποιός πῆρεν τοῦ δαχτυλιδιοῦ τὴν μαγεμένη χάριν
κ’ εἶδε τον ποὺ ξεγλίστραγεν, στὰ σπλάχνα φαρμακώθη,
κι ὁλονυχτὶς κουβέντιαζαν μὲ τὴν ὀργὴ συντρόφοι;
Κι ὡς κάλεσε, τὴν μαύρη αὐγή, τὸν Γύγη νὰ δικάσει,
κ’ εἰς τὴν παλάμη τοῦ ’κλεισεν τὴν ἄσπλαχνη λεπίδα,
«Ἢ στὸν λαιμό σου πέρνα το ἢ τοῦ Κανδαύλη κόψε»,
τὴν γνώμη ποιός πολέμησεν νὰ σκοτωθεῖ ἀτός του
κ’ ἐβάρυνε στὴν ζυγαριὰ τὸν φόνο τοῦ ἀφεντός του;
Καὶ τέλος ποιός τὸν θράσυνε κ’ ἔσφαξε τὸν Κανδαύλη,
σ’ αἱμάτου θρόνο ἐκάθισεν, αἱμάτου ῥάβδο ἐπῆρεν,
σ’ αἱμάτου κλίνη ἐπλάγιασεν τοῦ βασιλιᾶ τὸ ταίρι;

Ἐγὼ ποὺ τὰ σοφίστηκα κ’ ἐγέλασα τὸν Γύγη.
Ἐγώ, ὁ δαίμων, τὸ στοιχειὸ πού ’ναι στὸ δαχτυλίδι!
Μὲ τὸν χρυσὸ σᾶς κυβερνῶ, κοῦρσος βαρὺ σᾶς παίρνω,
σ’ ἅλυσους χρυσοκρίκωτους, σκλάβους πικρούς, σᾶς σέρνω.
Μὲ τὸν χρυσὸ σᾶς ξέκοψα, τ’ ἀνθρωπινὸ κοπάδι,
τρίσβαθα σᾶς ξεμάκρυνα στῆς νύχτας τὸ πηγάδι.
Στὶς κοῦπες μου γλυκοκερνῶ τὸ γαῖμα τῶν καρδιῶν σας,
σὲ μαῦρες τάβλες γεύομαι τὴν σάρκα τῶν ψυχῶν σας.
Τὰ οὐρλιαχτά σας κ’ οἱ ὀδυρμοὶ τραγούδια μὲ γλεντίζουν,
τ’ ἄθλια ποὺ καμώνεστε, πολλὰ μὲ ξεκαρδίζουν.
Γύρω μοσχοβολίζει με, ὁ βοῦρκος ποὺ ξερνᾶτε,
τὰ ψεύτικα ὡς ὀρέγεστε, τὰ μάταια ὡς λαχταρᾶτε.
Τὸ γένος τὸ ἡρωϊκὸν μὲ λύσσα πολεμεῖτε,
καὶ τὴν χρυσήν σας ἅλυση, καμαρωτοί, κρατεῖτε.
Κ’ ἔχω τὴν γῆ κονάκι μου, κῆπο μου καὶ φυτεύω,
μαντρί μου γιὰ νὰ κυνηγῶ, στέρνα μου νὰ ψαρεύω.
Νὰ βόσκου οἱ νεκροζώντανοι κ’ ἐμὲ νὰ προσκυνοῦσιν,
αἰώνια νὰ πεθαίνουσιν κι αἰώνια νὰ μὲ ζοῦσιν.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρθ΄

ΤΟ ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΤΟΥ ΑΡΓΕΙΟΥ

Ἔφεξε αὐγούλα λιόφωτη, χαρὰ θεοῦ ἡμέραν
κι ὁ βασιλεὺς τῆς Ἄγγλιας, τῆς Ἀλβιῶνος ῥήγας,
κατέβη κ’ ἐσεργιάνιζεν στοῦ παλατιοῦ τοὺς κήπους.
Πουλ’ εἶδεν ξωμερίτικο καὶ θαλασσοφερμένο.
«Πουλάκι μου ὡριοφτέρουγον τάχα πόθεν μᾶς ἦρθες;»
Ὡς ἄνθρωπος ὁμίλησεν καὶ τοῦ ῥηγὸς ποκρίθη.
«Ἀπ’ τὴν Εὐρώπη ἐπέταξα κ’ εἰς τὴν Φραγκιὰ φωλιάζω,
τὸ πέλαγον ἐπέρασα, τῆς Μάγχης τὸ κανάλι,
τὰ δόλια ποὺ σοῦ πλέκονται νὰ σοῦ τὰ μαρτυρήσω
καὶ μαῦρα ὀφίδια ζώνουν σε καὶ μήτε ποὺ νογᾶς το,
κι ὁ βασιλέας τῆς Φραγκιᾶς φουσσάτον ἀρματώνει,
νὰ σοῦ πατήσει, βούλεται, τὸ κάστρον τῆς Βολώνης».

Κι ὁ ῥήγας ὡς τὰ γροίκησεν, λυπήθη κ’ ἐταράχτη
κ’ ἐβάλθη κ’ ἐστοχάζονταν, στὸν νοῦ του κλωθογύρνα.
«Τίνος νὰ δώσω τὰ κλειδιά, τὸ κάστρον νὰ φυλάξει;
Νὰ στείλω σαγιτάριους καὶ δορυδρεπανάτους,
καὶ κοντοτιέρους Ἰταλούς, Σπανοὺς ἀρκεβουζιέρους,
νὰ στείλω κι ἀπ’ τοὺς Ἕλληνους κι ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες.
Σύρτε, μηνύστε τοῦ Θωμᾶ π’ ὁρίζει τοὺς Ναυπλιῶτες,
τὴν κάτω χώρα δίνω του, τοῦ κάστρου τὸν λιμνιώναν,
καὶ καστελλάν’ ὁρίζω τον στὴν κάτω τὴν Βολώνη,
ἀπὸ τοῦ Φράγκου τὸ σπαθὶ νὰ μοῦ τήνε βλεπίσει».

Τὰ κάτεργα φορτώνουσι, δικούβερτα γαλιόνια,
τ’ ἀμπάρια μὲ γεννήματα, μὲ χρεῖες τοῦ πολέμου,
τὴν Μάγχη θαλασσοπερνοῦν κι ἀράζουν στὸν λιμνιώναν.
Πνίγη ὁ τόπος στ’ ἄρματα, φεγγοβολάει στ’ ἀτσάλι.
Στὶς βίγλες οἱ βιγλάτορες, στὶς τάπιες βαρδιατόροι,
κ’ οἱ στρατιῶτες τοῦ Θωμᾶ στοὺς μαύρους καβαλάροι.
Στοὺς κάμπους μπαινοβγαίνουσιν, χτυποῦν, ἀντροκαλίζουν
κι ὡς ἀλογόμυγα κακιὰ τὸ ἄλογον κεντρίζουν,
καὶ τὸν ὀχτρὸν παιδεύουσιν, τὸν ξαγρυπνοῦν στὴν ἔγνοια.

Ἀνθρώπους του ξαπέστειλεν εἰς τῶν ὀχτρῶν τὰ μέρη.
-Σὰν τί ’δατε, ἀκράνηδες, κι ὁ Φράγκος ἀπεργάστη;
-Σὰν τί νὰ ἰδοῦμε κάπο μας καὶ καπετὰν Θωμᾶ μας;
Τὰ κάστρα θέλουν φοδιαστεῖ καὶ θέλουν δυναμώσει,
καὶ τὴν ἡμέραν πό ’ρχεται καὶ ποὺ θὰ ξημερώσει
ἀπ’ τὴν Φραγκούπολιν κινᾶ πολέμου καραβάνι,
καβαλαρία κατάφραχτη κι ἁμάξια φορτωμένα.
-Καβαλικέψτε τ’ ἄλογα, χουφτῶστε τὰ κοντάρια,
πάρτε ματζούκια καὶ ῥαβδιά, τὶς πάλες σας ζωστεῖτε,
νὰ πᾶμε νὰ ὑπαντήσουμε τοὺς σιδεροντυμένους,
κι ἂν ἔχουσιν τ’ ἀνάκαρα, τότες νὰ μετρηθοῦμε.
Στὰ βουρκοτόπια ἐτέντωσαν, ἡμερινὸν καρτέρι,
στρατεύματα προσμένουσιν, στρατεύματα δὲν ἦρθαν.
Μὲς στὴν ἀχάραγη νυχτιὰν οἱ βάρδιες τοὺς ξυπνοῦνε,
κλαγγὲς καὶ χλιμιντρίσματα τὸ χάραμα ἀκοῦνε,
κι ὁ ἥλιος ὡς καλόφεξεν στρατεύματα ξανοῖξαν,
καβαλαρία κατάφραχτη κι ἀτσαλοσκεπασμένη.
Φράχτης θανάτου, ἐμαύριζαν, κατάβαρα κοντάρια,
ἥλιος μικρός, στραφτάλιζεν, ἡ ἀντιφεγγιὰ ἀπ’ τ’ ἀτσάλι,
κι ἀντικρυστὰ ὡς ἐτάχθησαν ἱππότες καὶ στρατιῶτες,
ἕνας στὸν ἄλλον χαλασμὸν νὰ δώσουν μελετοῦσαν,
οἱ Ἕλληνοι, συνάρματοι, πενήντα πεντακόσιοι,
κ’ οἱ Φράγκοι τόσοι ἔμοιαζαν καὶ ἀποπάνω τόσοι.
Πῆρε κεφάλιν ὁ Θωμᾶς στοὺς ἄντρες νὰ μιλήσει:

« Συντρόφοι μου τὰ ξεύρετε, πατριῶτες μου τὰ ζεῖτε,
ἡ μοίρα ποῦ μᾶς ξέβρασεν καὶ τῆς σκλαβιᾶς οἱ στράτες,
στοῦ ἥλιου τὰ βασιλέμματα, στὸ σύνορον τοῦ κόσμου,
στοῦ ξένου ῥήγα μισταρκοί, νὰ ξενοπολεμοῦμεν.
Πλούτη καὶ βιὸς δὲν φέραμε, παρὰ τὴν ἀντρειωσύνη,
κ’ ἡ ἀντρειωσύν’ εἶναι κυρὰ καὶ δὲν πισωδρομάει,
κι ἂν πιότεροί μας φαίνονται, ἐμεῖς πιὸ καρδιωμένοι,
κι ἂν ῥοῦχ’ ἀτσάλινα φοροῦν, ἀτσάλι τὰ κορμιά μας,
καὶ τῶν Ἑλλήνων τὰ παιδιὰ βαρβάρους δὲν τρομάζουν.
Δεῖχτε πολέμου μαστοριάν, θάρρος, πιδεξιοσύνην,
νά ’χει νὰ λέγει το ἡ Φραγκιά, νὰ τὸ μιλᾶ ἡ Εὐρώπη
κ’ εἰς ὅσους δέρν’ ἡ θάλασσα πέρα νὰ τραγουδιέται,
κι ὁ βασιλεὺς τῆς Ἄγγλιας νὰ τό ’χει νὰ παινιέται,
νὰ τὸ γνωρίσουν, νὰ τὸ εἰποῦν, νὰ τὸ παραδεχτοῦσιν
πὼς Ἕλληνες δὲν ἔλειψαν καὶ ἡ σποριὰ δὲν σώθη.
Μὲ γαῖμα μαῦρο κι ἁλμυρὸν ὁ ἄμμος ἂς βαλτώσει,
νὰ κεραστοῦν τὰ κύματα κι ὁ ἀφρὸς νὰ πορφυρώσει».

Κι ὡς εἶπ’ ὅλοι τὸν κάπο τους πολλὰ τὸν καμαρῶσαν.
Τὴν συντροφία χώρισεν, δυὸ ἀλλάγια τὴν ἐποῖκεν,
προστάζει τοῦ Ἐλεάζαρου ὁπού ’χεν φλαμπουριάρην.
«Ἐγὼ ῥίχνομαι πρόσωπο κ’ ἐσὺ φέρε τους γύρον,
κι ὅσον ἐμὲ θὰ πολεμοῦν τὴν πλάτη νὰ τοὺς πάρεις».
Κ’ οἱ στρατιῶτες φτέρνισαν, χυθῆκαν σὰν σπιλιάδα,
καὶ στὰ κοντάρια τὰ πανιά, φλογάτα, πλανταγίζαν.
Γοργοθεργιεύτη κ’ ἡ Φραγκιὰ σὰν ἀτσαλένιο κῦμα,
κι ἀπὸ τὸν βροντοκαλπασμὸν ἡ στέρια γῆς τραντάχτη.
Ἐχύμηξεν καὶ ὁ Θωμᾶς, ἀκράτητος μπροστάρης.
Τὸν πρῶτον ἐκοντάρισεν, χαμαὶ τόνε τινάζει,
τὸν δεύτερον ἐπλάγιασε, τσακίστη τὸ κοντάριν,
τὴν πάλα ξεθηκάρωσεν καὶ μὲ τὸν ὄχλον σμείχτη.
Κι ὡς ἔκρουσαν κ’ ἐφίλησαν κ’ ἕνας τὸν ἄλλον δέχτη,
οἱ Φράγκοι δὲν τοὺς βάστηξαν κ’ ἡ φάλαγγα ῥαγίστη,
κι ἄρχεται ὁμάδι ὁ σκοτωμὸς κι ἀνάκατα ὁ φόνος.
Κόβουν, τρυποῦν καὶ σφάζονται, ῥαντίζονται τὸ γαῖμα,
στενάζουν, πονοκαρτεροῦν, τ’ ἀχείλιν τους δαγκώνουν,
μιὰ στάλα δὲν πισωπατοῦν, μιὰ σπιθαμὴ δὲν δώνουν,
λύκος μὲ ταῦρον μάχονται, θανατοαγκαλιασμένοι.
Σὰν τὸν καιρὸ τοῦ Δαναοῦ, εἰς τ’ Ἄργους μπρὸς τὰ τείχη,
λύκος μὲ ταῦρο ἐπάλεσαν, ξενόφερτος τὸν ντόπιον,
κι ὁ λύκος ὡς ἐκράτησεν ὁ Δαναὸς θαρρεύτη,
καὶ τὸν Γελάνωρ’ ἔδιωξεν, ξένος, τὸν ντόπιο ῥήγα.

Καβαλαραῖοι τὸν Θωμᾶν ἀναμεσὶς τὸν βάλαν,
δεξιά, ζερβὰ τὸν πλεύρισαν, γιὰ νὰ τόνε σουβλίσουν,
κι ὡς κονταροχαμήλωσαν, ῥιχτῆκαν μανισμένοι.
Κ’ ἕνας κεντᾶ τον στὸ μερὶ κι ἄλλος κεντᾶ τὸν μαῦρον,
κι ὁ μαῦρος ἤτονε γοργός, βαρβάτος κι ἀναμμένος,
στὸ λάβωμα δὲν γονατᾶ, τ’ ἀτσάλι δὲν λυγᾶ τον,
καὶ τ’ ἀφεντός του τὴν ψυχὴ τοῦ Χάρου δὲν τὴν δώνει,
κι ἀκέριον βγάζει ἀπ’ τ’ ἄπονα τὰ κονταροξιφάρια.

Καὶ τότες στ’ ἀνεπάντεχα κι ἀπρόσμενα καὶ ξάφνου
τὸ φλάμπουρον ξεπρόβαλε, τ’ ἀλλάγιον φανερώθη,
κ’ ἔπεσ’ ὁ Ἐλεάζαρος κ’ ἐπῆρεν τους τὴν πλάτη,
κι ὡς ἔνιωσαν τὸ ἔμπα του κ’ ἡ μηχανὴ καμώθη,
πίσω κ’ ἐμπρὸς δὲν βάστηξαν μέτωπον νὰ κρατοῦσιν,
κ’ ἡ ὀρδινιά τους σκόρπισεν κ’ ἐστράφηκαν στ’ ἀνάντιον.
Δρομοῦν στὸν ἄμμον τὸν βαρύ, δρομοῦν στὰ βουρκοτόπια,
κι ἀπ’ τ’ ἄλογα γκρεμίζονται καὶ καταγῆς βροντοῦσιν,
νὰ πολεμοῦν δὲν δύνενται, σιδεροπλακωμένοι.
Κι ἄλλοι παίρνοντ’ αἰχμάλωτοι κι ἄλλοι θανατωμένοι,
κι ἄλλοι πρὸς τὴν Φραγκούπολιν κρύβοντ’ ἀλαφιασμένοι.
«Ἀνοῖχτε οἱ πορτοφύλακες, ἀνοῖχτε οἱ βαρδιατόροι,
κ’ οἱ τοῦ Θωμᾶ προφταίνουν μας κι, ἀλιά, γοργοσιμώνουν,
πό ’χουν κοντάρια δυὸ ν’ ὀργυιές, κυρτὲς ζώνονται πάλες,
σκούφους καστόρινους φοροῦν, στοιχειὰ καβαλικεύουν,
κατέχουν καὶ τεχνάσματα, μύριους τοῦ Ἄρη δόλους,
κ’ εἰς τὴν ἀντρειὰ ψόγον οὐδεὶς νὰ τοὺς καταλαλήσει.
Μ’ αὐτοὺς στὰ χέρια ἤρθαμεν στοῦ φονικοῦ τὴν ἅψι,
στὸν ἐμπασμὸ καλπάσαμεν περφανοκορδωμένοι,
κ’ εἰς τὸ φευγιὸν μὲ κλάμματα, σκυφτοὶ πισωκοιτώντα.
Τριάντα καὶ πέντε στρώσαμεν, λαβώσαμεν σαράντα,
καὶ τῶν δικῶν μας οἱ μισοὶ νεκροὶ καὶ λαβωμένοι».

«Ἀνοῖχτε οἱ πορτοφύλακες, ἀνοῖχτε οἱ βαρδιατόροι,
κ’ οἱ τοῦ Θωμᾶ κατέφθασαν στὸ κάστρον τῆς Βολώνης,
πό ’χουν κοντάρια δυὸ ν’ ὀργυιές, κυρτὲς ζώνονται πάλες,
σκούφους καστόρινους φοροῦν, στοιχειὰ καβαλικεύουν,
κατέχουν καὶ τεχνάσματα, μύριους τοῦ Ἄρη δόλους,
κ’ εἰς τὴν ἀντρειὰ ψόγον οὐδεὶς νὰ τοὺς καταλαλήσει.
Πλήθια κουρσέψαν λάφυρα καὶ καραβάνι’ ἁμάξια,
ζωοτροφὲς καὶ ἄρματα καὶ χρεῖες τοῦ πολέμου,
λουμπάρδες κι ἀρκεβούζια καὶ μπαρουτοβαρέλες,
καὶ ἄλογα κατάφραχτα καὶ τριάντα ζωγρεμένους.
Τοὺς Φράγκους κατακλείδωσαν καὶ πυργομανταλῶσαν».

Καὶ νικηφόροι ὡς διάβησαν, πολλὰ τοὺς καμαρῶσαν,
καὶ βουργησαῖοι καὶ στρατὸς ὁμοῦ τοὺς τραγουδοῦσιν,
τὰ χέρια σφίγγουν δυνατά, χτυποῦνε τους στὴν πλάτη,
καὶ γιὰ τὸν πόλεμον ῥωτοῦν, τοὺς Φράγκους χωρατεύουν,
μὰ πλιότερον στὰ χείλη τους κ’ εἰς τῶν πολλῶν τὸ στόμα
«Θωμᾶς» ἀκοῦς καὶ λέγεται, «Θωμᾶς» καὶ μαρτυριέται!
Κι ὁ βασιλεὺς τῆς Ἄγγλιας χαίρεται καὶ παινιέται.
Ἀνοίγει τὶς κασέλες του, τὰ θησαυροκελλάρια,
καὶ τὰ πουγκιὰ τῶν Ναυπλιωτῶν μὲ λίρες τὰ φουσκώνει.
Κ’ εἰς τὸν Θωμᾶ ποὺ ἐκέρδισεν γιὰ ἐλόγου του τὴ νίκην,
μιστὸ γερὸ τὸν ἔκοψεν καὶ περισσὸ λογάριν,
καὶ μὲς στοὺς πρωτοστρατηγοὺς τὸν κάπο λογαριάζει.

Ἐτοῦτα τ’ ἄξια ἐκάμασιν μιὰ χούφτ’ ἀπὸ στρατιῶτες,
ὁ καπετάνιος ὁ Θωμᾶς κ’ οἱ πρόσφυγες Ναυπλιῶτες,
κ’ ἐσεῖς ποὺ τ’ ἀναγνώθετε παράδειγμα θωρᾶτε,
κείνους νὰ μνημονεύετε κ’ ἐμένα νὰ κερνᾶτε.

ΗΡΩΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

ρη΄

Η ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΝΙΚΙΟΥ

Ἔδειχν’ ὁ Συρακούσιος, φούσκωνε καὶ καυχιότουν.
«Θαυμάστε ἀσπίδα πορφυρή, χρυσόφαντο σκουτάρι,
ποὺ ἔφραχν’ εἰς τὸν πόλεμο τὸν στρατηγὸ Νικία.
Κεῖνος κακοθανάτισεν, κουρσεύτη τὸ σκουτάρι,
μὲς στὸ ἱερὸ νὰ φαίνεται, τῆς πόλης μας πλουμίδι,
νὰ λέει πῶς βλάστησεν ἡ ἀντρειά, πῶς ἄνθισε τὸ κλέος».

Κι ὡς ξέβημεν ἀπ’ τὰ ἱερά, στὰ πρῶτα στενορύμια,
προύχοντας περιλάλητος, μεσοδρομίς, λαχαίνει.
Διαλαλητὲς γνωρίζουν τον, ῥαβδοῦχοι τὸν σημαίνουν,
σκουτάτοι κοντομάχαιροι, τρογύρα, τόνε ζώνουν.
Κι ὡς ὅλοι τόπον ἔδωναν, τοῦ Συρακούσιου λέγω.
«Μὲς στὸ ἱερὸ κι ἂν φαίνεται, τῆς πόλης σας πλουμίδι,
σὰν δὲν ποτίζεται ἡ ἀντρειά, μαραίνεται τὸ κλέος.
Κόλλα στὸν τοῖχον, ἄνθρωπε, νὰ πορευτεῖ ὁ Ῥωμαῖος».