ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τὸ καθρέφτισμα τοῦ ναρκίσσου

σιδ΄

Ὁ ἥλιος ἔβρεχε φωτιά, πύρωνε τὴν παληὰ μονή,
πέρα τ’ ἀρχαῖα ἐχρύσιζαν, μ’ αἴγλη θεϊκὴ γελοῦσαν!
Ἀλλοῦ τὰ μάτια ἐθαύμαζαν, τὴν ἄλλη ὄχθη μετροῦσαν,
χέρι μ’ ἀλαφρονάγγιξε, βροντᾷ τοῦ ἡγούμενου ἡ φωνή.

«Γυιέ μου, ἀντίκρυ μὴ σταθῇς, κεῖ ’ναι ῥηγᾶτο ξωτικῶν,
θὰ σ’ ἀμποδέσουν μὲ γητειὲς κι’ ἀγαληνὰ θὰ σβήνῃς.
Τρέφοντ’ ἀθάνατη ψυχή, θὰ σὲ πυργώσουν γιὰ θεόν,
θὰ νιώθῃς νηὸς καὶ λεύτερος, ἀμὴ φριχτὰ θὰ φθίνῃς».

Λυκόφως βάρκαν ἔλυσα καὶ λυκαυγὴ τὴν βρῆκα,
ἦταν ξανθὴ λευκόσαρκη κι’ εἶχε ἀγαλμάτινο κορμί,
κάθε παληὸ ἐλησμόνησα κι’ ἤπια τὴν κάθε ἡδονή,
τὶς μέρες παίζαμε γυμνοί, τὰ βράδια ἐστάζαν γλύκα.

Μιὰ ἡμέρα μόνος ἔγειρα στὴν λίμνη νὰ καθρεφτιστῶ.
«Νερά, δεῖξτε μου δύναμι, δεῖξτε μου κι’ εὐτυχία!
Δεῖξτε μου γνῶσι, λευτεριά, δεῖξτε πὼς ὅλα τὰ μπορῶ!»
Θλῖψις καὶ μῖσος κι’ ἄβυσσος, λέπρα καὶ δυσωδία.

Advertisements
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ «ἄφωνος»

σιγ΄

Παντέρμο τὸ νεοκλασσικό, νυχτιὰ κι’ ἀνάλαφρα φυσᾷ,
στὸ ἀντικρυστὸν ἀλσύλλιο σταθμεύω μοναχός μου.
Τὸ πήγαιν’ ἔλα ἰχνηλατῶ, τρεῖς ἑβδομάδες στὴν σκοπιά,
ὅλοι τὸν ξέρουν «ὁ ἄφωνος» στὸν βοῦρκο τοῦ ὑποκόσμου.

Ἡ μῦγ’ αὐτὸς ἡ ἀράχνη ἐγώ, ἐγὼ ἀητὸς κεῖνος λαγός,
φίδι τὸν ζώνω, ποντικός, γυρεύω νὰ δαγκώσω.
Τὸν γύρω κόσμον ἔσβησα, σκοτάδι, μόνο ἐγὼ κι’ αὐτός,
μόλις τὸν πλέξω στὸν ἱστὸν ἀγρίως θὰ τὸν γραπώσω.

Θὰ ἔσπειρε τὸν θάνατον, ἀπόψε Κύριος οἶδε,
τὸ ἑρπετὸ ὁ ναρκέμπορος, ἐφιάλτες γιὰ ὄνειρα πωλεῖ…
Στὴν πόρτα κοντοστάθη, νά, παίζει στὴν χοῦφτα τὸ κλειδί,
δὲν ξεκλειδώνει, ἐδῶ κοιτᾷ; Πανάθεμά τον, μ’ εἶδε;

Κι’ ἡ φρίκη ἀμόλευτη χυμᾷ, μουδιάζει τὸ μυαλό μου,
καὶ τρέμοντας γοργόσκυψα, ζύγιζα τ’ ὅπλ’ ὣς τὴν αὐγή.
Γιατ’ εἶδα μιὰ στὸ ξύπνιο μου καὶ μύριες στ’ ὄνειρό μου
ποὺ τὸν ἀγέρα ὠσμίστηκεν… ἡ γλῶσσα του διχαλωτή!

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Πρώτη σκηνὴ παραμυθιοῦ

σ΄

Ὁ ἥλιος ἐβασίλευσεν, ἡ πλάσις ἐνυχτώθη,
ἀστροεσπάρη ὁ οὐρανός, σκότος στὴν γῆν ἁπλώθη.
Δειπνοῦσιν οἱ οἰκοκύρηδες, γέρνουσι καὶ κοιμιῶνται,
ἔνε ἀδειανὰ τὰ τρίστρατα, οἱ ὁδοὶ δὲν περπατιῶνται.
Ἐδείπνησε ἡ κυρὰ μαμμή, δὲν γέρνει, δὲν κοιμᾶται,
στὸ παραγώνιν ἀγρυπνᾷ, πλέκει καὶ συλλογᾶται.
Βροντοχτυπᾷ ἡ θύρα της, τ’ ὁσπίτι ὅλον ἐσείσθη,
τὸ πλέκειν ἀπαράτησε, τὴν θύραν ἵν’ ἀνοίξῃ.
Κι’ ὅντες τὴν θύραν ἄνοιξε κι’ εἶδε τὸν ἐβροντοῦσε
σκιασθεῖσα ὀπισωπάτησεν ὡς κεῖνος προχωροῦσε.
Κατώφλι τὸ ἐδρασκέλισε κι’ ἔσκυψε ἵνα χωρέσῃ,
θηόρατος στάθη κι’ ἀγριοειδὴς εἰς τοῦ ὁσπιτιοῦ τὴν μέσι.
Ἀνδρὸς βουνίσιου εἶχε θωριά, μαλλιὰ σγουροπλεγμένα,
κι’ ἐχύνοντο ἐκ τὸ πρόσωπο, χείμαῤῥος, τ’ ἄγρια γένεια.
Κακὸς ἀέρας γύρω του καὶ τὴν καρδιὰν ἐκέντα,
λαφῖνα ποὺ ἀκρουμαίνετον χωσιὰ θεριοῦ στὰ δέντρα.
Τὰ ὀμμάτια ἐφέγγαν μοχτηρὰ στῆς ἄβυσσος τὰ βάτα,
γιομᾶτ’ ἀμόλευτο κακὸ καὶ πονηριὰ γιομᾶτα.
Κι’ εὐθὺς ὅντες ὡμίλησε, φωνὴ χονδρὴ ἐβγῆκε,
κι’ ἔγεμε ζόφο ἀνάχτιδον, βραδέως τῆς γραίας εἶπε:
«Κυρὰ μαμμὴ νὰ ὑπάγωμε, στ’ ὁσπίτι μου νὰ ὁρίσῃς,
γυναῖκα μου κοιλοπονεῖ, νὰ τήνε ξεγεννήσῃς…»

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸν κὺρ Ἀρσένιον Μελισσηνὸν καὶ τοὺς τριακοσίους ἀκρίτας

ρϞε΄

Ἀρσένιος ὁ ἐνίκησεν τὰ στίφη τῶν λιμνόθεν,
στοιχειὰ ὁποὺ δὲν ἔκοπταν τ’ ἀνθρωπινὰ σπαθία,
κι’ ὁποὺ μὲ γαῖμα ἐχόρταιναν ὡς ἤρχοντο νυχτόθεν,
κι’ ἐπάθαν ζῷα κι’ ἄνθρωποι κι’ ἡ γῆ χέρσα ἐρημία.

Συνάζει ἀρχόντους καὶ σοφούς, μηνᾷ εἰς τὰ μοναστήρια,
μάντες καὶ μάϊσσες προσκαλεῖ, χαλδαίους κι’ ἀγυρτολόγι·
περγαμηνὰς τοῦ ἀπήγγειλαν, θαύματα γνώθει μύρια,
ἀμὴ δὲν ἦσαν γιατρικὰ καὶ σωτηρίας λόγοι.

Τὲς ἀλουστῖνες τῶν κρηνῶν ἐγύρεψε νὰ μάθῃ
ἂν ἔνε ξόρκιν ἢ γητειὰ π’ ἀγερικὸν σκοτώνει.
«Βοτάνιν λάβε κι’ ἀνὲ πιῇς θρέφει ζωὴ τὴν σπάθη,
θάνατον δών’ εἰς τὸ στοιχειὸν μὰ ὡς τὸ κηρὶν σὲ λειώνει».

Τρακόσιοι ἀκρῖτες στέκουν τον, τὴν ξήγησιν φηγήθη,
κι’ ὅλοι ἄσπρο πάτον ἔπιαν το, κινοῦν σιδηρωμένοι.
Τρεῖς νύχτες στοιχειοπολεμοῦν, κροῦν τὰ μοβόρα πλήθη,
κι’ Ἀρσένιος κόπτει τὸ στερνὸ κι’ ἐδῶ, στερνός, πεθαίνει.

Καὶ αὖθι ἡ λίμν’ ἡ σκοτεινή, πό ’χε ἀστρινὸ στεφάνι,
μπλέχτη μὲ φυκοκαλαμιά, τὰ ὕδατα ἐβουρκῶσαν.
Κι’ οἱ ἔζων λιμνοτρόγυρα, πρῶτοι κι’ ὁμοῦ βιλᾶνοι,
τοῦ Ἀρσένη καὶ τῶν ἀκριτῶν μνημούριν ἐσηκῶσαν.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα

ρϞ

Γονάτισεν ἡ ῥήγισσα, γυμνὴ σκυφτὴ προσμένει,
στὸν τράχηλό της πέφτουνε, δεξιόζερβα, σπαθιά,
τὰ γαλατένια μέλη της μὲ δαχτυλιὲς λερά,
κι’ ἔξω κουρσεύει ὁ θάνατος κι’ ἄγρια ἡ φωτιὰ παχαίνει.

Ἰδοὺ ζυγώνει ὁ πορθητής, ὁ ἄρχος τῶν βαρβάρων,
καὶ λυκοτόμαρο μαντὺ στοὺς ὤμους της περνᾷ.
«Σήκω ἀπάνου ῥήγισσα, μὲ τὴ σκληρὴ καρδιά,
θὰ ἐλεοῦσα ἂν ἔστεργες γυναῖκα νὰ σὲ πάρω».

«Δὲν εἶναι πόρν’ ἡ ῥήγισσα σὲ φύλαρχον ἀγροῖκο
ποὺ βόσκει σὰν τετράποδο κι’ ὅλο χαμοθωρεῖ,
εἶναι μητέρα τοῦ λαοῦ, στὰ σκότη τὸ κερί,
χρυσάλυσις ποὺ δένει τον μὲ τ’ οὐρανοῦ τὸν οἶκο.

Στοχάσου πρὶν στὰ στήθη μου τ’ ἀτσάλι σου βυθίσῃς,
προσκύνησέ με δοῦλος μου καὶ γίνου μαθητής,
θὰ σὲ διδάξω, βάρβαρε, πῶς τ’ ἄστρη νὰ θωρῇς,
πῶς ἀπ’ ἀγέλες κι’ ἀχαμνοὺς κάστρη νὰ κυβερνήσῃς».

Θρασαύχενη τὴν θαύμασε, στοὺς λόγους ηὗρε τάξι,
κι’ ὥρισε τὸν γραμματικὸ τὴν μαρτυρία νὰ πῇ,
«μεγάθυμος», «φιλεύσπλαγχνος», «χαρίσας τὴν ζωή»,
κι’ ἔπειτ’ ἀλάργεψε ὁ φονηὰς μάλαμμα νὰ συνάξῃ.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ γέρων δράκος

ροα΄

Πυρὴν ἡ παράδοσις -389- τοῦ Ν. Γ. Πολίτη

Τὴν Ἄνδρον εἰς τὰ πρῶτα της δρακόντοι κατοικοῦσαν,
ἀνοῖγαν τὲς φτεροῦγες των καὶ θηόρατοι ἐπετοῦσαν.
Ἐβούταγαν ἀπ’ τὲς κορφές, μπαῖναν στὰ σπηληοκάστρη,
τὸν ἥλιον ἐστιγμάτιζαν, τὴν νύχτα ἐκρύβαν τ’ ἄστρη.
Βέλη χρυσᾶ, βέλη ἀργυρᾶ, βέλη πυῤῥὰ καὶ μαῦρα,
ἠξέρναγαν γλῶσσες φωτιᾶς, τὴν χώρα ἔῤῥαιναν λάβρα.
Χύνοντο πάνωθε τῆς γῆς κι’ ἐτρέχαν τῶν κυμάτων,
κι’ ἥσκιοι ψηλάθε στοίχειωναν, κατάτρεχαν τὰ κάτω.
Ἀμὴ τ’ ἀργάζεται ὁ καιρός, τὰ προχωρεῖ ἡ φύσις,
κι’ ἔτσι ἡ γενηά των φύρανε κι’ ἦρθεν κι’ αὐτῶν ἡ δύσις.
Κι’ ὅντες δρακόντοι ἐπέρασαν κι’ ἐφάνησαν ἀνθρῶποι,
λαοὺς ἐγιόμισ’ ὅλ’ ἡ γῆς, φύλλα καὶ γένη οἱ τόποι.
Δῶ Τοῦρκοι στερνοπάτησαν, ὥρισαν Ὀθωμᾶνοι,
ἀμὴ πρίν, ἀπ’ τὴν Βενετιάν, ἦρθαν οἱ Βενετσιᾶνοι.
Κι’ ἀπὸ τοὺς Βενετσιάνους πρὶν ἄλλ’ ἦσαν δῶ φερμένοι,
οἱ Ἕλλενοι οἱ ἐξακουστοὶ καὶ κοσμογροικημένοι.
Κι’ αὐτοὶ εἰς ἐρμιὰ δὲν πάτησαν, μήτ’ ἄδειον τόπο εὑρῆκαν,
κι’ ἦτον γεῖς ποὺ ἔζη μοναχὸς καὶ συναπαντηθῆκαν.
Κι’ ἐκειὸς δὲν ἦτον ἄνθρωπος, ἦτον δρακόντου γένος,
στραβὸς καὶ ἀνημπόρετος, παππούλης γερασμένος.
«Λαλιὲς ἀκῶ κι’ ἥσκιους θωρῶ κι’ ὄντα ποὺ δὲν κατέχω,
νηώτερος ἔμουν πάντερμος, γέρων συντρόφους ἔχω;»
«Ἀνθρῶποι, δράκο, εἴμαστε, στὴν Ἄνδρον νηοφερμένοι,
οἱ Ἕλλενοι οἱ ἐξακουστοὶ καὶ κοσμογροικημένοι».
«Φέρτ’ ἕναν σας νὰ ψηλαφῶ, νὰ τόνε πασπατέψω,
νὰ ἰδῶ τὶ πρᾶμμα ὁ ἄνθρωπος, στὸ νοῦ μορφὴ νὰ πλέξω».
Οἱ ἀνθρῶποι δὲν θαῤῥεύοντο, νὰ πέμψουν δὲν τολμοῦσαν,
κι’ εἰς τὸ κατόπιν ἔκαμαν ποὺ ἀρχῆθεν μελετοῦσαν.
Στὴν κεφαλὴ τοῦ πότορμου ὑνὶν εἶχαν στερηώσει,
ν’ ἀδράξῃ ὁ δράκος τὸ ὑνίν, ὁ ἄνδρας νὰ ἐγλυτώσῃ.
«Στέλνομε, δράκο, ἐρεύνα τον, μάνθανε τὴν γενηά μας,
πῶς φαίνεται τὸ θώρι μας, πῶς στέκουν τὰ κορμιά μας».
Κι’ ὁ δράκος, ὡς ἐσίμωσε, τὸ ὑνὶν φουχτογραπώνει,
κι’ ἡ χέρα του τὸ ἔστειψε κι’ ἐχύθη κάτω ἡ σκόνη.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ παρθένος, ἡ σπάθη καὶ ἡ βίβλος

ρξε΄

Ι. Πολλὰ τὰ ἐπὶ γῆς βασίλεια καὶ ἔθνη, ἀμὴ μόνον ὁ γνωρίζων τὰς καταλλήλους στροφὰς καὶ τὴν ὀρθὴν ὁδὸν ἠμπορεῖ μεταβαίνων ἐκεῖ νὰ τὰ περιηγηθεῖ. Ἓν ἐξ αὐτῶν καὶ ἡ πόλις βασίλειον τῆς Ἀλίλ, ἡ εὑρισκομένη κάπου ἐν μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἐπὶ τόπων ἐλαφρῶς «ἀνηφορικῶν» ὁποὺ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἰδοῦμε. Περὶ τοῦ ὀνόματος λέγεται ὅτι σημαίνει ἄνθος χετταϊστὶ καὶ ὅτι εἰς τὰς φλέβας τινῶν ἐκ τῶν κατοίκων κυλᾶ τὸ ἀρχαῖον αἷμα τῶν Χετταίων. Μελετήσας προχείρως περικοπὰς κειμένων ἀρχαίου κώδικος καὶ κυλίνδρους παλαιῶν χειρογράφων καὶ ἕνεκα τοῦ πλήθους τῶν ὀνομάτων εἰς τοὺς βασιλικοὺς καταλόγους, ἐσχημάτισα γνώμην ὅτι τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετον ἰσχύει· πολλὰ δὲ παρέλαβαν καὶ παλαιόθεν ἐδιδάχθησαν ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων βασιλείων οἱ μικρασιᾶται λαοὶ περὶ τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν τέχνην, ἀλλ’ ἀγνοῶν διὰ ποίων τρόπων, μόνον ὑποθέτω.

ΙΙ. Ἔτυχεν κατὰ τὴν ἐν Ἀλὶλ παραμονήν μου καὶ ὁ βασιλεὺς ἀπέθανεν. Δοθείσης εὐκαιρίας καὶ ἀντιβασιλέως ἐπιτρέψαντος, παρευρέθην εἰς τὴν σύναξιν τοῦ δήμου ὁποὺ ἀναγορεύεται ὁ νέος ἡγεμών. Οἱ μὲν ἄρχοντες προσκαλοῦνται συνοδείᾳ τοῦ τελετάρχου ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ θρόνου, τὸ δὲ πλῆθος τοῦ λαοῦ, ἀντὶ τοῦ ἀνακτόρου τασσόμενον, προσμένει τὴν ἔξοδον αὐτῶν μετὰ τοῦ νέου ἡγεμόνος. Γνωρίσας δὲ τὸ τελεσθὲν τυπικόν, ἀκολούθως καὶ ἐν συντομίᾳ τὸ παραθέτω.

ΙΙΙ. Πρῶτοι τῶν ἀρχόντων στέκονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι χιτῶνας φαιούς, οἱ δημογέροντες τῆς τάξεως τῶν Ταύρων, ὁποὺ εἶναι, νὰ εἰποῦμε, οἱ ἀγροτοτεχνῖται ἅπαντες. Οὗτοι φέρουσιν μίαν κόρην παρθένον γυμνήν, λυσιπλόκαμον καὶ ἀνυπόδητον, πολλὰ εὔμορφον εἰς τὰ κάλλη τοῦ κορμίου, ἀναντιρρήτως συνετὴν καὶ φρονίμην, ὀποὺ τὴν ἐδιάλεξαν ἀπ’ ὅλας τὰς παρθένους θυγατέρας τῶν νοικοκυραίων τοῦ βασιλείου. Ὅταν ἡ κόρη χαμηλοβλέπουσα σταθεῖ ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ σεβασμιώτατος τῶν δημογερόντων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε ἀγρὸν ἵνα κάμεις ζωήν». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθεῖ ὅτι δέχεται τὴν κόρην διὰ σύζυγον, οἱ δημογέροντες προσκυνοῦσιν ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Πατέρα μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Πατέρας σας θέλω κυβερνήσει» λέγων, ὑποκλίνεται.

ΙΙΙΙ. Δεύτεροι προσέρχονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι χιτῶνας ἐρυθρούς, οἱ ἡγεμόνες τῆς τάξεως τῶν Λεόντων, ὁποὺ εἶναι οἱ πολεμισταὶ καὶ οἱ ἱππόται οἱ βασιλικοί. Οὗτοι φέρουσιν μίαν σπάθην ἀμφίστομον γυμνήν, χρυσολαβῆ καὶ χρυσοποίκιλτον, πολλὰ εὔμορφον εἰς τὸ εἶδος, ἀναντιρρήτως ἐλαφρὰν καὶ ἄθραυστον, ὁποὺ τὴν ἐσφυρηλάτησαν, διὰ τέχνης μυστικῆς, ἀπ’ ὅλας τὰς αἱματοβάπτους σπάθας τῶν ἐν πολέμῳ ἀριστευσάντων πεσόντων τοῦ βασιλείου. Ὅταν ἡ σπάθη ἀστράπτουσα ἐπιδειχθεῖ ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ ἀνδρειότατος τῶν ἡγεμόνων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε ἄρματα ἵνα κάμεις εἰρήνην». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθεῖ ὅτι δέχεται τὴν σπάθην διὰ ὅπλον του, οἱ ἡγεμόνες προσκυνοῦσιν ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Ἀδελφόν μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Ἀδελφός σας θέλω πολεμήσει» λέγων, ὑποκλίνεται.

Π. Ὑστερινοὶ ἐμφανίζονται ἐνώπιον τοῦ βασιλέως, ἐνδεδυμένοι χιτῶνας λευκούς, οἱ πατέρες τῆς τάξεως τῶν Λύκων, ὁποὺ εἶναι οἱ σεπτοὶ ἱερεῖς καὶ οἱ τῆς σοφίας θεράποντες. Οὗτοι φέρουσιν μίαν βίβλον δερματόδετον καὶ χρυσόδετον, ὑπὸ τὸν τίτλον «Βίοι τῶν βασιλέων τῆς Ἀλίλ», πολλὰ εὔμορφον εἰς τὴν ὄψιν, ἀναντιρρήτως βαρεῖαν καὶ πολύφυλλον, ὁποὺ ἐντὸς κατεγράφησαν ἀρχῆθεν, ἀπὸ τοὺς βασιλικοὺς γραμματέας (τοὺς ὁμοίως εἰς τὴν τάξιν τῶν Λύκων ἀνήκοντας), ἅπαντα τὰ ἀξιομνημόνευτα ἔργα τῶν ἐν τῇ χώρᾳ βασιλευσάντων, τὰ γεννήσαντα τὴν ἀρετὴν καὶ τὰ σπείραντα τὴν κακίαν ἐξ ἴσου. Ὅταν ἡ βίβλος ἀνοιχθεῖ, εἰς τὸ σημεῖον τῆς πρώτης ἀγράφου σελίδος, ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου, λέγει ὁ ἁγιώτατος τῶν πατέρων πρὸς τὸν βασιλέα «Λάβε γνῶσιν ἵνα κάμεις ἀρετήν». Μόλις ὁ ἄρχων ἀποκριθεῖ ὅτι δέχεται τὴν βίβλον διὰ διδαχήν του, οἱ πατέρες ὑποκλίνονται ἀνακράζοντες ὁμάδιν «Υἱόν μας σὲ γνωρίζομεν!», ὁ δὲ «Υἱός σας θέλω εὐεργετήσει» λέγων, κλίνει ἐλαφρῶς τὴν κεφαλήν.

ΠΙ. Κατόπιν καὶ εἰς γλῶσσαν ἀρχαίαν καὶ πλέον ἀκατάληπτον δίδεται ὁ ὅρκος τῶν βασιλέων ἐν σιωπῇ.

ΠΙΙ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς τελετῆς καὶ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ ἀνακτόρου τῶν ἀρχόντων μετὰ τοῦ βασιλέως, τοῦ συμποσιάρχου σαλπίζοντος κινεῖ μία σεμνὴ ἑορτὴ καὶ οἱ πάντες τρώγουσιν καὶ πίνουσιν καὶ χορεύουσιν, ἀμὴ τὸ πρῶτον ἆσμα ὁποὺ τραγωδεῖται κατὰ παράδοσιν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἔχει τὰ ἑξῆς λόγια:

Ἔχομε νέον βασιλιὰ κ’ ἔχομε νέον ῥῆγα!
Κορίτσι οἱ Ταῦροι δώκασιν κ’ οἱ Λέοντες σπαθίτσιν
κ’ οἱ Λύκοι καλεντάριον, νὰ λέει τὲς καλωσύνες.
Πατέρας νά ’ναι τοῦ λαοῦ, τῶν ἀντρειωμένω ἀδέρφι,
τῶν ἅγιων καὶ σοφῶν ὑγιός, τῆς χώρας δυναμάριν.
Ἀητὸς ὁ νέος βασιλιάς! Ἀητὸς τὸ παλληκάριν!

Ἀγνώστου περιηγητοῦ