ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ μπαλλάντα πρὶν τὸ παραμύθι

ρμθ΄

Στοίβαξε ξύλα ὁ μάγειρος κι ἀνάβει τὸ τσουκάλι
κι ὁ πελεκάρης δάγκωσε καὶ μασουλᾶ ἕνα μῆλο·
ὁ νηὸς ὁ ἀγγελοπρόσωπος χαρᾶς γκριμάτσα ἐπῆρε,
τοῦ ἱεροφάντη ποὺ ἔσυρεν, ἀπ’ τὰ ταρώ, τὸ φύλλο.

Κι ὁ ψαρογένης γίγαντας, σὰν ν’ ἀγαπᾶ γυναίκα,
τρίβει σκουτάρι θωριακό, στάζει καὶ τὸ λαδώνει·
τάχα παλεύουν οἱ ἀδελφοί, κάθεται ὁ μπαλλεστρέρης
καὶ μ’ ἀλοιφὴ θανατερὴ σαγίτες φαρμακώνει.

Ὅπως στὸ μέλι ἡ μέλισσα κι ὁ πότης στὸ μουχρούτι,
μὰ ὡς κειὸς ῥαβδὶ ποιός ν’ ἀργαστεῖ, βαρδούκι νὰ δουλέψει;
Λύρα ὁ βοσκάρης κελαηδεῖ, κάλλιον τραβᾶ δοξάρι,
κεντᾶ τὴν ζάβα του ὁ μουγγός, ἡ πλέξις ἂν θ’ ἀντέξει.

Ῥεμβάζει τ’ ἀρχοντόπουλο, στὰ μάτια του ἀγριεμάρα,
στὴν μαύρη δρακοντοκαρδιὰ σπαθὶ πῶς νὰ βουτήσει·
μιὰ μελετᾶ τὸ ἀτσάλι του, μιὰ στὸ βουνὶ τὸ σπήλιο,
κι ὁ νοῦς του μηχανὲς γεννᾶ, τὸν πόλεμο νὰ ὁρίσει.

Κ’ εἶμαι κ’ ἐγὼ ποὺ γράφω τα καὶ τὴν ἀντρειὰ φηγοῦμαι,
ἀμὴ ὡς κατέβω στὸν καυγὰ παίζω κεστροσφεντόνη.
Ἡ συντροφιὰ μαζώχτηκε, τρῶν στῆς φωτιᾶς τὸν γύρο,
τοὺς θαμποφέγγει ἡ στιὰ καὶ λέει: «Δώδεκα δρακοκτόνοι».

Οἱ ἕνδεκα ἐπλάγιασαν, βιγλίζει ὁ βαρδιατόρος…
…Ταχιά, κι ὁ ἥλιος βοηθός, στὸ φίδι ὁμάδι πᾶμε!
«Καὶ ζήσανε αὐτοὶ καλά…» ξηγᾶν στὰ παραμύθια,
μὰ ὅσους ὁ δράκος χώνεψε πῶς δράκο νὰ ἱστορᾶνε;

Διαφημίσεις
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τὸ χρυσὸ καλντερίμι

ρμ΄

Στὸν κάμπο ἑσπέρα τοῦ Μαρτιοῦ φυσᾶ κι ἀστραποφέγγει,
νεφῶν λεφούσι ἐμαύρισε καὶ οἱ οὐρανοὶ ἀνοῖξαν,
καὶ ἡ ψυχή μου ἐμούσκεψε κ’ εἰς τὴν βροχὴ ἐβαπτίσθη,
τὸ ὕδωρ μοῦ ἐψιθύρισεν, τὰ πρὸ τοῦ βιοῦ θυμοῦμαι,
κ’ ἔρμος μὲς στὴ νεροποντὴν ἀνέκραξα «Μητέρα!»

Ὁ Ἥλιος, ἄναξ βασιλεύς, εἰς τὸν Ζυγὸ δρομοῦσεν,
εἰς τὸν Ζυγὸ κι ὁ Οὐρανός, εἰς τὸν Ζυγὸ κι ὁ Πλούτων.
Στὸν Ὑδροχόον ἦτ’ ὁ Ζεύς, ὁ Κρόνος στὸν Καρκίνο,
κ’ εἰς τὸν Σκορπιὸ πορεύοταν Ἑρμέας κι Ἀφροδίτη.
Καὶ ἡ Μήνη, γόησσα κυρά, ἔλαμπε στοὺς Ἰχθύες,
κ’ εἰς τὸν Τοξότη ὁ Ποσειδῶν κι ὁ Ἄρης εἰς τὸν Ταῦρο.
Τὸ μεσουράνημα εἰς Σκορπιὸ και τὸ ναδὶρ εἰς Ταῦρο,
τὸ ποὺ ἀνατέλλει Αἰγόκερως στὴν φτάση τοῦ Ὑδροχόου.

Κ’ ἔτσι ὅπως ὀρδινιάστηκαν οἶκοι, πλανῆτες κι ἄστρη,
σκίστη ὁ ἀθέρας, χώρισαν τοῦ σκοταδιοῦ οἱ μπερντέδες,
καὶ φανερώθη ὁλόχρυσο, πανώριο καλντερίμι
κι ἀσπιθοβόλα στὴ νυχτιά, χρυσαύγαζε ὣς τὰ πέρα.
Οἱ πλάκες του ἦσαν ἀπὸ φῶς κ’ οἱ ἁρμοὶ χρυσὲς κλωστίτσες,
καὶ τὰ παραπεζούλια του τῶν ἀστεριῶν ἀχτίδες.

Τότες ὁ δαίμων κ’ ἡ ψυχή, ἀπείτις κ’ ἐθαυμάσαν,
ἀλληλοκοιταχτήκασιν, γλυκοχαμογελάσαν!
Κι ὅμοιαζε ὁ δαίμων δέσποινα, ῥήγισσ’ ἀφροπλασμένη,
καὶ ἡ ψυχὴ νηὸς ἄγουρος στὴν ἥβη καὶ στὴν ὄψι·
κι ὁ δαίμων δαχτυλόδειξεν καὶ τῆς ψυχούλας εἶπεν:
«Ἰδὲ παιδί μου, ὁλόχρυσο στεριώθη καλντερίμι,
κ’ ἡ νύχτα ἡ ἀγεφύρωτη γιὰ σένα γεφυρώθη!
Καιρὸς νὰ λείψεις ἀπ’ αὐτοῦ, στοὺς χθόνιους ν’ ἀπλικεύεις,
καὶ νὰ κυλήσεις καταγῆς, σὰν χρυσαφένιο φύλλο,
καιρὸς νὰ ζήσεις ἄνθρωπος, τῆς ἀνθρωπότης μέρος.
Φύλαγε τὰ ποὺ ὁρμήνεψα στ’ ἀπόκρυφό σου ἁρμάριν
νὰ ὑπηρετοῦν σε, νὰ βοηθοῦν, σὰν θὰ κακοκαιρίζεις,
νὰ βγαίνουν ν’ ἀντρειγεύουν σε ὅταν θ’ ἀντρομαχιέσαι.
Κι ὅταν, παιδί, θὰ ζώνουν σε ὁ φόβος μὲ τὴν ἔγνοια,
θὰ φαίνομαι στὸν πρῶτον σου τὸν ἀλαφρὺ τὸν ὕπνο
καὶ σύ, τραγούδι ἀνέγνωρον, θ’ ἀκούγεις τὴν λαλιά μου,
μὰ θὰ ψυχανεμίζεσαι τῶν λόγων μου τὴν σάρκα,
θὰ νιώθεις κ’ ἡ ἀγάπη μου θὰ σὲ λιοντοκαρδιώνει».
Τότε ἡ ψυχούλα ἠρώτησε τὸν δαίμονα κι ἀπόρει:
«Μητέρα, ἐτοῦτα τὰ ποιῶ, ἀμὴ λαβαίνω ἀγάπη
ν’ ἀποθεριέψει νηὰ φτερὰ καὶ ν’ ἀναφτερουγίσω;»
Σιωπὴν χάρισ’ ὁ δαίμονας, «ὕπαγε» γλυκολέγει…
καὶ ἡ ψυχούλα εἰς τὸ χρυσό, πατεῖ, τὸ καλντερίμι,
καὶ πρὶν κυλήσει καταγῆς, σὰν χρυσαφένιο φύλλο,
στρέφει στερνὰ τὴν κεφαλή, κουνάει δειλὰ τὸ χέρι,
– στὰ μάτια ἐλάμπαν κρούσταλλα, στὰ μάγουλα διαμάντια-
κ’ ἔκλαψε κ’ ἐχαιρέτησε τὸν κόσμον ποὺ ἀπαρνήθη,
κ’ ἔκλαψα κ’ ἐχαιρέτησα τὸν κόσμον ποὺ ἐγεννήθην.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὑπνοφαντασιὰ

ρλθ΄

Στῆς κόλασης εὑρέθηκα τὴν ἀγκαθένια θύρα,
μπῆκα τὸν τόπο νὰ ἰδῶ, τοῦ ἁμαρτωλοῦ τὴ μοίρα.
Κι ὁ δύστυχος ὑπάγαινα κι ἄπαυτα περπατοῦσα,
ἐρήμους μπρὸς κατάπινα κ’ ἐρήμους προσπερνοῦσα.
Καζάνια ποῦ νὰ ἐκόχλαζαν, δαιμόνοι νὰ ὀλολύζαν,
τῶν κολασμένων οἱ ψυχὲς μὲ πόνους νὰ γογγύζαν;
Τὸ Τίποτα κεῖ σέρπονταν καὶ τὸ Μηδὲν γυρνοῦσε,
τὰ ποὺ λογιόμουν ἔπνιγε, τὰ ποὺ ἔνιωθα ῥουφοῦσε.
Κι ὁ δράκων κουλουριάστηκε στὴν σπίθα ἀπ’ τὴν ψυχή μου,
κοῦρσος ν’ ἁρπάξει ἐζήταγε τὸ ἀθάνατο κερί μου.
«Δῶς μοι τὸ ἄσβεστόν σου πῦρ ποὺ ἀθάνατον σ’ ἐκράτει,
σὺ νὰ σκορπίσεις στὸ μηδὲν κ’ ἐγὼ νὰ ὑπάρξω κάτι».
Ξυπνῶ ἀπ’ τὸ καρδιοπλάκωμα, κλαίγω ἀπ’ τὸν μαῦρο τρόμο
καὶ πάλε σὰν τ’ ἀνιστορῶ, ῥιγῶ κι ἀπομαργώνω.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ δόξα τῶν ἄστρων (Τὸ τραγούδι τῆς Λιραζὲλ)

ρκστ΄

Στὴν Φωτεινὴ Γ.

Ἀπ’ τὴν ἀνάλλαγη ἐμορφιὰ ποθοῦσα ν’ ἀλαργέψω,
στὸν θάνατο νὰ κατεβῶ, στὲς ὧρες νὰ βαδίσω,
δέντρη χρυσά, δέντρη γυμνά, μ’ ἀνθοὺς δεντρῶ νὰ παίξω,
κ’ ἔτσι, ξωθιά, ῥηγόπουλον ἔστερξα ν’ ἀγαπήσω.

Μοιάζουν τὰ κάλλη ἐδῶ μ’ ἐκεῖ μὰ φαίνονται κι ἀνόμοια,
φόβον μ’ ἐλπίδα δένουνε, κερνοῦν χαρὰ μὲ θλίψι,
κι ὅ,τι λατρεύτη θὰ παυτεῖ κι ὅ,τι ἄνθισε θὰ λείψει,
πλέουν οἱ ἀρμάδες τῶν ψυχῶν μὲ δίχως φῶτα αἰώνια.

Μὰ ὅντες ἡ ἀντάρα τοῦ ἡλιοῦ καταλυθεῖ τὸ δείλι
κι ὁ ἀθέρας στὸ κρουστόφαντο, γυμνώνεται, σκοτάδι,
πῶς γλυκοφραίνεσαι ἀμαθιὰ σὰ ἰδεῖς στὸ οὐράνιο μίλι
τ’ ἀστεροφλογοκέντητο νυχτερινὸ καβάδι!

Ἀνάξιοι σεῖς θεοὶ τῆς γῆς κι ἀνάξια προσκυνοῦν σας,
γύφτοι, ῥηγαίους καμώνεστε, τρῶγλες, παινιέστε κάστρη·
ἥλιοι θνητοὶ ποὺ σβήνετε μὲ τοὺς θνητοὺς πιστούς σας,
μὰ ἐγώ ’μαι ἀμάραντη ξωθιὰ καὶ προσκυνάω τ’ ἄστρη.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ παγαποντιὰ τῶν καλικαντζάρων

ριζ΄

Ἄχ, βάχ, ὠϊμέ, κι ὁλοχρονὶς
μὲ πριόνια καὶ τζεκούρια μας,
τὸ δέντρον ποὺ βαστάει τὴ γῆς
πελεκοπριονίζαμεν·
κοντὰ θὰ τὸ κρημνίζαμεν
τῶν Χριστουγέννω ἀνήμερα,
καὶ πρίχου ἡ γῆς πλακώσει μας,
βγαίναμεν τῆς παραμονῆς.

Δώδεκα ἡμέρες, βρὲ παιδιά,
τί ζαβολιές! Πειράγματα!
Τί νυχτοπερπατήματα!
Κλεψιὲς καὶ μαγαρίσματα!
Στῶν καλκαντζάρων τοὺς χοροὺς
σκιάζαμεν τοὺς περαστικούς,
κι ὣς πετεινὸς λαλήσει τρίς,
τσιγκλούσαμεν ὁλονυχτίς.

Κι ὡς ἁγιαζόταν τὰ νερὰ
τῶν φώτων καὶ τῶν φωτισμῶν,
– ὤ τρισαλὶ καὶ συμφορά –
στὸν κάτω κόσμ’ ὀγλήγορα
πηδούσαμεν, κυλούσαμεν
κ’ οἱ κακομοίρηδες γοερὰ
«Ἔθρεψε τὸ δεντρὶ κορμόν!»
τὸν ὀδυρμὸ ἐκινούσαμεν.

Πολλὰ χολιάστη ὁ βασιλιάς:
«Νερὸ νὰ πιεῖ ποιός δύνεται
σὰν εἶναι τρύπιος ὁ κουβάς;»
Στὶς φάρες στέλνει μπουγιουρντὶ
κ’ εὐθὺς μάζωξι ἐκάλεσεν
πασῶν τῶν καλικάντζαρων·
ὁμοῦ πλέμπα κ’ εὐγενικούς,
πρώτους καὶ παρακατιανούς.

«Ὦ κακομούτσουνη γενιά,
ὁλοχρονὶς πριονίζουμε,
τῶν φώτων θρέφεται ὁ κορμὸς
κι ἂχ μαρτυροῦμ’ αἰώνια·
θαρρέψτε, φτάνει ὁ γδικιωμός!
Κάποια σοφὰ τελώνια,
τὴ γῆς πῶς νὰ κρημνίσουμε,
μ’ ὁρμήνεψαν παγαποντιά».

«Ὤωω!» Τότες ὅλοι ἐθαύμασαν,
μὰ ὁ ῥήγας ἔσκουξεν: «Σιωπή.
Ποιοί ἀπὸ ἐσᾶς οἱ διαλεχτοὶ
ὡς ἄνθρωποι νὰ ζήσετε;»
«Ἴιι!» Φρούμαξαν καὶ μάνισαν,
μὰ ἦτον ἅγιος ὁ σκοπός,
τῆς γῆς ὁ κατακρημνισμός!
Κ’ ἔτσι πολλοὶ ἐφάνησαν.

Στὴν ἀνθρωπότη ἐσκόρπισαν,
σ’ ὅλους τρυπῶσαν τοὺς λαοὺς
φουσσάτο ἀνέγνωρο, κρυφόν·
μὰ τοὺς ἐπείραζεν τὸ φῶς,
κ’ ἐψάχναν μέρη ἀνήλιαγα,
στοές, χαμώγια σκοτεινά,
κι ἀγάλια ὑφαῖναν στοὺς καιροὺς
διχόνοιες καὶ ξολοθρεμμούς.

Ὀφίκια ἁρπάξαν καὶ τιμές,
γίναν ῥηγάδες σεβαστοί,
μινίστροι καὶ βουλευταριόν,
καὶ μεγαλοπαπαδαριόν,
μὰ κι ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος,
τῆς μάσας, τοῦ οἰνοπνεύματος,
καὶ ζουρναλίστες μαχητές,
τοκογλυφοχρηματιστές.

Κι ὡς ξεύρουν καὶ τὸ συνηθοῦν,
σὰν τὰ γκουβέρνα ἔπιασαν,
βάλαν μπρὸς τέχνες πονηρές·
κόψαν τὶς ῥίζες τῶν λαῶν,
τὸν κόσμο ἐκάμαν παρδαλὸν
καὶ τ’ ἄνομα χρίσαν πρεπά,
καλόν, κακὸ ἀνακάτωσαν
κ’ εἶπαν τὰ λογικὰ ζουρλά.

Μὰ πάνω ἀπ’ ὅλα πόλεμος
καὶ ξαναματαπόλεμος
κ’ ὕστερις πόλεμος ξανά,
ξεριζωμοί, ξευτελισμοί,
ῥημάγματα καὶ χαλασμοί,
μόχθος, ξαναχτισίματα,
καὶ μαῦρος βιὸς μ’ ἀπανθρωπιὲς
καὶ κρίσεις οἰκονομικές.

Κι ἀρχίσαν δάκρυα νὰ κυλοῦν,
καὶ τῶν ψυχῶν ἡ καταχνιὰ
πηχτὴ ἀντάρα ὅλ’ αὔξαινε,
βάρυνε ὁλάκερη τὴν γῆ·
καὶ τῶν δακρυῶν οἱ ποταμοὶ
τὸ χῶμα ἐπότιζαν γοργὰ
κ’ ἡ γῆς, σφουγγάρι, ἐφούσκωνεν
καὶ γένονταν πολλὰ βαρειά.

Πνιχτογελᾶ ὁ βασιλιάς:
«Ἀδέρφια σίμωσε ὁ καιρὸς
κ’ εἰς μιὰ χρονιὰ μελλούμενη
μὲ τόσον βάρος, νὰ τραφεῖ
δὲν θὰ προκάμει ὁ κορμὸς
κ’ ἡ γῆς κομμάτια θὰ γενεῖ
μὲ πάταγον καὶ σαματά,
γι’ αὐτὸ παληόσκυλα δουλειά.

Πὸ κάτω ἡ πλέμπα ἂς πελεκᾶ,
κ’ εἰς τ’ ἁψηλὰ τ’ ἀρχοντολόϊ
χαλάστε τους, λειανίστε τους,
φοροχαρατσομπῆχτε τους,
γάργαρα δάκρυα νὰ κυλοῦν
καὶ τὰ στερνὰ σὰν στραγγιχτοῦν
θὰ πάει τὸ σχέδιο μας ῥολόϊ,
κ’ ἡ νέα τάξις ξεκινᾶ!»

Φίλοι, δὲν ξεύρω νὰ τὸ εἰπῶ
ἂν μὲς στὸν κάταστρο οὐρανὸ
ἐπλάστηκαν κι ἄλλοι λαοὶ
πλιὸ τετραπέρατα μωροὶ
ἀπὸ τοὺς καλικάντζαρους.
Οἱ μὲν θὰ καταπλακωθοῦν
κ’ οἱ δὲ θὰ γκρεμοτσακιστοῦν
κι ἅπαντες θέλει ἀπολεσθοῦν.

Διῶχτε λοιπὸν τοὺς μουλωχτούς,
ἀφέντες κουτοπόνηρους,
μινίστρους καὶ βολευταριόν,
κι ἀμήν, τραγοπαπαδαριόν,
ἀπνεύματους τοῦ πνεύματος
καὶ ζουρναλίστες χλευαστές,
τραπεζοφραγκοπειρατὲς
κι ὅλο τὸ καλικαντζαριὸν…

Καλὴ χρονιά! Καλὲς γιορτές!

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ γυρισμὸς τοῦ Τυρσανοῦ

ρζ΄

Ὅρισ’ ἡ νύχτα ἡ δέσποινα κ’ ἡ πόλι μας στολίστη
μὲ μπόλιαν ἀστροκέντητη, μ’ ὁλόμαυρον καβάδι.
Κι ὁ ὕπνος γλυκοχύθηκεν, τὰ μάτια ἐσφάλισέν τα,
γιὰ ν’ ἀλαφρώσουν οἱ καρδιὲς καὶ τὰ κορμιὰ νὰ γιάνουν.
Κι ὄνειρε, πόρτες ἄνοιξες, γιοφύρια κατεβάζεις,
νὰ ξαμολήσεις τ’ ἄτια σου, τὰ φτερωτά σου ἁμάξια,
οἱ ποὺ κοιμοῦνται ν’ ἀναβοῦν, νὰ ὀνειροταξιδέψουν.

Κι ὁ μάγος Ἀρσιγώνιος, τοῦ βασιλιᾶ ὁ μάντης,
νύχτες πλαγιάζει δεκοχτὼ κι ὄνειρο τὸν στοιχειώνει,
κ’ ἐμίσησε τὴν κλίνην του, νὰ κοιμηθεῖ τ’ ἀρνιέται.
Πάνω ἀπ’ τὴν Βάταρ Τίεσσαρ, τὴν δασοβαλτωμένη,
κεῖ ποὺ τὸ πέλαγο φιλεῖ τῶν δράκων τὰ περγιάλια,
κ’ εἶναι πυργοχαλάσματα κι ἀνήλιαγα κελλάρια,
ὡσὰν ἀητὸς γυροπετᾶ, σὰν γέρακας πλανιέται,
κακὰ ὑπνοφαντάζεται καὶ μούσκεμμα πετιέται.

Κ’ ἕνα τοῦ θέρους λιόγερμα, χρυσοφλογάτο δείλι,
στοῦ Τυρσανοῦ τ’ ἀρχοντικὸν ἔστειλ’ ἀποκρισάρην,
σὰν πρωτοφέξει νὰ φανεῖ, νὰ τοῦ κρυφομιλήσει.
Κ’ ἡ αὐγούλαν ὡς πρωτόφεξε τὸν Λούβιον ἀνταμώνει,
σ’ ἐλαίαγνους καὶ κλαίουσες, σὲ κήπους μαρμαρένιους,
πατρίδα νὰ μοιργιολογᾶ, γιὰ τὴν ξοριὰ νὰ κλαίγει.
«Καλῶς τὸν Ἀρσιγώνιο, τὸν παινεμένον μάγο,
ποὺ ὁ βασιλεὺς μπιστεύεται κ’ οἱ μάγοι τὸν φθονοῦσιν,
καὶ τὰ μελλούμενα θωρεῖ, ὡς ἄλλος δὲν δυνήθη».
«Κακῶς σ’ εὑρῆκα, Τυρσανέ, κι ὥρα κακιὰ ζυγώνει,
νύχτες πλαγιάζω δεκοχτὼ κι ὄνειρο μὲ στοιχειώνει,
κ’ ἐμίσησα τὴν κλίνην μου, νὰ κοιμηθῶ τ’ ἀρνιέμαι».
«Ποιός τρόμος ἀψηλάφητος κ’ ἴσκιος ὀνειρεμένος,
ἐτρόμαξεν τοὺς ξυπνητούς, σκιάζει τοὺς σαρκωμένους;»

Κι ὁ μάγος τότ’ ἐκάθισεν, τὸ γένι του χαϊδεύει,
καὶ δείχνει πέρα τὸ ῥαβδὶν καὶ βάλθη νὰ τοῦ λέγει:
«Στὴ νῆσον Βάταρ Τίεσσαρ, τὴν δασοβαλτωμένη,
κεῖ ποὺ τὸ πέλαγο φιλεῖ τῶν δράκων τὰ περγιάλια,
μὲς στὰ πυργοχαλάσματα, στ’ ἀνήλιαγα κελλάρια,
εἶδα Χαλδαίαν μάγισσα κ’ ἔριχνε στὸ τσουκάλι
γητειές, φεγγαροβότανα, πολλῶ λογιῶ φαρμάκια.
Τοῦ μονοκέρου κέρατον, τοῦ βασιλίσκου ἀνάσα,
ἀπὸ ἀχάτη γρύπ’ αὐγόν, τοῦ φοίνικα τραγούδι,
νεράϊδας ποθοφλόγιστης τὸ κρουσταλλένιο δάκρυ.
Ὁλημερὶς τὰ ἔδενεν, τὴν νύχτα τ’ ἀστρονόμα,
ξόρκια κι ἀνακαλέματα μὲ τὴν αὐγούλα ψάλλει.
Τὰ καστροτείχια βούλεται τῆς γῆς νὰ καταλύσει,
σμάρια δαιμόνους σκοτεροὺς π’ ἀντίπερα νὰ σύρει,
κι ὡς τὴ μερὰν βουρκώσουσι κι ὡς πνίξουν τὸν ἀγέραν,
τοῦ κόσμου τὴν παράπορτα στὸν μαῦρ’ ὀχτρὸ νὰ δώσει.
Κ’ εἶδα τὸν ἥλιο ἐμαύρισεν, τὸ πέλαο γαιματώθη,
ἐσβῆσαν τ’ ἄστρη τῆς νυχτιᾶς, τὰ ὄρη ἐπροσκυνῆσαν,
δέντρη κι ἀνθοὶ μαράζωσαν, στερέψαν τὰ ποτάμια,
μήτε πετούμενον περνᾶ, μήτε κι ἀγρίμιν σώθη.
Κ’ εἶδα τοὺς κάμπους μνήματα καὶ τὰ βουνὰ κιβούρια,
ῥημάδια κι ἀγκαθότοπους τὰ μέρη τῶν ἀνθρώπων.
Δυὸ χρόνους εἶναι ὁ πηγαιμός, εἰς τὸ νησὶ νὰ φτάσεις,
κι ἀπ’ τ’ ἀτσαλένιο σου σπαθὶ τὴν γραία νὰ περάσεις».

Κι ὣς χρόνοι δυὸ ἐκύλησαν, δυὸ ἀποπάνω ἐφύγαν,
μιὰ νύχτα τὸ ξημέρωμα, νύχτα τὸ καλοκαίρι,
καβαλαραῖος διάβηκεν στῆς πόλης τὰ δρομάκια.
Μπροστὰ στοῦ μάγου τὴν αὐλὴ τ’ ἀλόγου του πεζεύει,
βροντᾶ τῆς πόρτας τὸν χαλκά, βάνει φωνὴ καμπάνα:
«Ἀμῆτε, οἱ δοῦλοι τοῦ σπιτιοῦ, τὴν πόρτα σας ἀνοῖχτε,
ξυπνᾶτε καὶ τὸν κύρη σας, τὸν μάγον Ἀρσιγώνιο,
κ’ εἰπέτ’ ὁ ἱππότης Τυρσανὸς ποὺ γύρισ’ ἀπ’ τὰ ξένα.
Πέτε φέρν’ εἴδησες καλὲς καὶ χαροποιὰ μαντάτα,
καὶ ποὺ τὰ ξόρκια ἐπάψασιν, τζακίστη τὸ τσουκάλι,
καὶ ἡ ματιά της γούρλωσεν ὡς ἔλαμψε τ’ ἀτσάλι,
καὶ ἡ κεφαλή της κρέμεται στοῦ μαύρου μου τὴν σέλλα».

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ μαγικὴ καμάρα

ρστ΄

Ποιός μάντεψεν τ’ ἀχνάρι της, στ’ ἀμποδεμένα μέρη,
κι ἀντρειώθη, στὸ κατώφλι της, τὸ ξόρκι νὰ προφέρει,
πού, μὲ νυχτέρια καὶ χορούς, ξωθιὲς τό ’χουν κεντήσει,
ποιός νὰ τὸ βρεῖ, νὰ μᾶς τὸ εἰπεῖ, ποιός νὰ τὸ μαρτυρήσει;

Περικοκλάδες καὶ κισσοί, ἀνάρια, τὴν σκεπάζουν,
καὶ δυὸ λιοντάρια πέτρινα στὸν ἴσκιο της πλαγιάζουν,
σὲ στρῶμα ἀπὸ δεντρόφυλλα, ῥοδινοχρυσωμένα,
κ’ εἶναι ἀπὸ μαῦρον μάρμαρο κ’ ἡ φλέβα της μελένια.

Κι ὁ ποὺ μισέψει, ἀπόκοτος, στὸ στοιχειακὸ βασίλειο,
ποὺ τρέμουν ἄστρη ἀνέγνωρα, μὲ ξένο αὐθέντην ἥλιο,
στὸ θαυμαστὸ κι ἀμάραντο, ζωὲς μύριες θὰ ζήσει…
τὸ ξόρκι, ποιός νὰ μᾶς τὸ εἰπεῖ, ξωθιὲς πό ’χουν κεντήσει;