ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸν κὺρ Ἀρσένιον Μελισσηνὸν καὶ τοὺς τριακοσίους ἀκρίτας

ρϞε΄

Ἀρσένιος ὁ ἐνίκησεν τὰ στίφη τῶν λιμνόθεν,
στοιχειὰ ὁποὺ δὲν ἔκοπταν τ’ ἀνθρωπινὰ σπαθία,
κι’ ὁποὺ μὲ γαῖμα ἐχόρταιναν ὡς ἤρχοντο νυχτόθεν,
κι’ ἐπάθαν ζῷα κι’ ἄνθρωποι κι’ ἡ γῆ χέρσα ἐρημία.

Συνάζει ἀρχόντους καὶ σοφούς, μηνᾷ εἰς τὰ μοναστήρια,
μάντες καὶ μάϊσσες προσκαλεῖ, χαλδαίους κι’ ἀγυρτολόγι·
περγαμηνὰς τοῦ ἀπήγγειλαν, θαύματα γνώθει μύρια,
ἀμὴ δὲν ἦσαν γιατρικὰ καὶ σωτηρίας λόγοι.

Τὲς ἀλουστῖνες τῶν κρηνῶν ἐγύρεψε νὰ μάθῃ
ἂν ἔνε ξόρκιν ἢ γητειὰ π’ ἀγερικὸν σκοτώνει.
«Βοτάνιν λάβε κι’ ἀνὲ πιῇς θρέφει ζωὴ τὴν σπάθη,
θάνατον δών’ εἰς τὸ στοιχειὸν μὰ ὡς τὸ κηρὶν σὲ λειώνει».

Τρακόσιοι ἀκρῖτες στέκουν τον, τὴν ξήγησιν φηγήθη,
κι’ ὅλοι ἄσπρο πάτον ἔπιαν το, κινοῦν σιδηρωμένοι.
Τρεῖς νύχτες στοιχειοπολεμοῦν, κροῦν τὰ μοβόρα πλήθη,
κι’ Ἀρσένιος κόπτει τὸ στερνὸ κι’ ἐδῶ, στερνός, πεθαίνει.

Καὶ αὖθι ἡ λίμν’ ἡ σκοτεινή, πό ’χε ἀστρινὸ στεφάνι,
μπλέχτη μὲ φυκοκαλαμιά, τὰ ὕδατα ἐβουρκῶσαν.
Κι’ οἱ ἔζων λιμνοτρόγυρα, πρῶτοι κι’ ὁμοῦ βιλᾶνοι,
τοῦ Ἀρσένη καὶ τῶν ἀκριτῶν μνημούριν ἐσηκῶσαν.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα

ρϞ

Γονάτισεν ἡ ῥήγισσα, γυμνὴ σκυφτὴ προσμένει,
στὸν τράχηλό της πέφτουνε, δεξιόζερβα, σπαθιά,
τὰ γαλατένια μέλη της μὲ δαχτυλιὲς λερά,
κι’ ἔξω κουρσεύει ὁ θάνατος κι’ ἄγρια ἡ φωτιὰ παχαίνει.

Ἰδοὺ ζυγώνει ὁ πορθητής, ὁ ἄρχος τῶν βαρβάρων,
καὶ λυκοτόμαρο μαντὺ στοὺς ὤμους της περνᾷ.
«Σήκω ἀπάνου ῥήγισσα, μὲ τὴ σκληρὴ καρδιά,
θὰ ἐλεοῦσα ἂν ἔστεργες γυναῖκα νὰ σὲ πάρω».

«Δὲν εἶναι πόρν’ ἡ ῥήγισσα σὲ φύλαρχον ἀγροῖκο
ποὺ βόσκει σὰν τετράποδο κι’ ὅλο χαμοθωρεῖ,
εἶναι μητέρα τοῦ λαοῦ, στὰ σκότη τὸ κερί,
χρυσάλυσις ποὺ δένει τον μὲ τ’ οὐρανοῦ τὸν οἶκο.

Στοχάσου πρὶν στὰ στήθη μου τ’ ἀτσάλι σου βυθίσῃς,
προσκύνησέ με δοῦλος μου καὶ γίνου μαθητής,
θὰ σὲ διδάξω, βάρβαρε, πῶς τ’ ἄστρη νὰ θωρῇς,
πῶς ἀπ’ ἀγέλες κι’ ἀχαμνοὺς κάστρη νὰ κυβερνήσῃς».

Θρασαύχενη τὴν θαύμασε, στοὺς λόγους ηὗρε τάξι,
κι’ ὥρισε τὸν γραμματικὸ τὴν μαρτυρία νὰ πῇ,
«μεγάθυμος», «φιλεύσπλαγχνος», «χαρίσας τὴν ζωή»,
κι’ ἔπειτ’ ἀλάργεψε ὁ φονηὰς μάλαμμα νὰ συνάξῃ.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ γέρων δράκος

ροα΄

Πυρὴν ἡ παράδοσις -389- τοῦ Ν. Γ. Πολίτη

Τὴν Ἄνδρον εἰς τὰ πρῶτα της δρακόντοι κατοικοῦσαν,
ἀνοῖγαν τὲς φτεροῦγες των καὶ θηόρατοι ἐπετοῦσαν.
Ἐβούταγαν ἀπ’ τὲς κορφές, μπαῖναν στὰ σπηληοκάστρη,
τὸν ἥλιον ἐστιγμάτιζαν, τὴν νύχτα ἐκρύβαν τ’ ἄστρη.
Βέλη χρυσᾶ, βέλη ἀργυρᾶ, βέλη πυῤῥὰ καὶ μαῦρα,
ἠξέρναγαν γλῶσσες φωτιᾶς, τὴν χώρα ἔῤῥαιναν λάβρα.
Χύνοντο πάνωθε τῆς γῆς κι’ ἐτρέχαν τῶν κυμάτων,
κι’ ἥσκιοι ψηλάθε στοίχειωναν, κατάτρεχαν τὰ κάτω.
Ἀμὴ τ’ ἀργάζεται ὁ καιρός, τὰ προχωρεῖ ἡ φύσις,
κι’ ἔτσι ἡ γενηά των φύρανε κι’ ἦρθεν κι’ αὐτῶν ἡ δύσις.
Κι’ ὅντες δρακόντοι ἐπέρασαν κι’ ἐφάνησαν ἀνθρῶποι,
λαοὺς ἐγιόμισ’ ὅλ’ ἡ γῆς, φύλλα καὶ γένη οἱ τόποι.
Δῶ Τοῦρκοι στερνοπάτησαν, ὥρισαν Ὀθωμᾶνοι,
ἀμὴ πρίν, ἀπ’ τὴν Βενετιάν, ἦρθαν οἱ Βενετσιᾶνοι.
Κι’ ἀπὸ τοὺς Βενετσιάνους πρὶν ἄλλ’ ἦσαν δῶ φερμένοι,
οἱ Ἕλλενοι οἱ ἐξακουστοὶ καὶ κοσμογροικημένοι.
Κι’ αὐτοὶ εἰς ἐρμιὰ δὲν πάτησαν, μήτ’ ἄδειον τόπο εὑρῆκαν,
κι’ ἦτον γεῖς ποὺ ἔζη μοναχὸς καὶ συναπαντηθῆκαν.
Κι’ ἐκειὸς δὲν ἦτον ἄνθρωπος, ἦτον δρακόντου γένος,
στραβὸς καὶ ἀνημπόρετος, παππούλης γερασμένος.
«Λαλιὲς ἀκῶ κι’ ἥσκιους θωρῶ κι’ ὄντα ποὺ δὲν κατέχω,
νηώτερος ἔμουν πάντερμος, γέρων συντρόφους ἔχω;»
«Ἀνθρῶποι, δράκο, εἴμαστε, στὴν Ἄνδρον νηοφερμένοι,
οἱ Ἕλλενοι οἱ ἐξακουστοὶ καὶ κοσμογροικημένοι».
«Φέρτ’ ἕναν σας νὰ ψηλαφῶ, νὰ τόνε πασπατέψω,
νὰ ἰδῶ τὶ πρᾶμμα ὁ ἄνθρωπος, στὸ νοῦ μορφὴ νὰ πλέξω».
Οἱ ἀνθρῶποι δὲν θαῤῥεύοντο, νὰ πέμψουν δὲν τολμοῦσαν,
κι’ εἰς τὸ κατόπιν ἔκαμαν ποὺ ἀρχῆθεν μελετοῦσαν.
Στὴν κεφαλὴ τοῦ πότορμου ὑνὶν εἶχαν στερηώσει,
ν’ ἀδράξῃ ὁ δράκος τὸ ὑνίν, ὁ ἄνδρας νὰ ἐγλυτώσῃ.
«Στέλνομε, δράκο, ἐρεύνα τον, μάνθανε τὴν γενηά μας,
πῶς φαίνεται τὸ θώρι μας, πῶς στέκουν τὰ κορμιά μας».
Κι’ ὁ δράκος, ὡς ἐσίμωσε, τὸ ὑνὶν φουχτογραπώνει,
κι’ ἡ χέρα του τὸ ἔστειψε κι’ ἐχύθη κάτω ἡ σκόνη.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ μπαλλάντα πρὶν τὸ παραμύθι

ρμθ΄

Στοίβαξε ξύλα ὁ μάγειρος κι ἀνάβει τὸ τσουκάλι
κι ὁ πελεκάρης δάγκωσε καὶ μασουλᾶ ἕνα μῆλο·
ὁ νηὸς ὁ ἀγγελοπρόσωπος χαρᾶς γκριμάτσα ἐπῆρε,
τοῦ ἱεροφάντη ποὺ ἔσυρεν, ἀπ’ τὰ ταρώ, τὸ φύλλο.

Κι ὁ ψαρογένης γίγαντας, σὰν ν’ ἀγαπᾶ γυναίκα,
τρίβει σκουτάρι θωριακό, στάζει καὶ τὸ λαδώνει·
τάχα παλεύουν οἱ ἀδελφοί, κάθεται ὁ μπαλλεστρέρης
καὶ μ’ ἀλοιφὴ θανατερὴ σαγίτες φαρμακώνει.

Ὅπως στὸ μέλι ἡ μέλισσα κι ὁ πότης στὸ μουχρούτι,
μὰ ὡς κειὸς ῥαβδὶ ποιός ν’ ἀργαστεῖ, βαρδούκι νὰ δουλέψει;
Λύρα ὁ βοσκάρης κελαηδεῖ, κάλλιον τραβᾶ δοξάρι,
κεντᾶ τὴν ζάβα του ὁ μουγγός, ἡ πλέξις ἂν θ’ ἀντέξει.

Ῥεμβάζει τ’ ἀρχοντόπουλο, στὰ μάτια του ἀγριεμάρα,
στὴν μαύρη δρακοντοκαρδιὰ σπαθὶ πῶς νὰ βουτήσει·
μιὰ μελετᾶ τὸ ἀτσάλι του, μιὰ στὸ βουνὶ τὸ σπήλιο,
κι ὁ νοῦς του μηχανὲς γεννᾶ, τὸν πόλεμο νὰ ὁρίσει.

Κ’ εἶμαι κ’ ἐγὼ ποὺ γράφω τα καὶ τὴν ἀντρειὰ φηγοῦμαι,
ἀμὴ ὡς κατέβω στὸν καυγὰ παίζω κεστροσφεντόνη.
Ἡ συντροφιὰ μαζώχτηκε, τρῶν στῆς φωτιᾶς τὸν γύρο,
τοὺς θαμποφέγγει ἡ στιὰ καὶ λέει: «Δώδεκα δρακοκτόνοι».

Οἱ ἕνδεκα ἐπλάγιασαν, βιγλίζει ὁ βαρδιατόρος…
…Ταχιά, κι ὁ ἥλιος βοηθός, στὸ φίδι ὁμάδι πᾶμε!
«Καὶ ζήσανε αὐτοὶ καλά…» ξηγᾶν στὰ παραμύθια,
μὰ ὅσους ὁ δράκος χώνεψε πῶς δράκο νὰ ἱστορᾶνε;

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τὸ χρυσὸ καλντερίμι

ρμ΄

Στὸν κάμπο ἑσπέρα τοῦ Μαρτιοῦ φυσᾶ κι ἀστραποφέγγει,
νεφῶν λεφούσι ἐμαύρισε καὶ οἱ οὐρανοὶ ἀνοῖξαν,
καὶ ἡ ψυχή μου ἐμούσκεψε κ’ εἰς τὴν βροχὴ ἐβαπτίσθη,
τὸ ὕδωρ μοῦ ἐψιθύρισεν, τὰ πρὸ τοῦ βιοῦ θυμοῦμαι,
κ’ ἔρμος μὲς στὴ νεροποντὴν ἀνέκραξα «Μητέρα!»

Ὁ Ἥλιος, ἄναξ βασιλεύς, εἰς τὸν Ζυγὸ δρομοῦσεν,
εἰς τὸν Ζυγὸ κι ὁ Οὐρανός, εἰς τὸν Ζυγὸ κι ὁ Πλούτων.
Στὸν Ὑδροχόον ἦτ’ ὁ Ζεύς, ὁ Κρόνος στὸν Καρκίνο,
κ’ εἰς τὸν Σκορπιὸ πορεύοταν Ἑρμέας κι Ἀφροδίτη.
Καὶ ἡ Μήνη, γόησσα κυρά, ἔλαμπε στοὺς Ἰχθύες,
κ’ εἰς τὸν Τοξότη ὁ Ποσειδῶν κι ὁ Ἄρης εἰς τὸν Ταῦρο.
Τὸ μεσουράνημα εἰς Σκορπιὸ και τὸ ναδὶρ εἰς Ταῦρο,
τὸ ποὺ ἀνατέλλει Αἰγόκερως στὴν φτάση τοῦ Ὑδροχόου.

Κ’ ἔτσι ὅπως ὀρδινιάστηκαν οἶκοι, πλανῆτες κι ἄστρη,
σκίστη ὁ ἀθέρας, χώρισαν τοῦ σκοταδιοῦ οἱ μπερντέδες,
καὶ φανερώθη ὁλόχρυσο, πανώριο καλντερίμι
κι ἀσπιθοβόλα στὴ νυχτιά, χρυσαύγαζε ὣς τὰ πέρα.
Οἱ πλάκες του ἦσαν ἀπὸ φῶς κ’ οἱ ἁρμοὶ χρυσὲς κλωστίτσες,
καὶ τὰ παραπεζούλια του τῶν ἀστεριῶν ἀχτίδες.

Τότες ὁ δαίμων κ’ ἡ ψυχή, ἀπείτις κ’ ἐθαυμάσαν,
ἀλληλοκοιταχτήκασιν, γλυκοχαμογελάσαν!
Κι ὅμοιαζε ὁ δαίμων δέσποινα, ῥήγισσ’ ἀφροπλασμένη,
καὶ ἡ ψυχὴ νηὸς ἄγουρος στὴν ἥβη καὶ στὴν ὄψι·
κι ὁ δαίμων δαχτυλόδειξεν καὶ τῆς ψυχούλας εἶπεν:
«Ἰδὲ παιδί μου, ὁλόχρυσο στεριώθη καλντερίμι,
κ’ ἡ νύχτα ἡ ἀγεφύρωτη γιὰ σένα γεφυρώθη!
Καιρὸς νὰ λείψεις ἀπ’ αὐτοῦ, στοὺς χθόνιους ν’ ἀπλικεύεις,
καὶ νὰ κυλήσεις καταγῆς, σὰν χρυσαφένιο φύλλο,
καιρὸς νὰ ζήσεις ἄνθρωπος, τῆς ἀνθρωπότης μέρος.
Φύλαγε τὰ ποὺ ὁρμήνεψα στ’ ἀπόκρυφό σου ἁρμάριν
νὰ ὑπηρετοῦν σε, νὰ βοηθοῦν, σὰν θὰ κακοκαιρίζεις,
νὰ βγαίνουν ν’ ἀντρειγεύουν σε ὅταν θ’ ἀντρομαχιέσαι.
Κι ὅταν, παιδί, θὰ ζώνουν σε ὁ φόβος μὲ τὴν ἔγνοια,
θὰ φαίνομαι στὸν πρῶτον σου τὸν ἀλαφρὺ τὸν ὕπνο
καὶ σύ, τραγούδι ἀνέγνωρον, θ’ ἀκούγεις τὴν λαλιά μου,
μὰ θὰ ψυχανεμίζεσαι τῶν λόγων μου τὴν σάρκα,
θὰ νιώθεις κ’ ἡ ἀγάπη μου θὰ σὲ λιοντοκαρδιώνει».
Τότε ἡ ψυχούλα ἠρώτησε τὸν δαίμονα κι ἀπόρει:
«Μητέρα, ἐτοῦτα τὰ ποιῶ, ἀμὴ λαβαίνω ἀγάπη
ν’ ἀποθεριέψει νηὰ φτερὰ καὶ ν’ ἀναφτερουγίσω;»
Σιωπὴν χάρισ’ ὁ δαίμονας, «ὕπαγε» γλυκολέγει…
καὶ ἡ ψυχούλα εἰς τὸ χρυσό, πατεῖ, τὸ καλντερίμι,
καὶ πρὶν κυλήσει καταγῆς, σὰν χρυσαφένιο φύλλο,
στρέφει στερνὰ τὴν κεφαλή, κουνάει δειλὰ τὸ χέρι,
– στὰ μάτια ἐλάμπαν κρούσταλλα, στὰ μάγουλα διαμάντια-
κ’ ἔκλαψε κ’ ἐχαιρέτησε τὸν κόσμον ποὺ ἀπαρνήθη,
κ’ ἔκλαψα κ’ ἐχαιρέτησα τὸν κόσμον ποὺ ἐγεννήθην.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὑπνοφαντασιὰ

ρλθ΄

Στῆς κόλασης εὑρέθηκα τὴν ἀγκαθένια θύρα,
μπῆκα τὸν τόπο νὰ ἰδῶ, τοῦ ἁμαρτωλοῦ τὴ μοίρα.
Κι ὁ δύστυχος ὑπάγαινα κι ἄπαυτα περπατοῦσα,
ἐρήμους μπρὸς κατάπινα κ’ ἐρήμους προσπερνοῦσα.
Καζάνια ποῦ νὰ ἐκόχλαζαν, δαιμόνοι νὰ ὀλολύζαν,
τῶν κολασμένων οἱ ψυχὲς μὲ πόνους νὰ γογγύζαν;
Τὸ Τίποτα κεῖ σέρπονταν καὶ τὸ Μηδὲν γυρνοῦσε,
τὰ ποὺ λογιόμουν ἔπνιγε, τὰ ποὺ ἔνιωθα ῥουφοῦσε.
Κι ὁ δράκων κουλουριάστηκε στὴν σπίθα ἀπ’ τὴν ψυχή μου,
κοῦρσος ν’ ἁρπάξει ἐζήταγε τὸ ἀθάνατο κερί μου.
«Δῶς μοι τὸ ἄσβεστόν σου πῦρ ποὺ ἀθάνατον σ’ ἐκράτει,
σὺ νὰ σκορπίσεις στὸ μηδὲν κ’ ἐγὼ νὰ ὑπάρξω κάτι».
Ξυπνῶ ἀπ’ τὸ καρδιοπλάκωμα, κλαίγω ἀπ’ τὸν μαῦρο τρόμο
καὶ πάλε σὰν τ’ ἀνιστορῶ, ῥιγῶ κι ἀπομαργώνω.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἡ δόξα τῶν ἄστρων (Τὸ τραγούδι τῆς Λιραζὲλ)

ρκστ΄

Στὴν Φωτεινὴ Γ.

Ἀπ’ τὴν ἀνάλλαγη ἐμορφιὰ ποθοῦσα ν’ ἀλαργέψω,
στὸν θάνατο νὰ κατεβῶ, στὲς ὧρες νὰ βαδίσω,
δέντρη χρυσά, δέντρη γυμνά, μ’ ἀνθοὺς δεντρῶ νὰ παίξω,
κ’ ἔτσι, ξωθιά, ῥηγόπουλον ἔστερξα ν’ ἀγαπήσω.

Μοιάζουν τὰ κάλλη ἐδῶ μ’ ἐκεῖ μὰ φαίνονται κι ἀνόμοια,
φόβον μ’ ἐλπίδα δένουνε, κερνοῦν χαρὰ μὲ θλίψι,
κι ὅ,τι λατρεύτη θὰ παυτεῖ κι ὅ,τι ἄνθισε θὰ λείψει,
πλέουν οἱ ἀρμάδες τῶν ψυχῶν μὲ δίχως φῶτα αἰώνια.

Μὰ ὅντες ἡ ἀντάρα τοῦ ἡλιοῦ καταλυθεῖ τὸ δείλι
κι ὁ ἀθέρας στὸ κρουστόφαντο, γυμνώνεται, σκοτάδι,
πῶς γλυκοφραίνεσαι ἀμαθιὰ σὰ ἰδεῖς στὸ οὐράνιο μίλι
τ’ ἀστεροφλογοκέντητο νυχτερινὸ καβάδι!

Ἀνάξιοι σεῖς θεοὶ τῆς γῆς κι ἀνάξια προσκυνοῦν σας,
γύφτοι, ῥηγαίους καμώνεστε, τρῶγλες, παινιέστε κάστρη·
ἥλιοι θνητοὶ ποὺ σβήνετε μὲ τοὺς θνητοὺς πιστούς σας,
μὰ ἐγώ ’μαι ἀμάραντη ξωθιὰ καὶ προσκυνάω τ’ ἄστρη.