ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Σελεφαῒς

9494

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΣ ΛΑΒΚΡΑΦ
(Πρώτη δημοσίευσις στὸ 20ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.)

Εἰς μνήμην Ἰωάννου Συκουτρῆ

Σ’ ἕνα ὄνειρο ὁ Κυράνης εἶδε τὴν πόλι στὴν κοιλάδα, καὶ τὴν ἀκρογιαλιὰ παραπέρα, καὶ τὴν χιονισμένη βουνοκορφὴ ποὺ βιγλίζει ψηλάθε τὴν θάλασσα, καὶ τὶς φανταχτερὰ χρωματισμένες γαλέρες ν’ ἀρμενίζουν ἔξω ἀπ’ τὸ λιμάνι πρὸς τὶς μακρυνὲς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Σ’ ἕνα ὄνειρο ἦταν ἐπίσης ποὺ ἀπέκτησε τ’ ὄνομά του «Κυράνης», γιατὶ στὸν ἐγρήγορο βίο του ἀπεκαλεῖτο μὲ διαφορετικὸν ὄνομα. Ἴσως ἦταν φυσικὸ γι’ αὐτὸν νὰ ὀνειρευθῇ ἕνα νέο ὄνομα, ὡς ὁ στερνὸς τῆς οἰκογενείας του, καὶ ὡς μόνος μεταξὺ τῶν ἀπαθῶν ἑκατομμυρίων τοῦ Λονδίνου, ἔτσι ποὺ  ἐλάχιστοι βρίσκονταν ὥστε νὰ τοῦ μιλοῦν καὶ νὰ τοῦ θυμίζουν ποιὸς ὑπῆρξε.  Ἀπώλεσε τὰ χρήματα καὶ τὶς γαῖες του, καὶ δὲν τὸν ἔμελε γιὰ τὶς συνήθειες τῶν ἀνθρώπων γύρω του, ἀλλὰ προτιμοῦσε νὰ ὀνειρεύεται καὶ νὰ γράφῃ γιὰ τὰ ὄνειρά του. Ὅ,τι ἔγραφε τὸ κορόϊδευαν ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς τὸ παρουσίαζε, ὥστε μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα φύλαγε τὰ γραπτά του γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ ἐν τέλει ἔπαψε νὰ γράφῃ. Ὅσο περισσότερο ἀπεσύρετο ἀπὸ τὸν κόσμο γύρω του, τόσο πειὸ θαυμαστὰ ἔγιναν τὰ ὄνειρά του, καὶ θὰ ἦταν τελείως ἀνώφελο νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ τὰ περιγράψῃ στὸ χαρτί. Ὁ Κυράνης δὲν ἦταν μοντέρνος, καὶ δὲν εἶχε παρόμοιο τρόπο σκέψεως μὲ ἄλλους ποὺ ἔγραφαν. Ἐνῷ ἐκεῖνοι ὑπερέβαλλαν ἑαυτὸν νὰ ξεγυμνώσουν τὴν ζωὴ ἀπὸ τὶς πλουμιστὲς τηβέννους τοῦ μύθου, καὶ νὰ παρουσιάσουν μὲ γυμνὴ ἀσχήμια τὸ ἀπαίσιο πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἡ πραγματικότητα, ὁ Κυράνης γύρευε τὴν ὀμορφιὰ καὶ μόνο. Ὅταν ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πεῖρα ἀπετύγχαναν νὰ τὴν φανερώσουν, τὴν γύρευε στὴν φαντασία καὶ στὶς ψευδαισθήσεις, καὶ τὴν ἀνεκάλυψε στὸ ἴδιο του τὸ κατώφλι, ἀνάμεσα στὶς νεφελώδεις θύμησες τῶν παραμυθιῶν καὶ τῶν ὀνείρων τῆς παιδικῆς ἡλικίας.

Δὲν βρίσκονται πολλοὶ ἄνθρωποι ποὺ ἀναγνωρίζουν ποιὰ θαύματα τοὺς φανερώνονται ἐντὸς τῶν ἱστοριῶν καὶ τῶν ὁραμάτων τῆς νηότης τους. Γιατὶ τὸν καιρὸ ποὺ σὰν παιδιὰ ἀκοῦμε καὶ ὀνειρευόμαστε, δὲν συλλογιζόμαστε παρὰ μὲ σκέψεις ἀμέστωτες, καὶ ὅταν ὥριμοι πλέον παλεύουμε νὰ θυμηθοῦμε, ἔχουμε γίνη νωθροὶ καὶ κοινότοποι ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῆς ζωῆς. Ὅμως κάποιοι ἀπὸ ἐμᾶς ξυπνοῦμε κατὰ τὴν νύχτα μὲ παράξενα φαντάσματα γητεμμένων λόφων καὶ κήπων, κρηνῶν ποὺ τραγουδοῦν στὸν ἥλιο, χρυσαφένιων γκρεμῶν ποὺ γέρνουν πάνωθε τῶν  θαλασσῶν ποὺ φλοισβίζουν, πεδιάδων ποὺ ἐκτείνονται ὣς τὶς κοιμωμένες πολιτεῖες ἀπὸ ὀρείχαλκο καὶ πέτρα, καὶ ἡσκιερῶν λόχων ἀπὸ ἥρωες ποὺ ἱππεύουν λευκοὺς στολισμένους ἵππους στὶς παρυφὲς πυκνῶν δασῶν. Καὶ τότε καταλαβαίνουμε πὼς ἔχουμε κοιτάξει πίσω, διὰ μέσου τῶν φιλντισένιων πυλῶν, ἐντὸς τοῦ κόσμου τῶν θαυμάτων ὁ ὁποῖος ἦταν δικός μας πρὶν καταλήξουμε σοφοὶ καὶ δυστυχεῖς.

Ὁ Κυράνης τελείως ἀπροσδόκητα ἀνεκάλυψε τυχαῖα τὸν παληὸ κόσμο τῶν παιδικῶν του χρόνων. Ὠνειρευόταν τὸ σπίτι ποὺ γεννήθηκε, τὸ μεγάλο λίθινο σπίτι, τὸ ζωσμένο μὲ κισσό, ἐκεῖ ὅπου δεκατρεῖς γενεὲς τῶν προγόνων του εἶχαν ζήσει, καὶ ὅπου εἶχε ἐλπίσει νὰ πεθάνῃ. Ἦταν φεγγαρόλουστη νυχτιά, καὶ εἶχε ξεγλιστρήσει κρυφὰ ἔξω στὸ εὐωδιαστὸ καλοκαιρινὸ βράδυ, μέσ’ ἀπὸ τοὺς κήπους, πρὸς τὰ κάτω ἀπ’ τὶς πεζοῦλες, πέρ’ ἀπ’ τὶς ψηλὲς βελανιδιὲς τοῦ πάρκου, καὶ κατὰ μῆκος τοῦ μακροῦ λευκοῦ δρόμου πρὸς τὸ χωριό. Τὸ χωριὸ φαινόταν πολὺ παληό, φαγωμένο στὴν ἄκρη σὰν τὸ φεγγάρι ποὺ ξεκινοῦσε νὰ φθίνῃ, καὶ ὁ Κυράνης ἀναρωτιόταν ἂν οἱ μυτερὲς στέγες τῶν μικρῶν σπιτιῶν ἔκρυβαν ὕπνο ἢ θάνατο. Στὸν δρόμο ὑπῆρχαν λόγχες ἀπὸ ψηλὸ γρασσίδι, καὶ τὰ τζάμια τῶν παραθυριῶν σὲ κάθε πλευρὰ ἦσαν εἴτε σπασμένα εἴτε θολὰ ποὺ κοιτοῦσαν ἐπίμονα. Ὁ Κυράνης δὲν εἶχε χρονοτριβήσει, ἀλλὰ εἶχε βαδίσει βαριὰ λὲς καὶ εἶχε κληθῆ γιὰ κάποιον σκοπό. Δὲν τόλμησε νὰ μὴν ὑπακούσῃ στὰ κελεύσματα ἀπὸ φόβο μήπως ἀποδειχθῇ μιὰ ψευδαίσθησι σὰν τὶς παρορμήσεις καὶ τὶς προσδοκίες τοῦ ἐγρηγόρου βίου, ποὺ δὲν ὁδηγοῦν σὲ κανένα σκοπό. Ἔπειτα εἶχε κατεβῆ ἕνα μονοπάτι ποὺ ὡδηγοῦσε ἔξω ἀπ’ τὸν δρόμο τοῦ χωριοῦ πρὸς τ’ ἀκρόβραχα τοῦ καναλιοῦ, καὶ εἶχε φθάσει στὸ τέρμα τῶν πραγμάτων – στὸν γκρεμὸ καὶ στὴν ἄβυσσο ὅπου ὅλο τὸ χωριὸ καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἔπεφτε ἀπότομα μέσα στὴν δίχως ἠχὼ κενότητα τοῦ ἀπείρου, καὶ ὅπου ἀκόμη κι’ ὁ οὐρανὸς μπροστὰ ἦταν κενὸς καὶ ἀφώτιστος ἀπὸ τὸ κατακερματισμένο φεγγάρι καὶ τ’ ἀτενίζοντα ἄστρα. Ἡ πίστι τὸν εἶχε προτρέψει νὰ προχωρήσῃ, ἐπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ ἐντὸς τοῦ χάσματος, ὅπου εἶχε αἰωρηθῆ χαμηλά, χαμηλά, χαμηλά, πέρ’ ἀπὸ  σκοτεινά, ἀσχημάτιστα, ἀνονείρευτα ὄνειρα, σφαῖρες ποὺ ἀχνόφεγγαν καὶ ἐνδέχεται νὰ ἦσαν ὄνειρα ἐν μέρει φανερωμένα, καὶ φτερωτὰ πλάσματα ποὺ γελῶντας ἔμοιαζαν νὰ περιπαίζουν τοὺς ὀνειροπόλους ὅλων τῶν κόσμων. Τότε μία σχισμὴ φάνηκε ν’ ἀνοίγεται στὸ σκότος μπροστά του, καὶ διέκρινε τὴν πόλι τῆς κοιλάδος, νὰ λαμπυρίζῃ ἐκθαμβωτικὰ πέραθε, κάτω μακριά, μὲ βάθος τὴν θάλασσα καὶ τὸν οὐρανό, καὶ ἕνα χιονοστεφὲς ὄρος πλησίον τῆς ἀκτῆς.

Ὁ Κυράνης εἶχε ξυπνήσει ἀκριβῶς κατὰ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀντίκρυσε τὴν πόλι, ὡστόσο γνώριζε ἀπὸ τὴν στιγμιαία ματιὰ ὅτι δὲν ἦταν καμμιὰ ἄλλη παρὰ ἡ Σελεφαΐς, στὴν κοιλάδα τῆς Οὔθ – Ναργκάι πέρ’ ἀπὸ τοὺς Ταναρίους λόφους, ἐκεῖ ὅπου τὸ πνεῦμα του εἶχε ζήσει ὁλάκερη τὴν αἰωνιότητα μιᾶς ὥρας κάποιο ἀπομεσήμερο τοῦ θέρους ἐδῶ καὶ πολὺ καιρό, ὅταν εἶχε ξεγλιστρήσει ἀπὸ τὴν παραμάννα του ἀφήνοντας τὴν ζεστὴ θαλασσινὴ αὔρα νὰ τὸν νανουρίσῃ ἐνόσῳ κοιτοῦσε τὰ σύννεφα ἀπὸ τὸν κοντινὸ στὸ χωριὸ γκρεμό. Εἶχε διαμαρτυρηθῆ τότε, ὅταν τὸν εἶχαν βρεῖ, ξυπνήσει, καὶ μεταφέρει στὸ σπίτι, γιατὶ ἀκιβῶς μόλις τὸν ξύπνησαν κόντευε νὰ μπαρκάρῃ μὲ μιὰ χρυσαφένια γαλέρα γιὰ ἐκεῖνες τὶς ποθεινὲς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Καὶ τώρα ἦταν ὁμοίως ἀγανακτισμένος γιὰ τὸ ξύπνημα, γιατὶ εἶχε βρεῖ τὴν μυθώδη πολιτεία του μετὰ ἀπὸ σαράντα βαρετὰ χρόνια.

Ὅμως ὕστερ’ ἀπὸ τρεῖς νύχτες ὁ Κυράνης ἐπέστρεψε στὴν Σελεφαΐδα. Ὁμοίως μὲ πρίν, ὠνειρεύθηκε πρῶτα τὸ χωριὸ ὡς κοιμώμενο ἢ νεκρό, καὶ τὴν ἄβυσσο ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε κάποιος νὰ αἰωρηθῇ ἐν σιωπῇ. Κατόπιν ἡ σχισμὴ ἐμφανίσθηκε πάλι καὶ ἀντίκρυσε τοὺς φεγγοβόλους μιναρέδες τῆς πόλεως, καὶ εἶδε τὶς χαρίεσσες γαλέρες ἀγκυροβολημένες στὸν κυανὸ λιμένα, καὶ παρατήρησε τὰ δέντρα γκίνγκο ἀπὸ τὸ ὄρος Ἄραν νὰ λικνίζωνται στὴν θαλασσινὴ αὔρα.  Ὅμως τούτη τὴν φορὰ δὲν τὸν ἅρπαξαν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ ὄντας πλάσμα φτερωτὸ κατέβαινε βαθμιαῖα ἐπάνω ἀπὸ μιὰ χλοερὴ πλαγιὰ ὥσπου τελικὰ τὰ πόδια του ἀκούμπησαν ἁπαλὰ στὸ χόρτο. Εἶχε ὄντως ἐπανέλθει στὴν κοιλάδα τῆς Οὔθ – Ναργκάι καὶ στὴν μεγαλοπρεπῆ πολιτεία τῆς Σελεφαΐδος.

Κατηφορικὰ στὸν λόφο ἀνάμεσα στὴν εὐωδιαστὴ πρασινάδα καὶ στὰ ζωηρόχρωμα λουλούδια πορεύθη ὁ Κυράνης, ἐπάνω ἀπὸ τὸν ἀφρισμένο Ναράξα ἀπὸ τὸ μικρὸ ξύλινο γεφύρι ὅπου εἶχε λαξεύσει τ’ ὄνομά του πολλὰ χρόνια πίσω, καὶ διὰ μέσου τοῦ ψιθυρίζοντος ἄλσους πρὸς τὴν πολὺ μεγάλη λίθινη γέφυρα τὴν πλησίον τῶν πυλῶν τῆς πόλεως. Ὅλα ἦσαν ὅπως παληά, μήτε τὰ μαρμάρινα τείχη εἶχαν ξεθωριάσει, μήτε τὰ ἐπὶ τῶν τειχῶν γυαλισμένα ὀρειχάλκινα ἀγάλματα εἶχαν θαμπώσει. Καὶ ὁ Κυράνης ἐννόησε πὼς δὲν ἦταν ἀπαραίτητο νὰ τρέμῃ μὴ τυχὸν τὰ ὅσα γνώριζε ἔχουν χαθῆ, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ καστροφύλακες στοὺς προμαχῶνες ἦσαν οἱ ἴδιοι κι’ ὡστόσο τὸ ἴδιο νέοι ὅπως τοὺς θυμόταν. Ὅταν εἰσῆλθε ἐντὸς τῆς πόλεως, πέρ’ ἀπὸ τὶς ὀρειχάλκινες πύλες καὶ ἐπὶ τῶν ὀνυχόστρωτων ὁδῶν, οἱ πραμματευτὲς καὶ οἱ καμηλιέρηδες τὸν χαιρέτησαν σὰν νὰ μὴν εἶχε λείψει ποτέ· καὶ ἦταν τὸ ἴδιο στὸν γαλαζοπράσινο ναὸ τοῦ Νάθ – Χόρθαθ, ὅπου οἱ στεφανωμένοι μὲ ὀρχιδέες ἱερεῖς τοῦ εἶπαν πὼς δὲν ὑφίσταται ὁ χρόνος στὴν Οὔθ – Ναργκάι, παρὰ μόνον ἀέναη νεότητα. Ἔπειτα ὁ Κυράνης διένυσε τὴν ὁδὸ τῶν κιόνων πρὸς τὸ τεῖχος τῆς θάλασσας, ἐκεῖ ποὺ σύχναζαν οἱ ἔμποροι καὶ οἱ ναυτικοί, καὶ παράξενοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Ἐκεῖ παρέμεινε ἀρκετὴν ὥρα, χαζεύοντας ἔξω πέρ’ ἀπὸ τὸ ἡλιόλουστο λιμάνι ὅπου τὰ κυματάκια λαμπύριζαν κάτω ἀπὸ ἕναν ἥλιον ἀνεγνώριμο, καὶ ὅπου κινοῦντο ἁπαλὰ οἱ γαλέρες ἀπὸ μακρυνοὺς ὑπερπόντιους τόπους. Κοίταξεν ἐπίσης τὸ ὄρος Ἄραν νὰ ὀρθώνεται βασιλικὰ ἀπὸ τὴν ἀκτή, μὲ τὶς χαμηλότερες πλαγιές του δασωμένες ἀπὸ λικνιζόμενα δέντρα καὶ μὲ τὴν λευκὴ κορυφή του νὰ ἀγγίζῃ τὸν οὐρανό.

Περισσότερο ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε ὁ Κυράνης ποθοῦσε νὰ ταξειδέψῃ μὲ μιὰ γαλέρα γιὰ ἐκείνους τοὺς μακρυνοὺς τόπους περὶ τῶν ὁποίων εἶχε ἀκούσει πλῆθος παράξενων ἱστοριῶν, καὶ γύρεψε πάλι τὸν καπετάνιο ποὺ εἶχε συμφωνήσει νὰ τὸν μεταφέρῃ, πολλὰ χρόνια πίσω. Βρῆκε τὸν ἄνδρα, τὸν Ἄθιμπ, νὰ κάθεται στὸ ἴδιο κασσόνι μπαχαρικῶν ὅπως παληά, ὁ δὲ Ἄθιμπ ἔδειχνε νὰ μὴν ἀντιλαμβάνεται πὼς εἶχε κυλήσει κάποιος χρόνος. Κατόπιν οἱ δυό τους λαμνοκώπησαν πρὸς μία γαλέρα στὸ λιμάνι, καὶ δίνοντας παραγγέλματα στοὺς λαμνοκόπους, ἔβαλαν πλώρη γιὰ τὴν κυματώδη Σερενάρια θάλασσα τὴν ἄγουσα στὸν οὐρανό. Γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες γλιστροῦσαν λικνιζόμενοι μὲ χάρι ἐπάνω στὸ νερό, μέχρι ποὺ ἐπὶ τέλους ἔφθασαν στὸν ὁρίζοντα, ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό. Ἐδῶ ἡ γαλέρα δὲν διέκοψε δι’ ὅλου τὴν πορεία της, ἀλλὰ αἰωρήθη ἀκόπως στὸ κυανὸ τοῦ οὐρανοῦ διὰ μέσου λευκῶν ἀφράτων νεφῶν μὲ ῥοδαλὲς ἀποχρώσεις. Καὶ πέρα κάτω ἀπὸ τὴν καρῖνα ὁ Κυράνης μποροῦσε νὰ δῇ παράξενες χῶρες καὶ ποταμοὺς καὶ πολιτεῖες ἀσύφταστης καλλονῆς, νὰ ἐκτείνωνται νωχελικὰ ὑπὸ τὸ ἡλιόφως ποὺ ἔμοιαζε νὰ μὴν ἐξασθενῇ μήτε νὰ χάνεται ποτέ. Τελικὰ ὁ Ἄθιμπ τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι τὸ ταξείδι τους κόντευε νὰ τελειώσῃ, καὶ ὅτι σύντομα θὰ ἔδεναν στὸ λιμάνι τῆς Σεράννιαν, τῆς ῥόδινης μαρμάρινης πολιτείας τῶν νεφελῶν, ποὺ εἶναι θεμελιωμένη ἐπὶ τῆς αἰθέριας ἀκτῆς ἀπ’ ὅπου ὁ δυτικὸς ἄνεμος ῥέει ἐντὸς τοῦ οὐρανοῦ. Ἀλλὰ καθὼς ξάνοιγε τὸν ὑψηλότερον ἀπὸ τοὺς σκαλιστοὺς πύργους τῆς πόλεως, ἀκούσθηκεν ἕνας ἦχος κάπου στὸν χῶρο, καὶ ὁ Κυράνης ξύπνησε στὴν Λονδρέζικη σοφίτα του.

Γιὰ πολλοὺς μῆνες μετὰ ποὺ ὁ Κυράνης γύρευε ματαίως τὴν θεσπέσια πολιτεία τῆς Σελεφαΐδος καὶ τὶς γαλέρες της ποὺ πηδοῦσαν στὸν οὐρανό, καὶ παρ’ ὅλο ποὺ τὰ ὄνειρά του τὸν ταξείδεψαν σὲ πολλοὺς πεντάμορφους καὶ ἀθρύλητους τόπους, οὐδεὶς ἐξ ὅσων γνώρισε μποροῦσε νὰ τοῦ ἀποκαλύψῃ πῶς νὰ βρῇ τὴν Οὔθ – Ναργκάι πέρ’ ἀπὸ τοὺς Ταναρίους λόφους.  Κάποια νύχτα διέτρεξε πετῶντας σκοτεινὰ ὄρη ὅπου ἔκαιγαν ἀμυδρές, μοναχικὲς φωτιὲς μὲ μεγάλες ἀποστάσεις νὰ τὶς χωρίζουν, καὶ παράξενα δασύμαλλα κοπάδια μὲ κωδωνοφόρους ὁδηγούς. Καὶ στὸ πλέον ἐρημικὸ μέρος τούτης τῆς λοφόσχημης περιοχῆς, τὸ τόσο δυσπρόσιτο ποὺ λιγοστοὶ ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ ἔχουν δεῖ, ἐντόπισε ἕνα τρομακτικὰ ἀρχαῖο τεῖχος ἢ ὑπερυψωμένο δρόμο λίθινο νὰ ἑλίσσεται κατὰ μῆκος κορυφογραμμῶν καὶ κοιλάδων, ὑπερβολικὰ γιγαντιαῖο γιὰ νὰ τὸ ἔχῃ ὑψώσει ἀνθρώπινο χέρι, καὶ τόσο μακρὺ ποὺ καμμιά του ἄκρη δὲν ἦταν ὁρατή.  Πέραν τοῦ τείχους μέσα στὴν γρίζαν αὐγὴ ἔφθασε σὲ μιὰ γῆ μὲ γραφικοὺς κήπους καὶ κερασιές, καὶ μόλις ὁ ἥλιος σκόρπισε ψηλάθε φῶς ξάνοιξε τέτοια καλλονὴ ἀπὸ κόκκινους καὶ λευκοὺς ἀνθούς, πράσινα φυλλώματα καὶ γρασσιδότοπους, λευκὰ μονοπάτια, κρυστάλλινα ῥυάκια, κυανὲς λιμνοῦλες, σκαλιστὲς γέφυρες καὶ παγόδες μὲ κοκκινόχρωμες σκεπές, ποὺ πλήρης ἀπολαύσεως ἀπολησμόνησε στιγμιαῖα τὴν Σελεφαΐδα. Ἀλλὰ ἐπανῆλθε στὴν μνήμη του μόλις περπάτησε κάποιο λευκὸ μονοπάτι πρὸς μία παγόδα μὲ κόκκινη σκεπή, καὶ θὰ εἶχε ῥωτήσει τοὺς ἐντόπιους σχετικὰ μὲ αὐτήν, ἂν δὲν διεπίστωνε τὴν μὴ ὕπαρξι ἀνθρώπων ἐκεῖ, παρὰ μόνο πουλιῶν, μελισσῶν καὶ πεταλουδῶν.  Κάποιαν ἄλλη νύχτα ὁ Κυράνης ἀνέβαινε ἀτελείωτα μιὰν ὑγρὴ λίθινη στριφογυριστὴ σκάλα, ὥσπου ἔφθασε σ’ ἕνα πυργοπαράθυρο ποὺ εἶχε θέα πρὸς μιὰν ἀπέραντη πεδιάδα κι’ ἕναν ποταμὸ φωτισμένα ἀπὸ τὸ γεμᾶτο φεγγάρι. Καὶ στὴν βουβὴ πόλι ποὺ ἐκτεινόταν πέρ’ ἀπὸ τὴν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ εἶχε τὴν ἐντύπωσι ὅτι διέκρινε κάποιο χαρακτηριστικὸ ἢ διάταξι ποὺ τοῦ ἦταν ἤδη γνώριμη. Θὰ εἶχε κατεβῆ νὰ ῥωτήσῃ τὸν δρόμο γιὰ τὴν Οὔθ – Ναργκάι ἂν δὲν εἶχε ἐκλυθῆ μιὰ τρομερὴ αὐγὴ ἀπὸ κάποιον ἀπόμακρο τόπο πέραν τοῦ ὁρίζοντος, φανερώνοντας τὴν καταστροφὴ καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῆς πόλεως, καὶ τὸν καλαμόσπαρτο βουρκότοπο, καὶ τὸν θάνατο ποὺ σκεπάζει τὴν χώρα, ὅπως τὴν εἶχε σκεπάσει ἀπὸ τότε ποὺ ὁ βασιλέας Κυναράθολις μὲ τὴν ἐπάνοδο στὴν πατρίδα ἀπὸ τὶς κατακτήσεις του βρῆκε τὴν ἐκδίκησι τῶν θεῶν.

Ἔτσι ὁ Κυράνης γύρευε ματαίως τὴν θεσπέσια πολιτεία τῆς Σελεφαΐδος καὶ τὶς γαλέρες ποὺ ἀρμενίζουν γιὰ τὴν Σεράννιαν στὸν οὐρανό, ἐνῷ ἔβλεπε ἐν τῷ μεταξὺ πλῆθος θαυμάτων καὶ κάποια φορὰ μόλις ποὺ διέφυγε ἀπὸ τὸν ὕπατον ἱερέα τὸν ἀπερίγραπτον,  ὁ ὁποῖος καλύπτεται μὲ μιὰ κίτρινη μεταξωτὴ προσωπίδα καὶ κατοικεῖ ὁλομόναχος σ’ ἕνα προϊστορικὸ λίθινο μοναστήρι στὸ ψυχρὸ ἐρημῶδες ὀροπέδιο τοῦ Λέγκ. Ἐν καιρῷ ἔγινε τόσο ἀνυπόμονος μὲ τὰ θλιβερὰ μεσοδιαστήματα τῆς ἡμέρας ποὺ ξεκίνησε ν’ ἀγοράζῃ ναρκωτικὰ ὥστε ν’ αὐξήσῃ τὶς περιόδους ὕπνου. Τὸ χασὶς τὸν βοήθησε σημαντικά, καὶ κάποτε τὸν ὡδήγησε σ’ ἕνα τμῆμα τοῦ διαστήματος ὅπου δὲν ὑφίσταται ἡ μορφή, παρὰ μόνον φωτεινὰ ἀέρια ποὺ μελετοῦν τὰ μυστικὰ τῆς ὑπάρξεως.  Καὶ ἕνα ἰόχρουν ἀέριο τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἐτοῦτο τὸ τμῆμα τοῦ διαστήματος κεῖται πέραν ἐκείνου ποὺ ὠνόμαζε ἄπειρο.  Τὸ ἀέριο δὲν εἶχε ἀκουστὰ γιὰ πλανῆτες καὶ ὀργανισμοὺς πρωτύτερα, ἀλλὰ κατενόησε τὸν Κυράνη ἁπλῶς ὡς κάποιον ἀπὸ τὸ ἄπειρο ὅπου ὑφίσταται ὕλη, ἐνέργεια καὶ βαρύτητα. Ὁ Κυράνης ἦταν πλέον πολὺ ἀνυπόμονος νὰ ἐπιστρέψῃ στὴν κατάσπαρτη μὲ μιναρέδες Σελεφαΐδα, ὥστε αὔξησε τὶς δόσεις τῶν ναρκωτικῶν, ὅμως στὸ τέλος ξέμεινε ἀπὸ χρήματα, καὶ δὲν μποροῦσε ν’ ἀγοράζῃ ναρκωτικά. Ἀργότερα μιὰ καλοκαιρινὴν ἡμέρα τοῦ ἔκαναν ἔξωσι ἀπὸ τὴν σοφίτα του, καὶ περιεφέρετο ἀσκόπως μέσα στοὺς δρόμους,  διανύοντας δὲ μιὰ γέφυρα κατέληξε σ’ ἕνα σημεῖο ὅπου τὰ σπίτια ὁλοένα καὶ ἀραίωναν. Ἐκεῖ ἦταν ὁ τόπος ποὺ ἦρθε ἡ ἐκπλήρωσι, καὶ ἀπάντησε τὴν πομπὴ τῶν ἐκ Σελεφαΐδος ἱπποτῶν, τῶν ἀφιχθέντων ἵνα φέρουν αὐτὸν ἐκεῖσε εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Καὶ ἦσαν ἱππότες πανώρηοι, καβάλλα σὲ ἵππους μὲ σκουρόχρωμα μέλη καὶ ἀχνόχρωμους κορμοὺς καὶ ντυμένοι μὲ στραφταλιστὲς ἀρματωσιὲς καὶ χρυσόνημες χλαμύδες μὲ λεπτοτεχνουργημένα ἐμβλήματα. Ἦσαν τόσοι στὸ πλῆθος, ποὺ ὁ Κυράνης τοὺς πῆρε γιὰ φουσσᾶτον ὁλάκερο, ἀλλὰ ὁ ἵππαρχος τοῦ ἔκαμε γνωστὸ πὼς εἶχαν σταλῆ πρὸς τιμήν του, ἕνεκα ποὺ αὐτὸς εἶχε δημιουργήσει τὴν Οὔθ – Ναργκάι στὰ ὄνειρά του, καὶ γιὰ τοῦτο τὸν λόγο θὰ ὡρίζετο πλέον ὁ ὕπατος θεός της ἐς ἀεί. Ἀκολούθως παρέδωσαν στὸν Κυράνη ἕναν ἵππο, τὸν τοποθέτησαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἔφιππης πομπῆς καὶ κάλπασαν ὁμάδι μεγαλοπρεπῶς διὰ μέσου τῶν λοφωδῶν γρασσιδοτόπων τοῦ Σάρρεϋ καὶ παραπέρα πρὸς τὴν περιοχὴ ὅπου ὁ Κυράνης καὶ οἱ πρόγονοί του εἶχαν γεννηθῆ.  Ἦταν πολὺ παράξενο, ὅμως καθὼς οἱ ἱππεῖς συνέχιζαν ἐμπρὸς ἔμοιαζαν νὰ καλπάζουν πρὸς τὰ πίσω στὴν ὁδὸ τοῦ χρόνου· γιατὶ ὅποτε διάβαιναν κάποιο χωριὸ μέσα στὴν ἀμφιλύκη ἔβλεπαν μονάχα τέτοια σπίτια καὶ βιλάνους ὅπως ἴσως νὰ εἶχαν δεῖ ὁ Τσῶσερ καὶ οἱ πρὶν ἀπὸ ἐκεῖνον, καὶ ἐνίοτε ἱππότες καβαλλάριους μὲ μικρὲς συντροφίες ἀκολούθων. Ὅταν σκοτείνιασε ταξείδευαν γοργότερα, καὶ ἐντὸς ὀλίγου πετοῦσαν ἀνεξήγητα σὰν νὰ ἦσαν στὸν ἀέρα. Μὲ τὸ πρῶτο αὐγινὸ φῶς ἔπεσαν ἐπάνω στὸ χωριὸ τὸ ὁποῖο ὁ Κυράνης εἶχε δεῖ ζωντανὸ στὰ μικρᾶτα του καὶ κοιμώμενο ἢ νεκρὸ στὰ ὄνειρά του. Ἦταν ζωντανὸ τώρα, καὶ οἱ πρωινοὶ νοικοκυραῖοι ἔκλιναν εὐγενικὰ τὴν κεφαλὴ καθὼς οἱ ἱππεῖς διάβαιναν μὲ ποδοβολητὸ καὶ κλαγγὴ τὸν δρόμο καὶ ἔβγαιναν στὸ μονοπάτι ποὺ τελείωνε στὴν ἄβυσσο τοῦ ὀνείρου. Ὁ Κυράνης εἶχε βυθισθῆ στὸ παρελθὸν σὲ τούτη τὴν ἄβυσσο μόνο τὴν νύχτα, καὶ ἦταν περίεργος γιὰ τὸ πῶς θὰ ἔμοιαζε ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, γι’ αὐτὸ παρατηροῦσε ἀγωνιωδῶς καθὼς ἡ φάλαγγα ζύγωνε στὸ χεῖλος της. Τὴν στιγμὴ ποὺ κάλπασαν στὸν ἀνηφορικὸ τόπο πρὸς τὸν γκρεμό, ἕνα χρυσαφένιο ἐκτυφλωτικὸ φῶς ἀνέβλυσε κάπου ἀπ’ τὴν ἀνατολὴ καὶ κάλυψε τὸ τοπίο μὲ τ’ ἀστραφτερά του παραπετάσματα. Τελικὰ ἡ ἄβυσσος ἦταν ἕνα κοχλάζον χάος ἀπὸ ῥοδόχροο καὶ κυανὸ μεγαλεῖο, καὶ ἀόρατες φωνὲς τραγουδοῦσαν θριαμβευτικὰ καθὼς ἡ κουστωδία τῶν ἱπποτῶν βούτηξεν ἀπὸ τὸ χεῖλος καὶ αἰωρήθη μὲ χάρι καθοδικά, περνῶντας νέφη ἀχτιδοβόλα καὶ ἀσημένια φεγγοβολήματα. Οἱ ἱππεῖς αἰωροῦντο συνεχῶς πρὸς τὰ κάτω, οἱ δὲ πολεμικοί τους ἵπποι ν’ ἀλαφροδρέμουν στὸν αἰθέρα σὰν νὰ κάλπαζαν ἐπάνω σὲ χρυσὲς ἀμμουδιές, καὶ κατόπιν οἱ ὁλόφωτοι ἀτμοὶ κατελύθησαν γιὰ ν’ ἀποκαλύψουν μιὰν ὑπέρτερη λαμπρότητα, τὴν λαμπρότητα τῆς πόλεως τῆς Σελεφαΐδος, καὶ τὴν ἀκρογιαλιὰ παραπέρα, καὶ τὴν χιονισμένη βουνοκορφὴ ποὺ βιγλίζει ψηλάθε τὴν θάλασσα, καὶ τὶς φανταχτερὰ χρωματισμένες γαλέρες ποὺ ἀρμενίζουν ἔξω ἀπ’ τὸ λιμάνι πρὸς τὶς μακρυνὲς ἐπικράτειες ὅπου ἡ θάλασσα φιλεῖ τὸν οὐρανό.

Καὶ ὁ Κυράνης ἐβασίλευεν ἔκτοτε ἐπὶ τῆς Οὔθ – Ναργκάι καὶ ἐπὶ πασῶν τῶν γειτονικῶν ἐπικρατειῶν τοῦ ὀνείρου, καὶ διατηροῦσε τὴν αὐλή του ἐκ περιτροπῆς στὴν Σελεφαΐδα καὶ στὴν νεφοποίητη Σεράννιαν. Βασιλεύει ἀκόμη ἐκεῖ καὶ θὰ βασιλεύῃ εὐτυχισμένα ἐς ἀεί, παρ’ ὅλο ποὺ κάτω ἀπ’ τὶς ἀπόκρημνες ἀκτὲς στὸ Ἴννσμουθ οἱ παλίῤῥοιες τοῦ καναλιοῦ ἔπαιζαν χλευαστικὰ μὲ τὸ κορμὶ κάποιου ἀλήτη  ποὺ εἶχε διαβῆ παραπατῶντας τὸ ἡμιεγκαταλελειμμένο χωριὸ μὲ τὴν αὐγή· ἔπαιζαν χλευαστικά,  καὶ τὸ ἔῤῥιχναν ἐπάνω στὰ βράχια κοντὰ στοὺς ζωσμένους μὲ κισσὸ πύργους τοῦ Τρέβορ, ἐκεῖ ὅπου ἕνας ἀξιοσημείωτα παχὺς καὶ ἐξαιρετικὰ  δυσάρεστος ἑκατομμυριοῦχος ζυθοποιὸς ἀπολαμβάνει τὴν ἀγορασμένη ἀτμόσφαιρα τῆς ἐκλιπούσης ἀριστοκρατίας.

19 Μαρτίου 2017

Advertisements
ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Δρολάπι

ρϞη΄

Στὴν κλίνη κεῖμαι ἀναγερτός, ῥεμβάζει ὀρθὴ στὸ τζάμι,
μὲ τὸ δρολάπι χαίρεται, βλέπει τ’ ἀνεμοβρόχι,
μὲ τὸ κορμί της χαίρομαι, τὸ ἐρωτικὸ δρολάπι,
κι’ ὥρα πολλὴν ἔξω θωρεῖ κι’ ὅσο θωρεῖ θωρῶ την.
Κείνη θωρεῖ νεροσυρμές, γὼ αὐλάκια τοῦ κορμιοῦ της,
κείνη τὲς στάλες στὸ γυαλί, τοῦ ἱδρῶτος γὼ τὲς στάλες,
κείνη τὸ δάσος τὸ κρουστό, γὼ τῶν μαλλιῶν τὸ δάσος,
κείνη τὸν κόσμο τὸν ὑγρό, γὼ τὸν ὑγρό της κόσμο,
κείνη μυρίζει τὴν βροχὴ κι’ ἐγὼ σάρκα γυναίκεια,
γὼ καίγομαι καὶ τὴν καλῶ, βουβὴ στυλώνει κείνη.

ΕΡΩΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὴν γυμνωθεῖσαν

ρϞζ΄

Εἰς κεῖνο τ’ ἀρχοντόσπιτο, τὸ μανδρογυρισμένο,
τὸ κεραμιδοσκέπαγο, τὸ λιθοστυλωμένο,
τ’ ἀνθοκηποπερίκλειστο καὶ δεντρονησκιωμένο,
ἔμμορφη βγαίνει τὴν αὐγὴ καὶ πίνει τὸν καφέ της.
Κάποιαν αὐγὴ σὰν ἔτυχεν ἀπ’ ἔξω κι’ ἐπερνοῦσα,
βγῆκε στὸ μπαλκονάκι της δρόσο αὐγινὸ νὰ πάρῃ,
νὰ πιῇ τ’ ἄγουρα ἡλιάχτιδα, γυμνὴ στὸ φῶς νὰ παίξῃ.
Γυμνὴ γεύτη ἀπ’ τὴν κοῦπα της, γυμνὴ κορμοτεντώθη,
γυμνὴ τριγύρω ἀγνάντεψε, γυμνὴ στ’ ὁσπίτι ἐμπῆκε,
γυμνὴ ἐγλυκογέλασε, τὸ παραθύρι κλείνει.
Κι’ ὅλες θωρῶ τὲς χάρες της, τ’ ἀπόκρυφά της ὅλα,
τ’ ἀγγελικὸ καμάρι της, τὴν τρίσχαρη ἑλικιά της,
κι’ ἄλαλος τ’ ὡμολόγησα καὶ λαγγεμμένος εἶπα.
«Λούστη τὸ κάλλος τὸ θνητὸ στὸ κάλλος τὸ ἀρχῆθεν
κι’ ὁ ἔρωτας ὁ σάρκινος τὸν ἄσαρκο ἐτυλίχτη,
κι’ ἐμὲ λαβῶσαν βέλεμνα καὶ σαγιτοξιφάρια.
Ἂς πάω στὴν καγκελλόθυρα νὰ μάθω τ’ ὄνομά της».
Στάθην στὴν καγκελλόθυρα καὶ τ’ ὄνομα γυρεύω,
κι’ ἔλεγε χρυσολαξευτά: Πλάτωνος Ἀρετοῦλα.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἷς οὐρανὸς

ρϞστ΄

«Διὰ ταῦτα οὔτε δύο οὔτ’ ἀπείρους ἐποίησεν ὁ ποιῶν
κόσμους, ἄλλ’ εἷς ὅδε μονογενὴς οὐρανὸς γεγονὼς
ἔστι τε καὶ ἔτ’ ἔσται».
Πλάτων

Ὁ βαρδιάτωρ προσπερνᾷ, νύχτα, στοὺς προμαχῶνας,
τὸν κόσμον συλλογίζεται κι’ ἀναμετρᾷ τὴν πλάσιν,
ἂν εἷς πυργώθη οὐρανός, ἂν μιὰ ποιήθη κτίσις,
ἢ τάχα πλῆθος σύμπαντα θεμέλιωσεν ὁ πλάστης.
Τὰ βήματά του προχωροῦν καὶ φτερουγίζει ὁ νοῦς του,
τοὺς στοχασμοὺς γεωμετρεῖ, τὸν λόγον καστροχτίζει,
μὲ δυναμάρια τὸν κρατεῖ, τ’ ἄστρα θωρεῖ καὶ λέγει.
«Θεὸς ἂν ἔργον στοχασθῇ μία φορὰ ἐστοχάσθη,
σὰν τὸ ἀναστοχάζεται ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν λάβ’ εἰκόνα τὸ ἔργον του τὴν ἑαυτοῦ θὰ λάβῃ,
ἂν λάβῃ ἄλλην, πλὴν ἑαυτοῦ, ἄριστος δὲν λογιέται.
Ὑπὸ θεοῦ ποὺ καμωθῇ καλῶς κι’ ἅπαξ καμώθη,
κι’ ἀνὲ ξανακαμώνεται ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν κόσμον τάξῃ ὁ θεὸς τ’ ὅλον θέλει κοσμήσει,
εἰς κόσμους χώρια ἂν μεριστῇ ἄριστος δὲν λογιέται.
Ἂν ὁ θεὸς ἔνι θεὸς καὶ ἄριστος λογιέται,
τὸ πᾶν ἔκαμε δεύτερον θεὸν γεγεννημένον.
Ὅθεν, ἀστέρια μου χρυσᾶ ὁποὺ σᾶς συντυχαίνω,
εἷς ἐπυργώθη οὐρανός, μιὰ ἐποιήθη κτίσις,
ὑπὸ τοῦ πλάστου κόσμος εἷς καὶ ἅπαξ ἐγεννήθη,
μήτε ποτὲ θὰ χαλαστῇ κι’ ἐν δόξῃ ἀεὶ θ’ αὐγάζῃ».

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Ὁ βασιληὰς τῆς Θούλης

 

 

 

 

 

 

 

Johann Wolfgang von Goethe

Ἀπὸ κοινοῦ μὲ Κυριακὴ Χατζηαποστόλου*

Στὴν Θούλη βασιλέας κυβερνοῦσε,
πιστὸς μέχρι στὸν τάφο νὰ κλειστῇ,
ποὺ ἀπ’ τὴ νεκρὴν ἀγάπη του σὰν ζοῦσε
εἶχε, μιὰ κοῦπα ὁλόχρυση, δεχθῆ.

Δὲν ἄλλαζε τὴν κοῦπα μὲ κανένα,
στὰ δεῖπνα τὴν κατέβαζε ἀδειανή,
τὰ μάτια του ἐτρέχαν δακρυσμένα
κάθε φορὰ ποὺ ἔπινε μ’ αὐτή.

Κι’ ὡς σίμωνεν ἡ ὥρα τοῦ θανάτου,
τὶς πόλεις στὸ ῥηγᾶτο του μετρᾷ,
χαρίζει ὅλη τὴν κληρονομιά του,
τὴν κοῦπα τὴν ὁλόχρυση κρατᾷ.

Καθόταν στὸ βασιλικὸ τραπέζι,
γύρω ἡ συντροφιὰ τῶν ἱπποτῶν,
στῆς πάτριας ὑψηλῆς σάλας τὴν μέσι,
κεῖ στὸ παλάτι, στὸν ὠκεανόν.

Κεῖ ὁ παληὸς ὁ γλεντοκόπος στάθη,
φλόγα ζωῆς ἤπιε φορὰ στερνή,
τὴν ἅγια κοῦπαν ἔῤῥιξε στὰ βάθη
μὲς στὴν φουσκονεριὰ νὰ βυθιστῇ.

Τὴν εἶδε νὰ γκρεμίζεται, νὰ πίνῃ,
καὶ νὰ καταποντίζεται βαθιά,
τὰ μάτια του βυθίστηκαν, τὰ κλείνει,
δὲν ἤπιε ἄλλη σταγόνα ποτὲ πειά.

Ἡ Κυριακὴ Χατζηαποστόλου εἶναι τελειόφοιτη φοιτήτρια
γερμανικῆς γλώσσας καὶ φιλολογίας τοῦ Α.Π.Θ.

Φωτογραφία: Goethe, χαρακτικὸ τοῦ Georg Melchior Kraus

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸν κὺρ Ἀρσένιον Μελισσηνὸν καὶ τοὺς τριακοσίους ἀκρίτας

ρϞε΄

Ἀρσένιος ὁ ἐνίκησεν τὰ στίφη τῶν λιμνόθεν,
στοιχειὰ ὁποὺ δὲν ἔκοπταν τ’ ἀνθρωπινὰ σπαθία,
κι’ ὁποὺ μὲ γαῖμα ἐχόρταιναν ὡς ἤρχοντο νυχτόθεν,
κι’ ἐπάθαν ζῷα κι’ ἄνθρωποι κι’ ἡ γῆ χέρσα ἐρημία.

Συνάζει ἀρχόντους καὶ σοφούς, μηνᾷ εἰς τὰ μοναστήρια,
μάντες καὶ μάϊσσες προσκαλεῖ, χαλδαίους κι’ ἀγυρτολόγι·
περγαμηνὰς τοῦ ἀπήγγειλαν, θαύματα γνώθει μύρια,
ἀμὴ δὲν ἦσαν γιατρικὰ καὶ σωτηρίας λόγοι.

Τὲς ἀλουστῖνες τῶν κρηνῶν ἐγύρεψε νὰ μάθῃ
ἂν ἔνε ξόρκιν ἢ γητειὰ π’ ἀγερικὸν σκοτώνει.
«Βοτάνιν λάβε κι’ ἀνὲ πιῇς θρέφει ζωὴ τὴν σπάθη,
θάνατον δών’ εἰς τὸ στοιχειὸν μὰ ὡς τὸ κηρὶν σὲ λειώνει».

Τρακόσιοι ἀκρῖτες στέκουν τον, τὴν ξήγησιν φηγήθη,
κι’ ὅλοι ἄσπρο πάτον ἔπιαν το, κινοῦν σιδηρωμένοι.
Τρεῖς νύχτες στοιχειοπολεμοῦν, κροῦν τὰ μοβόρα πλήθη,
κι’ Ἀρσένιος κόπτει τὸ στερνὸ κι’ ἐδῶ, στερνός, πεθαίνει.

Καὶ αὖθι ἡ λίμν’ ἡ σκοτεινή, πό ’χε ἀστρινὸ στεφάνι,
μπλέχτη μὲ φυκοκαλαμιά, τὰ ὕδατα ἐβουρκῶσαν.
Κι’ οἱ ἔζων λιμνοτρόγυρα, πρῶτοι κι’ ὁμοῦ βιλᾶνοι,
τοῦ Ἀρσένη καὶ τῶν ἀκριτῶν μνημούριν ἐσηκῶσαν.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Εἰς τὸν κύρην λαὸν

ρϞδ΄

Δὲν ξαποσταίνει ὁ ποντικὸς μὲς στοῦ ὀφιδιοῦ τὴν ζῶσι,
νὰ εἰπῇ τὴν σφίξιν ἀγκαλιά, φάρμακο τὸ φαρμάκι.
Κι’ ἀπ’ τὸν ἡσκιόγυρον τοῦ ἀητοῦ ἀντιδρομεῖ τ’ ὀφίδι,
φιλὶ δὲν λέει τὸ ῥάμφισμα, χάδι τὸ γράπωμά του.
Τὸν τύραγνον ὀφιδαητό, κύρη λαέ, προσμένεις.
Τὸν σουριγμό του ὅντες γροικᾷς θὰ εἰπῇς «Βρίσκετ’ ἐλπίδα!»
κι’ εἰς τ’ ὀνυχοσπαρτάρισμα «Βαστᾶτε, θὰ περάσῃ»,
στὸ ῥάμφος τὸ φαρμακερὸν «Ἄχου ὑστερνή μου γνῶσι».