ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ἀχάρακτον ἐπιτύμβιον

σιζ΄

«Μιὰν ἡμέρα στὴν χαρὰ * καὶ τρεῖς στὴν θλῖψι.
Ἀπλέρωτ’ ἡ τιμὴ * κι’ ἡ προσφορὰ φτηνή.
Βίος ὁ ἔρωτας * κι’ ὁ ᾅδης ἄληστος.
Ἄνεμος ἡ σάρξ, * βράχος στεῤῥὸς ὁ λόγος.
Ἡ καρδιὰ στοῦ νοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ χορεύῃ.
Ὁ νοῦς τ’ οὐρανοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ γυρεύῃ.
Στὴν ψυχὴ φωτιὰ * τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγῶνος…»,
μ’ εἶπε καὶ σφιχτὰ * μ’ ἐφούχτωνε τὸ μπράτσο
κι’ αἷμαν ἔβηξε… * κι’ ἀνάδωνεν ἡ πλάσις,
κι’ὡς τά ’χεν εἰπεῖ * κι’ ἀτός του τά ’χε φτειάσει.

Advertisements
ΑΓΡΟΤΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Στὴν Λίζα

σιϚ΄

Ὁ χρόνος ἒν ἡ κλίμακα, ὁ χρόνος ἒν ἡ σκάλα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
καὶ μήτε δύνεσαι σταθῇς, μήτε ν’ ἀργοδιαβῇς την,
μήτε καὶ νὰ πισωστραφῇς, νὰ μπροστοδρασκελίσῃς·
καὶ ὅπου ἐσκαλοβάτησες ῥαγίζει καὶ κρημνιέται,
κι’ ὅλην περνᾷς την ἀστανιόν, ἀθέλητα περνᾷς την,
ὣς τὸ στερνοπλατύσκαλον, τὴν χαίνουσα τὴν πόρταν.
Θάνατος ἒν τὸ πέρασμα, θάνατος ἒν ἡ πόρτα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
κι’ ἔνε πολλά, Λιζοῦλα μου, τὰ πορτοσκαλοπάτια,
κι’ ἔνι μακρὺς ἀνήφορος ὁ δρόμος οὐρανόσε·
ὅτ’ εἴμεθα τοῦ οὐρανοῦ, ψυχὴ ἐκ τὴν ψυχήν του
καὶ τὴν ψυχὴν ἣν ἔδωκεν ὀπίσω τήνε θέλει,
κι’ ἔχει τὸν χρόνο σκάλα της, σιμά του γιὰ ν’ ἀνέβῃ.
Σὲ καὶ τὴν ἀδελφοῦλα σου πρῶτα σκυλιά μου εἶχα,
ὁποὺ ἀνεβήκαμεν ὁμοῦ λίγα τὰ σκαλοπάτια,
ἀμὴ πολλὰ σὲ ἠγάπησα, σ’ ἐλάτρεψα περίττου,
κι’ ὥσμε τὴν πόρταν σ’ ἀγαπῶ, θαῤῥῶ καὶ παραπέρα·
ὥσμε τὸ σκαλοκέφαλον ποὺ ὁ χρόνος καταλυέται,
καὶ πλειὸν πόρτα δὲν φαίνεται, νηὰ σκάλα δὲν περνιέται,
κι’ ἒν ὅλο ἁπλάδες καὶ δροσιὲς καὶ φῶς ὁποὺ δὲν σβηέται.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

The Disciple

399px-Oscar_Wilde_portrait

ΠΕΖΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ

Ὅταν ὁ Νάρκισσος ἀπόθανεν ἡ λιμνοῦλα τῆς εὐφροσύνης του μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, καὶ οἱ ὀρειάδες κατέφτασαν θρηνῶντας ἐκ τὸ δασοτόπιν ἵνα τραγουδήσωσιν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ παρηγορήσωσιν αὐτήν.

Καὶ μόλις ἐννόησαν ὅτ’ ἡ λιμνοῦλα μεταμορφώθη ἀπὸ ποτήριον ὑδάτων γλυκῶν εἰς ποτήριον δακρύων ἁρμυρῶν, ἔλυσαν τὲς πράσινες πλεξοῦδες τῆς κόμης των καὶ ἀναφώνησαν εἰς τὴν λιμνοῦλα καὶ εἶπαν, «Μήτε  ἀποροῦμε ὁποὺ ἔχεις γιὰ πρεπὸ νὰ πενθῇς ἐτσιδὰ τὸν Νάρκισσο, τόσον ἔμμορφος ἦτον».

«Καλέ, ἦτον ἔμμορφος ὁ Νάρκισσος;» εἶπεν ἡ λιμνοῦλα.

«Ποιός δύνεται νὰ ἠξεύρῃ το καλύτερ’ ἀπὸ σένα;» ἀποκρίθησαν οἱ ὀρειάδες. «Ἐμᾶς ἀείποτες ἀγνοοῦσε, παρὰ τοῦ λόγου σου ἐγύρευε, κι’ ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες σου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός σου, κι’ εἰς τὸν καθρέφτη τῶν νερῶν σου καθρεφτίζετον ἡ δική του ἐμμορφιά».

Καὶ ἡ λιμνοῦλ’ ἀποκρίθη, «Ὅμως ἀγαποῦσα τὸν Νάρκισσον ὅτι, καθὼς ἔγερνεν ἀπάνω στὲς ὄχθες μου κι’ ἐθωροῦσε κάτω ἐντός μου, εἰς τὸν καθρέφτη τῶν ὀμματιῶν του ἔβλεπα πάντα τὴν δική μου ἐμμορφιὰ καθρεφτισμένη».

Φωτογραφία: Napoleon Sarony

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ ποιητὴς ὁπλίτης

ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ

Στὸν πόλεμον ἐβάδιζα, σκουτάριν ἐβαστοῦσα,
πανώρηο κι’ ἀψεγάδιαστο καὶ κυκλογυρισμένο,
κι’ ἀθέλητά μου τ’ ἄφησα στῆς βατουλιᾶς τὴν ἄκρη.
Σάϊος θὰ τ’ ἀρματώθηκε, κοῦρσος θὰ τὸ καυχιέται…
ἂς τὸ χαρῇ, σκοτίστηκα, κι’ ἂς τό ’χῃ, δὲν μὲ μέλει,
μὸν μέλει με ὁπ’ ἐγλύτωσα κι’ ὁποὺ τὸν ἥλιο βλέπω.
Σκουτάρι’ ἂν θὲς δὲν λείπονται κι’ ὁ κόσμος ἔχει πλήθια,
καὶ παίρνω νηὸ καὶ θωριακὸ κι’ ὄχι ἀχαμνότερό του.

ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἣν παρὰ θάμνωι,
ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων·
αὐτὸν δ’ ἐξεσάωσα. τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;
ἐῤῥέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.

ΓΝΩΜΙΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων

σιε΄

Μῦθος, ποίησις: * Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων·
ἔτσι, λέω, νογᾷ * ἡ θειοτέρα πλάσις.
Ποιός ἐκ τὰ θνητὰ * ξεύρει τοὺς δαιμονίους;
Οἱ μάγισσες ξεύρουν * κι’ οἱ ἅγιοι ξεύρουν
κι’ οἱ λαφρόσκιωτοι * κι’ οἱ τριστυραγνισμένοι
καὶ τ’ ἁγνὰ παιδιὰ * κι’ οἱ, ἀλιά, χαροκαμμένοι
κι’ οἱ ἐν ὄρεσιν * κι’ οἱ ἐπὶ τῆς θαλάσσης
κι’ οἱ ἁλίπλαγκτοι * σ’ ὠκεανοὺς σκοτίους
κι’ οἱ ἐν ἐρήμοις * ποὺ χάνοντ’ ὧρες στ’ ἄστρη,
κι’ ὅλ’ οἱ ξωμάχοι * στοῦ νοῦ τὲς μεθορίους.
Καλοξεύρει το * κι’ ὁ ἀγαπᾷ καὶ κρύβει
καὶ ὁ ῥεμβάζων * στὰ ἡλιάχτιδα ποὺ σβένουν,
κάθε βαρδιᾶνος * ποὺ μὲ δοξάρι φρύδι
ἄγρυπνος θωρεῖ * τῆς ἄβυσσος τὸ χέρι.
Ὅτι οἱ τέτοιοι * νοερῶς, κι’ εἰς τ’ ἄνω μέρη,
μετὰ δαιμόνων * πολλάκις συντυχαίνουν.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Τὸ καθρέφτισμα τοῦ ναρκίσσου

σιδ΄

Ὁ ἥλιος ἔβρεχε φωτιά, πύρωνε τὴν παληὰ μονή,
πέρα τ’ ἀρχαῖα ἐχρύσιζαν, μ’ αἴγλη θεϊκὴ γελοῦσαν!
Ἀλλοῦ τὰ μάτια ἐθαύμαζαν, τὴν ἄλλη ὄχθη μετροῦσαν,
χέρι μ’ ἀλαφρονάγγιξε, βροντᾷ τοῦ ἡγούμενου ἡ φωνή.

«Γυιέ μου, ἀντίκρυ μὴ σταθῇς, κεῖ ’ναι ῥηγᾶτο ξωτικῶν,
θὰ σ’ ἀμποδέσουν μὲ γητειὲς κι’ ἀγαληνὰ θὰ σβήνῃς.
Τρέφοντ’ ἀθάνατη ψυχή, θὰ σὲ πυργώσουν γιὰ θεόν,
θὰ νιώθῃς νηὸς καὶ λεύτερος, ἀμὴ φριχτὰ θὰ φθίνῃς».

Λυκόφως βάρκαν ἔλυσα καὶ λυκαυγὴ τὴν βρῆκα,
ἦταν ξανθὴ λευκόσαρκη κι’ εἶχε ἀγαλμάτινο κορμί,
κάθε παληὸ ἐλησμόνησα κι’ ἤπια τὴν κάθε ἡδονή,
τὶς μέρες παίζαμε γυμνοί, τὰ βράδια ἐστάζαν γλύκα.

Μιὰ ἡμέρα μόνος ἔγειρα στὴν λίμνη νὰ καθρεφτιστῶ.
«Νερά, δεῖξτε μου δύναμι, δεῖξτε μου κι’ εὐτυχία!
Δεῖξτε μου γνῶσι, λευτεριά, δεῖξτε πὼς ὅλα τὰ μπορῶ!»
Θλῖψις καὶ μῖσος κι’ ἄβυσσος, λέπρα καὶ δυσωδία.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΚΑ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Ὁ «ἄφωνος»

σιγ΄

Παντέρμο τὸ νεοκλασσικό, νυχτιὰ κι’ ἀνάλαφρα φυσᾷ,
στὸ ἀντικρυστὸν ἀλσύλλιο σταθμεύω μοναχός μου.
Τὸ πήγαιν’ ἔλα ἰχνηλατῶ, τρεῖς ἑβδομάδες στὴν σκοπιά,
ὅλοι τὸν ξέρουν «ὁ ἄφωνος» στὸν βοῦρκο τοῦ ὑποκόσμου.

Ἡ μῦγ’ αὐτὸς ἡ ἀράχνη ἐγώ, ἐγὼ ἀητὸς κεῖνος λαγός,
φίδι τὸν ζώνω, ποντικός, γυρεύω νὰ δαγκώσω.
Τὸν γύρω κόσμον ἔσβησα, σκοτάδι, μόνο ἐγὼ κι’ αὐτός,
μόλις τὸν πλέξω στὸν ἱστὸν ἀγρίως θὰ τὸν γραπώσω.

Θὰ ἔσπειρε τὸν θάνατον, ἀπόψε Κύριος οἶδε,
τὸ ἑρπετὸ ὁ ναρκέμπορος, ἐφιάλτες γιὰ ὄνειρα πωλεῖ…
Στὴν πόρτα κοντοστάθη, νά, παίζει στὴν χοῦφτα τὸ κλειδί,
δὲν ξεκλειδώνει, ἐδῶ κοιτᾷ; Πανάθεμά τον, μ’ εἶδε;

Κι’ ἡ φρίκη ἀμόλευτη χυμᾷ, μουδιάζει τὸ μυαλό μου,
καὶ τρέμοντας γοργόσκυψα, ζύγιζα τ’ ὅπλ’ ὣς τὴν αὐγή.
Γιατ’ εἶδα μιὰ στὸ ξύπνιο μου καὶ μύριες στ’ ὄνειρό μου
ποὺ τὸν ἀγέρα ὠσμίστηκεν… ἡ γλῶσσα του διχαλωτή!