ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

On the Grasshopper and Cricket

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ

Στὴν Νικολέττα Σίμωνος

Ἡ ποίησις ποὺ βγάζ’ ἡ γῆ μηδέποτε πεθαίνει:
Ὅταν μαραίνῃ τὰ πουλιὰ τοῦ λάβρου ἥλιου ἡ πύρα
κι’ ἀράζουν στὶς δεντροδροσιές, φωνὴ γροικιέται γῦρα
σὲ λειβαδιοῦ θαμνόφραχτου χλόη φρεσκοκομμένη.

Εἶν’ τῆς Ἀκρίδος ἡ φωνή – κείνη παίρνει κεφάλι
στοῦ θέρους τὴν γλυκειὰ βολή, – καὶ τελειωμὸν δὲν ἔχει
μὲ τὶς χαρές· γιὰ ὡς κουραστῇ ἀπ’ τὸ τρελό της κέφι
κάτω ἀπ’ ἀγριόχορτο τερπνὸν ἀνέτως ἀναθάλλει.

Ἡ ποίησις ποὺ βγάζ’ ἡ γῆ ἀναπαημὸ δὲν κάνει:
Στὸ ἔρμο χειμέριο σύθαμπο, ποὺ ὁ παγετὸς ἀργάζει
σιωπήν, ἀπ’ τὴ θερμάστρα νά μὲ ἤχους λιγυροὺς

τοῦ Γρύλλου τὸ τραγούδισμα, στὴ ζέστα πάντ’ αὐξάνει,
κι’ εἰς ἕναν ποὺ ἀποκάρωσε μισάγρυπνος φαντάζει
σὰν τῆς Ἀκρίδος ὅπου ἀχεῖ σὲ λόφους χλοερούς.

Πίνακας: Joseph Severn

Advertisements
ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Νοτίως τῆς Ἑρμιονείας

σκ΄

Στὴν Σοφία Πόταρη

Κῆπος μὲ πλήθια κλαίουσες, σφερδούκλια, κυπαρίσσια,
μὲ ῥοδαριές, δρόγγους, κισσούς, κρῆνες καὶ λιθοδρόμια·
θαῤῥῶ τὴν πόλι ἐγύρευα, νὰ βγῶ στὴν Ἑρμιόνεια,
ἀμὴ πολλὰ ἐδίψασα κι’ ἀπ’ τὸ μαυρόνερο ἤπια.

Κι’ ὠχρὸς στὴν κρήνην ἔγειρα, στὸ πέργερο κοιμιέμαι,
κι’ ἦρθεν χειμῶνας ζάλευκος κι’ εἶδ’ ἄγριαν γῆ θανάτου,
κι’ ὅλ’ ἡ ἀγάπη ἐστράγγιζε, ῥέει στὰ κιβούρια κάτου,
κι’ ὅλο ἐδιψοῦσα, ἐκαίγομουν, ἄνοιξις καὶ πετιέμαι.

Καὶ στρόβιλοι μὲ πέρζωναν, στ’ ἄγουρον φῶς χορεῦαν,
γλακοῦσαν ἀπὸ ῥοδαριές, δρόγγους, κισσοὺς καὶ κρῆνες·
κι’ ὅταν ἐπαύτη ὁ χορὸς μ’ ὡρμήνεψαν οἱ μνῆμες
κι’ ἦσαν οἱ στρόβιλοι ψυχές, κι’ ὀνόματα μοὶ ἐλέγαν.

Καὶ τ’ ὄνομ’ ἀποκρίθην το, μ’ ἐπιτιμοῦν ὁμάδι.
«Πάρωρ’ ἀγέρθης, ἀδελφέ, σήκω νὰ περπατοῦμε,
κοντεύει ἡ Ἑρμιόνεια, τὰ τείχη πειὰ θωροῦμε,
τῶν ὀνειράτων τὸν λαό, τὰ καστροπόρτια τοῦ ᾅδη».

Κι’ ηὕραμε κήπους καρπεροὺς καὶ βοσκοτόπια ὀμπρός μας
καὶ ποταμὸ χρυσάργυρον, κάτου ἀπ’ τὸν λόγον ἥλιο,
κι’ ἔλουζε ἡ γελαστὴ σιωπὴ τῶν δίκηων τὸ βασίλειο,
κι’ ἡ ἐλπὶς σπαρνοῦσε μέσαθε νά ’ναι ὑστερνὸς σταθμός μας.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Εἰς τὸν Ὑάκινθον

σιθ΄

Λούλουδο π’ ἀνθεῖ * καὶ θερίζετ’ ἐς ἀεὶ
μὲς στοῦ Γίγνεσθαι * τὸν ζοφερὸ λειμῶνα,
γέλιο δὲν γελᾷς, * ἀνήσκιερο κι’ ἀτόφυο,
θνητὲ δίχως χνάριν * εἰς τὸ σταχτιὸ χῶμα.
Καὶ μήτε θεοῦ * τ’ ἀργυρόδροσο δάκρυ
κι’ ἡ χρυσῆ καρδιὰ * δύνεται νὰ σὲ σώσῃ
σὰν ὁ Ζέφυρος * δόλια λοξοφυσήσῃ·
ὁ Διόνυσος * μόνος θὰ σὲ λυτρώσῃ.
Ἀθῷος καὶ μάρτυς, * Ζαγρεύς, Σταυρωμένος,
τιτάνων τροφὴ * καὶ ἀρνὶ ἐσφαγμένον,
δικαίως κι’ ἀδίκως * εἰς βένθη μεγάλα
ὀνειρεύεσαι * τὸ φῶς πότε ν’ αὐγίσῃ·
ἡ Περσεφόνη * μόνη θὰ σ’ ἀπολύσῃ.
Ἂς προφέρωμεν * ὁμοῦ εὐχὴ καὶ πρᾶξι
«τὸ ἐρίφιον * ἔπεσε μὲς στὸ γάλα…»
κι’ ἕκαστος μετὰ * τὸ λούλουδον ἂς κλάψῃ.

ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ & ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ · ΠΟΙΗΣΙΣ

Silentium Amoris

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ

Καθὼς συχνὰ ἥλιος ὑπέρλαμπρος φλογώνει,
βιάζει τὸ κάτωχρο, ἀνθιστάμενο φεγγάρι
πίσω στ’ ἀσβολερό του σπήληο, πρὶν κἂν πάρῃ
μιὰν ἔστω μοναχὰ μπαλλάντ’ ἀπὸ τ’ ἀηδόνι,
ὅμοια στὸ κάλλος σου τὰ χείλη μου ἀστοχοῦνε,
παράφωνοι κι’ οἱ γλύκιστοι ψαλμοί μου ἠχοῦνε.

Κι’ ὅπως διασχίζοντας τὸν κάμπο σὰν αὐγίσῃ
μ’ ὁρμητικὰ φτερὰ ἀγέρας καταφτάνει
καὶ σπάει μὲ τὰ δριμειὰ φιλιά του τὸ καλάμι
τὸ μόνο του ὄργανο πό ’χε νὰ τραγουδίσῃ,
ὅμοια μ’ ἀργάζονται τ’ ἀμέρωτά μου πάθη
κι’ ἀπὸ περίσσια ἀγάπ’ ἡ ἀγάπη μου βουβάθη.

Ὅμως εἰς σὲ θαῤῥῶ τὰ μάτια μου ἐξηγοῦνε
γιατὶ σιωπῶ, κι’ ἄχορδο τὸ λαγοῦτο μένει;
Κάλλια νὰ χωριστοῦμ’ ἀλλιῶς, πορεία ξένη,
γιὰ χείλη ἐσὺ γλυκύτερα ποὺ μελῳδοῦνε,
κι’ ἐγὼ νὰ πιῶ ἀπ’ τῆς στέρφας θύμησης τὴν κοῦπα
ἀφίλητα φιλιά, τραγούδια ποὺ δὲν σοῦ ’πα.

Φωτογραφία: Napoleon Sarony

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα ΙΙ

σιη΄

Στὴν ἅλυση ἒν ὁ βάρβαρος, λόγχες τὸν γονατίζουν,
πεζούρα ὀρδινιάστηκε, λάβαρα πορφυρᾶ,
στὰ ἡλιοκαμμένα μέλη του τὰ γαίματα πηχτά,
χωριὰ λαμπάδες τρόγυρα τοὺς οὐρανοὺς καπνίζουν.

Φτάνει λαμπρὸ τὸ ἀρχοντολόϊ κι’ ἡ δέσποινα τοῦ κόσμου,
καὶ τῶν σκουτάτων ἔγνεψε, προστάζουν τον ὀρθό.
«Ἂν μ΄ ἐδεχόσουν ῥήγισσα, δέον καὶ λογικό,
τὴν γῆ σου καστροέσπερνα καὶ σ’ εἶχα ὁμόδειπνόν μου».

«Βιὸ καστρινῶν δὲν ζήλεψα, βιὸ μυριομαντρωμένο,
νόμους φτειαχτούς, ζύγι’ ἄτιμα, κούφιες σοφίες, στανιό,
φερσιὲς φτενές, φτήνια, ἡδονές, τὸν ἄνθρωπο θεό·
μήτε ποθῶ τὰ δεῖπνα σου, λύκους νὰ συντυχαίνω.

Ἀπ’ τοὺς ἀνέμους κι’ ἀπ’ τὴ γῆς ὁ νόμος μας πηγάζει,
ἁπλὸς κι’ ἀρχαῖος σὰν τὸ νερό, δίκηος σὰν τὴν φωτιά.
Καὶ ναί, σφάζομ’, ἁρπάζομε, μὰ ὄχι ψυχές, κορμιά,
δὲν ξεύρω γιὰ τὰ οὐράνια σας ἀμ’ ὅλ’ ἡ φύσι ἁρπάζει».

Λόγια, φραγγέλλιο, ἐῤῥάπισαν, στὰ τρίσβαθα ἐταράχτη,
τὰ μάγουλά της ἔκαψαν κι’ ἐστρίγγλισεν μ’ ὀργή,
«Τὸ κτῆνος ὅσα ἐβέλασεν τίποτ’ ἂς μὴν γραφτῇ!»,
μετὰ ἐθυμήθη τοὺς παληοὺς κι’ ἐκρύφτη ἔρμη νὰ κλάψῃ.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Ἀχάρακτον ἐπιτύμβιον

σιζ΄

«Μιὰν ἡμέρα στὴν χαρὰ * καὶ τρεῖς στὴν θλῖψι.
Ἀπλέρωτ’ ἡ τιμὴ * κι’ ἡ προσφορὰ φτηνή.
Βίος ὁ ἔρωτας * κι’ ὁ ᾅδης ἄληστος.
Ἄνεμος ἡ σάρξ, * βράχος στεῤῥὸς ὁ λόγος.
Ἡ καρδιὰ στοῦ νοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ χορεύῃ.
Ὁ νοῦς τ’ οὐρανοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ γυρεύῃ.
Στὴν ψυχὴ φωτιὰ * τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγῶνος…»,
μ’ εἶπε καὶ σφιχτὰ * μ’ ἐφούχτωνε τὸ μπράτσο
κι’ αἷμαν ἔβηξε… * κι’ ἀνάδωνεν ἡ πλάσις,
κι’ὡς τά ’χεν εἰπεῖ * κι’ ἀτός του τά ’χε φτειάσει.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Στὴν Λίζα

σιϚ΄

Ὁ χρόνος ἒν ἡ κλίμακα, ὁ χρόνος ἒν ἡ σκάλα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
καὶ μήτε δύνεσαι σταθῇς, μήτε ν’ ἀργοδιαβῇς την,
μήτε καὶ νὰ πισωστραφῇς, νὰ μπροστοδρασκελίσῃς·
καὶ ὅπου ἐσκαλοβάτησες ῥαγίζει καὶ κρημνιέται,
κι’ ὅλην περνᾷς την ἀστανιόν, ἀθέλητα περνᾷς την,
ὣς τὸ στερνοπλατύσκαλον, τὴν χαίνουσα τὴν πόρταν.
Θάνατος ἒν τὸ πέρασμα, θάνατος ἒν ἡ πόρτα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
κι’ ἔνε πολλά, Λιζοῦλα μου, τὰ πορτοσκαλοπάτια,
κι’ ἔνι μακρὺς ἀνήφορος ὁ δρόμος οὐρανόσε·
ὅτ’ εἴμεθα τοῦ οὐρανοῦ, ψυχὴ ἐκ τὴν ψυχήν του
καὶ τὴν ψυχὴν ἣν ἔδωκεν ὀπίσω τήνε θέλει,
κι’ ἔχει τὸν χρόνο σκάλα της, σιμά του γιὰ ν’ ἀνέβῃ.
Σὲ καὶ τὴν ἀδελφοῦλα σου πρῶτα σκυλιά μου εἶχα,
ὁποὺ ἀνεβήκαμεν ὁμοῦ λίγα τὰ σκαλοπάτια,
ἀμὴ πολλὰ σὲ ἠγάπησα, σ’ ἐλάτρεψα περίττου,
κι’ ὥσμε τὴν πόρταν σ’ ἀγαπῶ, θαῤῥῶ καὶ παραπέρα·
ὥσμε τὸ σκαλοκέφαλον ποὺ ὁ χρόνος καταλυέται,
καὶ πλειὸν πόρτα δὲν φαίνεται, νηὰ σκάλα δὲν περνιέται,
κι’ ἒν ὅλο ἁπλάδες καὶ δροσιὲς καὶ φῶς ὁποὺ δὲν σβηέται.