ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Νοτίως τῆς Ἑρμιονείας

σκ΄

Στὴν Σοφία Πόταρη

Κῆπος μὲ πλήθια κλαίουσες, σφερδούκλια, κυπαρίσσια,
μὲ ῥοδαριές, δρόγγους, κισσούς, κρῆνες καὶ λιθοδρόμια·
θαῤῥῶ τὴν πόλι ἐγύρευα, νὰ βγῶ στὴν Ἑρμιόνεια,
ἀμὴ πολλὰ ἐδίψασα κι’ ἀπ’ τὸ μαυρόνερο ἤπια.

Κι’ ὠχρὸς στὴν κρήνην ἔγειρα, στὸ πέργερο κοιμιέμαι,
κι’ ἦρθεν χειμῶνας ζάλευκος κι’ εἶδ’ ἄγριαν γῆ θανάτου,
κι’ ὅλ’ ἡ ἀγάπη ἐστράγγιζε, ῥέει στὰ κιβούρια κάτου,
κι’ ὅλο ἐδιψοῦσα, ἐκαίγομουν, ἄνοιξις καὶ πετιέμαι.

Καὶ στρόβιλοι μὲ πέρζωναν, στ’ ἄγουρον φῶς χορεῦαν,
γλακοῦσαν ἀπὸ ῥοδαριές, δρόγγους, κισσοὺς καὶ κρῆνες·
κι’ ὅταν ἐπαύτη ὁ χορὸς μ’ ὡρμήνεψαν οἱ μνῆμες
κι’ ἦσαν οἱ στρόβιλοι ψυχές, κι’ ὀνόματα μοὶ ἐλέγαν.

Καὶ τ’ ὄνομ’ ἀποκρίθην το, μ’ ἐπιτιμοῦν ὁμάδι.
«Πάρωρ’ ἀγέρθης, ἀδελφέ, σήκω νὰ περπατοῦμε,
κοντεύει ἡ Ἑρμιόνεια, τὰ τείχη πειὰ θωροῦμε,
τῶν ὀνειράτων τὸν λαό, τὰ καστροπόρτια τοῦ ᾅδη».

Κι’ ηὕραμε κήπους καρπεροὺς καὶ βοσκοτόπια ὀμπρός μας
καὶ ποταμὸ χρυσάργυρον, κάτου ἀπ’ τὸν λόγον ἥλιο,
κι’ ἔλουζε ἡ γελαστὴ σιωπὴ τῶν δίκηων τὸ βασίλειο,
κι’ ἡ ἐλπὶς σπαρνοῦσε μέσαθε νά ’ναι ὑστερνὸς σταθμός μας.

Διαφημίσεις
ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Εἰς τὸν Ὑάκινθον

σιθ΄

Λούλουδο π’ ἀνθεῖ * καὶ θερίζετ’ ἐς ἀεὶ
μὲς στοῦ Γίγνεσθαι * τὸν ζοφερὸ λειμῶνα,
γέλιο δὲν γελᾷς, * ἀνήσκιερο κι’ ἀτόφυο,
θνητὲ δίχως χνάριν * εἰς τὸ σταχτιὸ χῶμα.
Καὶ μήτε θεοῦ * τ’ ἀργυρόδροσο δάκρυ
κι’ ἡ χρυσῆ καρδιὰ * δύνεται νὰ σὲ σώσῃ
σὰν ὁ Ζέφυρος * δόλια λοξοφυσήσῃ·
ὁ Διόνυσος * μόνος θὰ σὲ λυτρώσῃ.
Ἀθῷος καὶ μάρτυς, * Ζαγρεύς, Σταυρωμένος,
τιτάνων τροφὴ * καὶ ἀρνὶ ἐσφαγμένον,
δικαίως κι’ ἀδίκως * εἰς βένθη μεγάλα
ὀνειρεύεσαι * τὸ φῶς πότε ν’ αὐγίσῃ·
ἡ Περσεφόνη * μόνη θὰ σ’ ἀπολύσῃ.
Ἂς προφέρωμεν * ὁμοῦ εὐχὴ καὶ πρᾶξι
«τὸ ἐρίφιον * ἔπεσε μὲς στὸ γάλα…»
κι’ ἕκαστος μετὰ * τὸ λούλουδον ἂς κλάψῃ.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Ὁ βάρβαρος καὶ ἡ ῥήγισσα ΙΙ

σιη΄

Στὴν ἅλυση ἒν ὁ βάρβαρος, λόγχες τὸν γονατίζουν,
πεζούρα ὀρδινιάστηκε, λάβαρα πορφυρᾶ,
στὰ ἡλιοκαμμένα μέλη του τὰ γαίματα πηχτά,
χωριὰ λαμπάδες τρόγυρα τοὺς οὐρανοὺς καπνίζουν.

Φτάνει λαμπρὸ τὸ ἀρχοντολόϊ κι’ ἡ δέσποινα τοῦ κόσμου,
καὶ τῶν σκουτάτων ἔγνεψε, προστάζουν τον ὀρθό.
«Ἂν μ΄ ἐδεχόσουν ῥήγισσα, δέον καὶ λογικό,
τὴν γῆ σου καστροέσπερνα καὶ σ’ εἶχα ὁμόδειπνόν μου».

«Βιὸ καστρινῶν δὲν ζήλεψα, βιὸ μυριομαντρωμένο,
νόμους φτειαχτούς, ζύγι’ ἄτιμα, κούφιες σοφίες, στανιό,
φερσιὲς φτενές, φτήνια, ἡδονές, τὸν ἄνθρωπο θεό·
μήτε ποθῶ τὰ δεῖπνα σου, λύκους νὰ συντυχαίνω.

Ἀπ’ τοὺς ἀνέμους κι’ ἀπ’ τὴ γῆς ὁ νόμος μας πηγάζει,
ἁπλὸς κι’ ἀρχαῖος σὰν τὸ νερό, δίκηος σὰν τὴν φωτιά.
Καὶ ναί, σφάζομ’, ἁρπάζομε, μὰ ὄχι ψυχές, κορμιά,
δὲν ξεύρω γιὰ τὰ οὐράνια σας ἀμ’ ὅλ’ ἡ φύσι ἁρπάζει».

Λόγια, φραγγέλλιο, ἐῤῥάπισαν, στὰ τρίσβαθα ἐταράχτη,
τὰ μάγουλά της ἔκαψαν κι’ ἐστρίγγλισεν μ’ ὀργή,
«Τὸ κτῆνος ὅσα ἐβέλασεν τίποτ’ ἂς μὴν γραφτῇ!»,
μετὰ ἐθυμήθη τοὺς παληοὺς κι’ ἐκρύφτη ἔρμη νὰ κλάψῃ.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Ἀχάρακτον ἐπιτύμβιον

σιζ΄

«Μιὰν ἡμέρα στὴν χαρὰ * καὶ τρεῖς στὴν θλῖψι.
Ἀπλέρωτ’ ἡ τιμὴ * κι’ ἡ προσφορὰ φτηνή.
Βίος ὁ ἔρωτας * κι’ ὁ ᾅδης ἄληστος.
Ἄνεμος ἡ σάρξ, * βράχος στεῤῥὸς ὁ λόγος.
Ἡ καρδιὰ στοῦ νοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ χορεύῃ.
Ὁ νοῦς τ’ οὐρανοῦ * τὸν αὐλὸν νὰ γυρεύῃ.
Στὴν ψυχὴ φωτιὰ * τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγῶνος…»,
μ’ εἶπε καὶ σφιχτὰ * μ’ ἐφούχτωνε τὸ μπράτσο
κι’ αἷμαν ἔβηξε… * κι’ ἀνάδωνεν ἡ πλάσις,
κι’ὡς τά ’χεν εἰπεῖ * κι’ ἀτός του τά ’χε φτειάσει.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Στὴν Λίζα

σιϚ΄

Ὁ χρόνος ἒν ἡ κλίμακα, ὁ χρόνος ἒν ἡ σκάλα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
καὶ μήτε δύνεσαι σταθῇς, μήτε ν’ ἀργοδιαβῇς την,
μήτε καὶ νὰ πισωστραφῇς, νὰ μπροστοδρασκελίσῃς·
καὶ ὅπου ἐσκαλοβάτησες ῥαγίζει καὶ κρημνιέται,
κι’ ὅλην περνᾷς την ἀστανιόν, ἀθέλητα περνᾷς την,
ὣς τὸ στερνοπλατύσκαλον, τὴν χαίνουσα τὴν πόρταν.
Θάνατος ἒν τὸ πέρασμα, θάνατος ἒν ἡ πόρτα,
γεννιέσαι καὶ πρωτοκινᾷς κι’ ἄρχεσαι τὸ ἀναβαίνειν,
κι’ ἔνε πολλά, Λιζοῦλα μου, τὰ πορτοσκαλοπάτια,
κι’ ἔνι μακρὺς ἀνήφορος ὁ δρόμος οὐρανόσε·
ὅτ’ εἴμεθα τοῦ οὐρανοῦ, ψυχὴ ἐκ τὴν ψυχήν του
καὶ τὴν ψυχὴν ἣν ἔδωκεν ὀπίσω τήνε θέλει,
κι’ ἔχει τὸν χρόνο σκάλα της, σιμά του γιὰ ν’ ἀνέβῃ.
Σὲ καὶ τὴν ἀδελφοῦλα σου πρῶτα σκυλιά μου εἶχα,
ὁποὺ ἀνεβήκαμεν ὁμοῦ λίγα τὰ σκαλοπάτια,
ἀμὴ πολλὰ σὲ ἠγάπησα, σ’ ἐλάτρεψα περίττου,
κι’ ὥσμε τὴν πόρταν σ’ ἀγαπῶ, θαῤῥῶ καὶ παραπέρα·
ὥσμε τὸ σκαλοκέφαλον ποὺ ὁ χρόνος καταλυέται,
καὶ πλειὸν πόρτα δὲν φαίνεται, νηὰ σκάλα δὲν περνιέται,
κι’ ἒν ὅλο ἁπλάδες καὶ δροσιὲς καὶ φῶς ὁποὺ δὲν σβηέται.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων

σιε΄

Μῦθος, ποίησις: * Αἱ φωναὶ τῶν δαιμόνων·
ἔτσι, λέω, νογᾷ * ἡ θειοτέρα πλάσις.
Ποιός ἐκ τὰ θνητὰ * ξεύρει τοὺς δαιμονίους;
Οἱ μάγισσες ξεύρουν * κι’ οἱ ἅγιοι ξεύρουν
κι’ οἱ λαφρόσκιωτοι * κι’ οἱ τριστυραγνισμένοι
καὶ τ’ ἁγνὰ παιδιὰ * κι’ οἱ, ἀλιά, χαροκαμμένοι
κι’ οἱ ἐν ὄρεσιν * κι’ οἱ ἐπὶ τῆς θαλάσσης
κι’ οἱ ἁλίπλαγκτοι * σ’ ὠκεανοὺς σκοτίους
κι’ οἱ ἐν ἐρήμοις * ποὺ χάνοντ’ ὧρες στ’ ἄστρη,
κι’ ὅλ’ οἱ ξωμάχοι * στοῦ νοῦ τὲς μεθορίους.
Καλοξεύρει το * κι’ ὁ ἀγαπᾷ καὶ κρύβει
καὶ ὁ ῥεμβάζων * στὰ ἡλιάχτιδα ποὺ σβένουν,
κάθε βαρδιᾶνος * ποὺ μὲ δοξάρι φρύδι
ἄγρυπνος θωρεῖ * τῆς ἄβυσσος τὸ χέρι.
Ὅτι οἱ τέτοιοι * νοερῶς, κι’ εἰς τ’ ἄνω μέρη,
μετὰ δαιμόνων * πολλάκις συντυχαίνουν.

ΠΟΙΗΣΙΣ · ΤΡΑΓΩΔΑΝΟΣ / ΚΥΚΛΟΣ Γ΄

Τὸ καθρέφτισμα τοῦ ναρκίσσου

σιδ΄

Ὁ ἥλιος ἔβρεχε φωτιά, πύρωνε τὴν παληὰ μονή,
πέρα τ’ ἀρχαῖα ἐχρύσιζαν, μ’ αἴγλη θεϊκὴ γελοῦσαν!
Ἀλλοῦ τὰ μάτια ἐθαύμαζαν, τὴν ἄλλη ὄχθη μετροῦσαν,
χέρι μ’ ἀλαφρονάγγιξε, βροντᾷ τοῦ ἡγούμενου ἡ φωνή.

«Γυιέ μου, ἀντίκρυ μὴ σταθῇς, κεῖ ’ναι ῥηγᾶτο ξωτικῶν,
θὰ σ’ ἀμποδέσουν μὲ γητειὲς κι’ ἀγαληνὰ θὰ σβήνῃς.
Τρέφοντ’ ἀθάνατη ψυχή, θὰ σὲ πυργώσουν γιὰ θεόν,
θὰ νιώθῃς νηὸς καὶ λεύτερος, ἀμὴ φριχτὰ θὰ φθίνῃς».

Λυκόφως βάρκαν ἔλυσα καὶ λυκαυγὴ τὴν βρῆκα,
ἦταν ξανθὴ λευκόσαρκη κι’ εἶχε ἀγαλμάτινο κορμί,
κάθε παληὸ ἐλησμόνησα κι’ ἤπια τὴν κάθε ἡδονή,
τὶς μέρες παίζαμε γυμνοί, τὰ βράδια ἐστάζαν γλύκα.

Μιὰ ἡμέρα μόνος ἔγειρα στὴν λίμνη νὰ καθρεφτιστῶ.
«Νερά, δεῖξτε μου δύναμι, δεῖξτε μου κι’ εὐτυχία!
Δεῖξτε μου γνῶσι, λευτεριά, δεῖξτε πὼς ὅλα τὰ μπορῶ!»
Θλῖψις καὶ μῖσος κι’ ἄβυσσος, λέπρα καὶ δυσωδία.