ΥΠΟΛΟΙΠΑ

Power and the Passion – Eloy

Τὸ «Power and the Passion» ἀποτελεῖ τὴν τέταρτη δισκογραφικὴ δουλειὰ τῶν Eloy, τοῦ γερμανικοῦ συγκροτήματος ποὺ δημιουργεῖ καὶ κινεῖται μουσικῶς, ἄκρως ἐπιτυχημένα ὣς τὶς ἡμέρες μας, στὸν χῶρο τοῦ προγκρέσσιβ ρόκ, κυκλοφόρησε δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1975. Προηγήθησαν τὰ «Eloy» τὸ 1971, «Inside» τὸ 1973 καὶ «Floating» τὸ 1974. Πρόκειται περὶ ἔργου θεματικοῦ, τὸ ὁποῖο στηρίζεται στὴν ἰδέα τοῦ ταξειδιοῦ πίσω στὸν χρόνο. Ἡ ἀνάπτυξι τῆς ἱστορίας δὲν ἀποδίδεται μὲ μιὰ τεχνικὴ φυσιολογικῆς ἐξιστορήσεως τῶν γεγονότων ὑπό τινος ἀφηγητοῦ, παρ’ ὅτι ὑφίσταται ἡ γραμμικὴ διαδοχή τους στὸν χρόνο, ἀλλὰ ἐξάγεται μέσῳ  τῆς χρήσεως ποικίλων ἀφηγηματικῶν τρόπων. Ὑπάρχουν μέρη ἀφηγηματικά, διάλογοι καὶ μονόλογοι, ποὺ ἐναρμονίζονται μὲ τέτοιον τρόπο ὥστε ὁ ἀκροατὴς δύναται νὰ συμπληρώσῃ κατὰ πῶς φαντάζεται αὐτὴ τὴν ἱστορία ἀγάπης μεταξὺ δύο ἀνθρώπων ποὺ περπάτησαν ἐπάνω στὴν γῆ μὲ διαφορὰ ἕξι αἰώνων.

Οἱ πρῶτοι ἦχοι τοῦ ἔργου, στὴν ἑνὸς λεπτοῦ διαρκείας ὀργανικὴ εἰσαγωγή (Introduction), παραπέμπουν σὲ ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο, ἐνῷ τὰ φωνητικὰ σὲ ψαλμῳδία ἢ τραγούδι βάρδου, ἐπιτυγχάνοντας ἔτσι τὴν δημιουργία μεσαιωνικῆς ἀτμόσφαιρας, καὶ παραλλήλως τὸ μπάσο μὲ τὰ ντρὰμς προαναγγέλουν τὰ δυναμικὰ στοιχεῖα τοῦ ἔργου. Ἀκολουθεῖ τὸ «Journey into 1358» ἕνα τρίλεπτης διαρκείας κομμάτι τὸ ὁποῖο χωρίζεται μουσικῶς καὶ στιχουργικῶς σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο μέρος ῥέει ψυχεδελικὸ μὲ μιὰ μπλουζίζουσα αἴσθησι καὶ ὁ νεαρὸς ἥρωας, εὑρισκόμενος ἐντὸς τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ πατέρα του, ἀναλογίζεται τὴν ὣς τότε πορεία τῆς ζωῆς του. Κατόπιν ὁ ῥυθμὸς ἐπιταχύνεται καὶ λαμβάνει δυναμικὴ χέβυ πρὸγκ μορφή, ἐνόσῳ ὁ ἥρωας προσπαθεῖ νὰ κατανοήσῃ, ἔκπληκτος, τὸ πρωτόγνωρο πρᾶγμα ποὺ τοῦ συμβαίνει, δηλαδὴ τὴν μετάβασί του σὲ μία ἄλλη ἐποχή.

Ἔτσι ὁδηγούμαστε στὸ «Love over six centuries» τὸ κορυφαῖο κατὰ τὴν γνώμη μου μουσικὸ τμῆμα τοῦ ἔργου. Ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ ἡ δομή του χαρακτηρίζεται ὀνειρικὴ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ἀκόμη καὶ στὰ χέβυ πρὸγκ σημεῖα. Ἐκκινεῖ ὡς μπαλλάντα μὲ μόνη τὴν κιθάρα κατὰ τὸ πρῶτο λεπτό, ὅπου ὁ ἥρωας ἐπιχειρεῖ νὰ ἐξηγήσῃ στὴν ἡρωίδα, τὴν ὁποία ἔχει ἤδη γνωρίσει, ποιὸς εἶναι, καὶ φαίνεται πὼς ἀρχίζει νὰ τὴν ἐρωτεύεται. Ὕστερα ἐπιταχύνεται ὁ ῥυθμὸς καὶ κρατιέται σταθερός, ἐνῷ τὸ σόλο τῶν πλήκτρων προσομοιάζει, ἀρχικῶς τοὐλάχιστον, μὲ αὐλό. Μετὰ ἀπὸ ἕνα σύντομο δυναμικὸ ξέσπασμα ἡ μουσικὴ ὑποχωρεῖ καὶ βυθίζεται πλήρως σὲ ὀνειρικὰ πεδία, λειτουργῶντας πλέον ὡς χαλὶ γιὰ τὸν ὑπὸ μορφὴν πεζῆς ἀπαγγελίας διάλογο ποὺ ἀκολουθεῖ μεταξὺ τῶν δύο νέων. Ὁ Τζαίημυ μαθαίνει πὼς βρίσκεται στὸ παρελθόν, Ἀπρίλιος, 1358… Παρίσι… Τῆς ἐξηγεῖ τί τοῦ συνέβη καὶ ὑποθέτει πὼς θὰ πρέπῃ νὰ πῆρε κατὰ λάθος κάποιο ναρκωτικὸ ποὺ διαβρώνει τὸν χρόνο, τὸ ἀντικείμενο τῶν ἐπιστημονικῶν πειραματισμῶν τοῦ πατέρα του. Ἡ Ζὰν τὸν πληροφορεῖ πὼς εἶναι ἡ θυγατέρα τοῦ σκληροῦ φεουδάρχου τῆς περιοχῆς καὶ πὼς ἐτοιμάζεται νὰ παντρευτῇ παρὰ τὴν θέλησί της τὸν γυιὸ ἑνὸς ἄλλου φεουδάρχου. Τότε ὁ Τζαίημυ τῆς προτείνει νὰ καπνίσουν κάποιο ἐλαφρὺ ναρκωτικό, ὡς λησμονιὰ στὰ προβλήματά τους, καὶ περνοῦν τὴν ὥρα τους συντροφιά, θαυμάζοντας τὰ χρώματα τοῦ ἡλιοβασιλέμματος. Κατόπιν ἡ μουσικὴ ἀναδύεται πάλι στὸ προσκήνιο καὶ περίπου στὸ 8:22 ξεκινᾷ ἕνα σκοτεινό, συναρπαστικὸ σόλο κιθάρας ποὺ σπέρνει ῥίγη καὶ πλημμυρίζει μὲ συναισθήματα τὸν ἀκροατή. Τὸ δεκάλεπτο ταξείδι κλείνει μὲ τὴν ὑπόσχεσι τῶν ἐρωτευμένων νὰ ἀγωνιστοῦν ὥστε νὰ μὴν χαθῇ ἡ ἀγάπη τους καὶ «νὰ βροῦν τρόπο νὰ γεφυρώσουν τὰ χρόνια», ὅμως…

… ξεσπᾷ μιὰ ἐξέγερσι στοὺς ἀγρούς. Ἀκολουθεῖ τὸ ἐπικὸ καὶ μαγευτικὸ «Mutiny». Ἐδῶ στίχοι καὶ μουσικὴ διαχωρίζονται καὶ δὲν συμπορεύονται χτίζοντας ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἀφήγησι. Ὁ Τζαίημυ φαίνεται πὼς ἐκμυστηρεύεται τὶς σκέψεις του στὴν Ζάν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στάσι τοῦ πατέρα της ἀπέναντί του καὶ τὴν ἀπαίτησί του νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ,  τὸν ἐσωτερικό του διχασμό, ἀφοῦ πιστεύει ὅτι ὁ ἀγῶνας τῶν χωρικῶν εἶναι δίκαιος, καὶ τὸν φόβο ποὺ τοῦ προκαλεῖ ἡ συμμετοχή του σὲ μιὰ μεσαιωνικοῦ τύπου μάχη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ μουσικὴ ἀφηγεῖται παραλλήλως τὴν περιπέτεια τῆς ἐξεγέρσεως μὲ τὶς διάφορες φάσεις της.  Τὰ ντρὰμς τύπου «μὰρς» ποὺ δυναμώνουν βαθμηδόν, τὰ γεμᾶτα συναίσθημα σόλα τῆς κιθάρας, τὰ ἐπικὰ πλῆκτρα,  οἱ ἐναλλαγὲς ῥυθμῶν ποὺ ὑποδηλώνουν δρᾶσι, ἀγωνία καὶ τροπές, καὶ βεβαίως ἡ πληθώρα συμφωνικῶν στοιχείων, γεννοῦν πλῆθος εἰκόνων, ὁποὺ ὁ ἔχων ὀλίγη φαντασία κατορθώνει νὰ δῇ μπροστά του ἐπικὲς σκηνὲς πορειῶν, ἐφόδων καὶ συγκρούσεων.

Τὰ δύο ἑπόμενα κομμάτια, ἂν καὶ διαφέρουν ὑφολογικῶς, ἀποτελοῦν μία ἑνότητα βασισμένη στὴν ἀντίθεσι αἰχμαλωσία – ἐλευθερία, τὴν ὁποία ἐνέχει ἡ τύχη τοῦ πολέμου. Τὸ «Imprisonment», μιὰ ὄμορφη μπαλλάντα μὲ ψευδομεσαιωνίζουσα χροιὰ σὲ ὡρισμένα σημεῖα, εἰσάγεται μὲ ἤχους ἁλυσίδων καὶ τὸ τρίξιμο μιᾶς πόρτας κελλιοῦ ποὺ κλείνει. Ὁ Τζαίημυ βρίσκεται, αἰχμάλωτος πλέον, στὴν φυλακή. Ὁ νέος ὁμιλεῖ γιὰ τὶς ἄθλιες συνθῆκες διαβιώσεως, τὸ αἴσθημα τῆς ἀπογνώσεως καὶ τὴν ἐναπόθεσι τῆς στερνῆς ἐλπίδος του στὸν θεό. Ξαφνικὰ ἀκούει τὰ βήματα τῶν φρουρῶν καὶ ἀναρωτιέται γιὰ τὴν τύχη του. «Daylight»… στὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ πάλι! Ἕνα ἐπικὸ λεπτούργημα ποὺ οἱ νότες του ἀποδίδουν ἰδανικὰ τὴν ψυχικὴ κατάστασι τοῦ ἀπελευθερωμένου ἥρωος, καὶ μὲ ἀξιοσημείωτο τὸ σόλο τῆς κιθάρας, ὅπως ὅλα τὰ προηγούμενα ἄλλως τε.

Τὰ τρία κομμάτια ποὺ ἀκολουθοῦν, συνολικῆς διαρκείας σχεδὸν ἑπτὰ λεπτῶν, ἔχουν μὲν κάποιες ἀρετὲς ὅμως δὲν στέκονται στὸ ὕψος τῶν προηγουμένων. Πάρ’ αὐτα προχωροῦν τὴν ἱστορία καὶ ἐπιτελοῦν μὲ ἐπιτυχία τὸν σκοπό τους, δηλαδὴ τὴν ἐξιστόρησι τῆς μεταβάσεως τοῦ νέου στὴν ἐποχή του. Μετὰ τὸ πολὺ σύντομο «Thoughts of home», τὸ «The Zany magician» ξεχωρίζει γιὰ τὴν μεταλλικὴ ἀκολουθία τῆς ῥυθμικῆς κιθάρας καὶ τὸν εὐτράπελο παραμυθιακὸ τόνο τοῦ μάγου καθὼς μαγειρεύει τὴν συνταγὴ τοῦ φίλτρου ποὺ θὰ ὁδηγήσῃ τοὺς νέους πίσω… «φτερὰ νυχτερίδας, αἷμα γάτας, τομάρι ἀρουραίου!» Τὸ «Back into the present», τυπικὸ μπλοὺζ ῥὸκ κομμάτι τῆς δεκαετίας τοῦ ἑβδομῆντα, μεταδίδει περίφημα τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς νυχτερινῆς ἐν ἄστει διασκεδάσεως. Ὁ Τζαίημυ περιμένει στὴν ντίσκο τοὺς φίλους του, μόνος καὶ ἀπογοητευμένος, ἐνῷ ἀμφιβάλλει γιὰ τὸ ἂν θὰ γίνῃ πιστευτός. Ἡ μουσική, τὰ φῶτα καὶ ὁ καπνὸς τὸν ἐνοχλοῦν καὶ ἀποσύρεται κάπου ἥσυχα, μπροστὰ σὲ μιὰ γνωστὴ ἐκκλησία ἴσως.

«The bells of Notre Dame» ὁ τίτλος τοῦ τελευταίου τμήματος τοῦ ἔργου (προτείνω στοὺς φίλους ἀναγνῶστες τὴν νέα μεῖξι τοῦ 1999). Στὴν εἰσαγωγὴ ἀκούγονται οἱ καμπάνες καὶ κατόπιν τὰ γεμᾶτα νοσταλγία ἀτμοσφαιρικὰ πλῆκτρα. Ὁ ῥυθμός, ἰδιαιτέρως ἀργὸς καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια, μιμεῖται τοὺς χτύπους τῆς καμπάνας. Ἡ μουσικὴ αἰχμαλωτίζει τὸν ἀκροατὴ μὲ τὴν μονότονη γοητεία της βαθμηδὸν καὶ ἀνεπαισθήτως, ὁδηγῶντας τον, ἄνευ ἄλλης ἐπιλογῆς, σὲ μία καὶ μόνη ὁδό· νὰ συλλογιστῇ, νὰ νιώσῃ θὰ ἔλεγα εὐστοχώτερα, ὅλη τὴν ἱστορία ἀγάπης. Ἐδῶ ὑπάρχει κυρίως ἡ ἀγάπη. Ἡ Ζὰν εἶναι ἡ ἀγάπη ὅμως ἡ Ζὰν εἶναι πλέον μνήμη, ἕξι αἰῶνες νεκρή. Ὁ χρόνος νίκησε; Στὸ 3:15 ξεκινᾷ ἕνα πολὺ ἀργὸ καὶ ἁπλὸ σόλο κιθάρας, κλιμακωτὰ ἐμπλουτιζόμενο, ποὺ φτάνει μέχρι τέλους. Ἀπὸ τὸ 5:18 μαζὶ μὲ μιὰ πανδαισία πλήκτρων φυσᾷ ῥίγη καὶ βρέχει συναισθήματα καὶ οἱ καρδιὲς γεμίζουν μὲ ζεστασιά. Τούτη εἶναι ἡ ὥρα, μὲ τὸ κλείσιμο τοῦ ἔργου, ὅπου ὁ ἀκροατὴς κατανοεῖ βέβαια καὶ ἀμετάκλητα τὸ τί ἄκουσε. Νικήτρια ἡ ἀγάπη.

Εὔχομαι καλὴ ἀκρόασι!

-Περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὸ «Power and the Passion» στὴν ἐπίσημη ἱστοσελίδα τῶν Eloy: ELOY Legacy, http://www.eloy-legacy.com/eloy.php

Φωτογραφία: Παναγία τῶν Παρισίων 1920 – 39

Advertisements
ΥΠΟΛΟΙΠΑ

Δυὸ λόγια γιὰ τὸ “μυστικὸ ῥόδο”

mustikrod180

Ἀπὸ τὸ 20ον τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ τῆς Φ. ΛΕ. ΦΑ. ΛΟ.

Γυρνῶντας τὴν τελευταία σελίδα τῆς συλλογῆς διηγημάτων «Τὸ μυστικὸ ῥόδο» τοῦ Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, μένω μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ἔγινε μιὰ σπουδαία ἀρχὴ καὶ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ ἀναλόγως σπουδαία συνέχεια ἀπὸ τὸ ἐκδοτικὸ σκέλος τῆς Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. Δοθείσης λοιπὸν τῆς εὐκαιρίας θὰ πῶ δυὸ λόγια γιὰ τὸ βιβλίο, ὡς ἀναγνώστης ποὺ εἶχε τὴν πρώτη του ἐπαφὴ μὲ τὸ πεζογραφικὸ ἔργο τοῦ Ἰρλανδοῦ λογοτέχνη.

Προοίμιο τῆς συλλογῆς τὸ ποίημα «Πρὸς τὸ μυστικὸ ῥόδο», ποὺ ἀρκούντως ἀναλύεται στὴν διμερῆ καὶ καθ’ ὅλα περιεκτικὴ καὶ ἀκριβολόγο εἰσαγωγὴ τοῦ Σταμάτη Μαμούτου· ἔχοντας δὲ μεταφράσει ὁ ἴδιος ποιήματα τοῦ Γέητς, γνωρίζω πόσο ὑψηλὰ βρίσκεται στῆς ποιήσεως τὴν σκάλα, ὅπως θὰ ἔλεγε καὶ ὁ Καβάφης.

Στὴν «Σταύρωσι τοῦ ἀπόκληρου» ἀποτυπώνεται ἡ σύγκρουσι μεταξὺ δύο τύπων ἀνθρώπου διαφορετικῆς ψυχονοητικῆς δομῆς. Ἀπὸ τὴν μία τὸ πρόσωπο τῆς δογματικῆς ἀλήθειας ποὺ στηρίζεται στὴν πέραν τοῦ δικαίου δύναμι καὶ ποὺ ἡ διατήρησί της ἀποτελεῖ τὸ ὑπέρτατο καθῆκον. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἀνυπότακτος σὲ κανόνες ὀνειροπόλος, θεματοφύλακας μιᾶς παραδόσεως ποὺ ἐπιζεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἱστορικό της χρόνο.

Στὸ «Ἀφήνοντας τὸ ῥόδο» ὁ ἱππότης δὲν περιπλανᾶται πρὸς κάποια μυθικὴ ἀναζήτησι, μήτε ὑπερασπίζεται «δονκιχωτικὰ» τὸ δίκαιο, διότι ὡς κοινωνὸς  ἐξ ἀποκαλύψεως γνωρίζει, ἔχει ἐπιλέξει στρατόπεδο καὶ ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς θεϊκῆς τάξεως καὶ κατὰ τῶν δυνάμεων τῆς ἀποστασίας.  Ὅπως στὸ προηγούμενο διήγημα, οἱ καλὲς προθέσεις τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων δὲν καταλήγουν σὲ ἀποφασιστικὴ δρᾶσι, ἀπὸ δειλία, ἀνάγκη καὶ ἀδυναμία συλλήψεως τῶν ὑψηλῶν.

Ἀκολούθως «Ἡ σοφία τοῦ βασιληᾶ» εἰσάγεται μὲ μιὰ στοιχειωτικὴ σκηνὴ ἐντυπωσιακῆς εἰκονοποιίας, γεμάτη ἀπὸ παραμυθιακὸ τρόμο. Ἐδῶ, τὸ ὄνειρο τῶν ποιητῶν, τῶν νομοθετῶν καὶ τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων νὰ κυβερνηθοῦν μὲ θεϊκὴ σοφία ἀποτυγχάνει ἕνεκα τῆς θνητῆς τους ὑποστάσεως, ἐνῷ δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοηθῇ ὁ σαφὴς ὑπαινιγμὸς περὶ ἐπεμβάσεως τοῦ ἀλλόκοσμου στὴν πορεία τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων.

Στὴν «Καρδιὰ τῆς ἄνοιξης» ὁ γέροντας μάγος, ἐλπίζοντας στὴν συνδρομὴ τῶν ἀλλοκοσμικῶν δυνάμεων, παραιτεῖται ἀπὸ μιὰ θνητὴ ζωὴ δράσεως, μὲ δυνατότητες ἀθανάτων πράξεων, καὶ ἐπιλέγει μιὰ ζωὴ προετοιμασία, μὲ τὸ ἀμφίβολο ἀντάλλαγμα κάποιας ἀβέβαιης ἀθανασίας.

Στὸ διήγημα «Ἡ κατάρα τῆς φωτιᾶς καὶ τῆς σκιᾶς» ὁ Γέητς ἐπεξεργάζεται ἕναν γνωστὸ ἰρλανδικὸ θρῦλο, μὲ ἱστορικὸ σκηνικὸ μιὰ ἐπιδρομὴ τοῦ Σκότου εὐγενοῦς καὶ στρατιωτικοῦ σὲρ Φρέντερικ Χάμιλτον ἐναντίον τοῦ Σλίνγκο καὶ τοῦ τοπικοῦ ἀββαείου. Ἡ ἀφήγησι, ἐκκινῶντας ἀπὸ τὸ σκληρὸ ἀλλὰ οἰκεῖο περιβάλλον τοῦ πολέμου, μᾶς ἐκτινάσσει μὲ δραματικὰ ἅλματα πρὸς ἕνα ὑπερφυσικὸ τέλος, βγαλμένο, λές, ἀπὸ τὶς λαογραφικὲς παραδόσεις τοῦ Νικολάου Πολίτη καὶ δεμένο, συνάμα, μὲ ῥῖγος πατριωτικό.

Στοὺς «Γηραιοὺς τοῦ λυκόφωτος» κάποια ἀρχαία κάστα γραφειοκρατῶν καὶ τυπολατρῶν καταδικάζεται νὰ μένῃ μετέωρη σὲ μιὰ παράξενη μοῖρα, γιατὶ στὸ γύρισμα τοῦ καιροῦ καὶ ἐνόσῳ μαινόταν γύρω τους ἡ πάλη ἀνάμεσα στὸ παληὸ καὶ στὸ νέο, αὐτοὶ δὲν ὑπερασπίστηκαν τὸ πρῶτο, μήτε ὑποδέχθηκαν τὸ δεύτερο, καὶ ἐξέπεσαν ὡς ἀρνητὲς τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἀνθρώπων.

Τὸ διήγημα «Ὁ θεὸς ὑπάρχει στὸ τίποτα» θὰ ὠνομάζαμε, κατὰ τὴν δική μας παράδοσι, συναξάρι ἢ βίον ἁγίου, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ὁ Αἴνγκους εἶναι γνωστὸς Ἰρλανδὸς ἐρημίτης, ἅγιος τῆς καθολικῆς, ἀλλὰ ἔχω τὴν ἐντύπωσι καθ’ ὅτι πρὸ σχίσματος, καὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας. Μιὰ ὄμορφη θρησκευτικὴ ἱστορία.

 Ὅμως ἡ ἱστορία μὲ τὴν ὁποία ὁλοκληρώνεται τὸ βιβλίο, εἶναι ἡ ὡραιότερη καὶ ἡ πλέον δραματική, βαθειὰ καὶ ἀνθρώπινη. Θὰ ἀναφέρω μόνον ἐκεῖνο ποὺ συνεχῶς μοῦ ψιθύριζε (ἀνάλογο μὲ τὸ θρυλούμενο «memento mori» τοῦ δούλου πρὸς τὸν θριαμβευτὴ στρατηγό) καθ’ ὅσο τὴν διάβαζα: «Μὴν εἶσαι ὑπερήφανος, θυμίσου εἶσαι θνητός». Καὶ κάπως ἔτσι τελείωσε ἡ πρώτη γνωριμία μου  μὲ τὸν πεζογράφο Γέητς.

Κλείνοντας, νὰ δώσω πολλὰ συγχαρητήρια στὴν Εὔα Παναγιωτοπούλου γιὰ τὴν ἄψογη μεταφραστικὴ ἐργασία πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, κι’ ἐπάνω ἀπ’ ὅλα στὸν Σταμάτη Μαμοῦτο γιὰ τὴν καλαίσθητη καὶ ἐπιτυχημένη ὑλοποίησι τοῦ εὐγενοῦς ἐγχειρήματος. Γυρνῶντας λοιπὸν τὴν πρώτη σελίδα τῆς συλλογῆς διηγημάτων «Τὸ μυστικὸ ῥόδο» τοῦ Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, καὶ ὡς φίλος τοῦ φανταστικοῦ πρὸς φίλους τοῦ φανταστικοῦ, σᾶς εὔχομαι καλὴ ἀνάγνωσι!